Καφενείο «Μουριά»: Έκλεισε μετά από 111 χρόνια το στέκι όπου όλη η Αθήνα ήπιε καφέ και τσίπουρο – Αφιέρωμα του Guardian
Το μισθωτήριο έληξε το περασμένο καλοκαίρι, βάζοντας τέλος σε ένα σημείο συνάντησης καλλιτεχνών, πολιτικών και ανθρώπων του μόχθου στα Εξάρχεια

Ο βρετανικός «Guardian» αφιέρωσε δημοσίευμά του στο εμβληματικό καφενείο των Εξαρχείων, με τίτλο «Μια Ελλάδα που πεθαίνει μπροστά στα μάτια μας». Το παραδοσιακό αθηναϊκό στέκι, που άνοιξε το 1915, έκλεισε το Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026.
Για την Αθήνα και τα Εξάρχεια, το συγκεκριμένο Σάββατο είχε ξεχωριστή σημασία: ύστερα από 111 χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας, το θρυλικό καφενείο «Μουριά» κατέβασε ρολά.
Η 31η Οκτωβρίου 2026 αποτέλεσε μια ιδιαίτερα δύσκολη ημέρα για την οικογένεια του καφενείου, αλλά και για όσους επί δεκαετίες είχαν βρει εκεί ένα φιλόξενο μέρος για καφέ ή τσίπουρο, για λίγη ξεκούραση, κουβέντα και γνωριμίες με ενδιαφέροντες ανθρώπους.
Στη «Μουριά» συναντιούνταν άνθρωποι του πολιτισμού και της τέχνης, όπως και άνθρωποι του μόχθου. Για 111 χρόνια το καφενείο διατηρούσε την ίδια διεύθυνση και μάγευε με την ατμόσφαιρά του, ώσπου, μετά το αποχαιρετιστήριο γλέντι, έκλεισε οριστικά.
Η ιστορία της «Μουριάς» και το κλείσιμό της έφτασαν μέχρι τον «Guardian», ο οποίος αφιέρωσε το Σάββατο εκτενές θέμα στο ιστορικό αθηναϊκό καφενείο. Στο ρεπορτάζ της, η Έλενα Σμιθ, που βρέθηκε στο μαγαζί, γράφει:
«Για δεκαετίες υπήρξε σημείο συνάντησης συγγραφέων, καλλιτεχνών, ποιητών και πολιτικών, γιατρών και δικηγόρων, αλλά και ανθρώπων με ριζοσπαστικές ιδέες και επαναστατικές αναζητήσεις. Για 44 ολόκληρα χρόνια, ο Χρήστος Βανάς, ιδιοκτήτης του ιστορικού καφενείου «Μουριά», είχε τις πόρτες του ανοιχτές για όλους.
Πριν πιει ο ίδιος τον πρώτο καφέ της ημέρας, ο λιγομίλητος πρώην σερβιτόρος άνοιγε το γνωστό καφενείο στα Εξάρχεια, στην καρδιά της Αθήνας. Κάθε πρωί στις 7 ήταν ο πρώτος που περνούσε το κατώφλι, ακολουθώντας σταθερά αυτή την καθημερινή συνήθεια.
Το τελευταίο Σαββατοκύριακο της «Μουριάς»
«Μόνο τα Σάββατα είναι διαφορετικά», λέει η Αρετή, κόρη του Χρήστου Βανά, καπνίζοντας ένα Καρέλια, το χαρακτηριστικό ελληνικό τσιγάρο που, όπως και η «Μουριά», υπάρχει εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. Από τις 5 το πρωί βρίσκεται στο καφενείο και σερβίρει τσίπουρο και άλλα ποτά στους μικροπωλητές της σαββατιάτικης λαϊκής αγοράς στην οδό Καλλιδρομίου, έξω από το μαγαζί.
Το συγκεκριμένο Σαββατοκύριακο, ωστόσο, ήταν το τελευταίο για τον κύριο Χρήστο στο καφενείο. Ο αποχαιρετισμός αναμενόταν να συνεχιστεί έως τις πρώτες ώρες της Κυριακής (01.11.2026)· όταν θα έφευγαν και οι τελευταίοι θαμώνες από το ιστορικό στέκι με το χαρακτηριστικό ψηφιδωτό πάτωμα, οι μεγάλες σιδερένιες πόρτες θα έκλειναν για πάντα.
Το τέλος αυτό ήρθε μετά από μια εξέλιξη που ξεκίνησε το περασμένο καλοκαίρι, με τη λήξη του μισθωτηρίου συμβολαίου του καταστήματος.
«Άλλη μια αλλαγή για μια Ελλάδα που πεθαίνει μπροστά στα μάτια μας»
«Θα είναι σαν να πέθανε ένας φίλος», λέει με αναστεναγμό ο Νώντας Παπαγιάννης, συνταξιούχος δικηγόρος και θαμώνας του καφενείου εδώ και 20 χρόνια. «Είναι άλλη μια αλλαγή για τα Εξάρχεια, αλλά και άλλη μια απώλεια για μια Ελλάδα που πεθαίνει μπροστά στα μάτια μας».
Ο Παπαγιάννης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη γειτονιά που εδώ και χρόνια λογίζεται ως το κέντρο της αθηναϊκής αντικουλτούρας. Ο γαλανομάτης εβδομηντάρης έχει τακτική παρουσία στο αγαπημένο του στέκι και πηγαίνει «τουλάχιστον τέσσερις φορές την εβδομάδα», τις περισσότερες φορές μέσα στην πρώτη ώρα μετά το μεσημέρι.
Στους σταθερούς θαμώνες της «Μουριάς» ανήκει και ο ηθοποιός Στέλιος Γούτης, 83 ετών, με θεατρική πορεία που ξεπερνά τις έξι δεκαετίες. Στο ευρύ κοινό έγινε γνωστός από τον τηλεοπτικό χαρακτήρα του παπα-Τριαντάφυλλου, του ιερέα που δεν αρνιόταν ένα-δυο ποτηράκια, στη σειρά «Το Καφέ της Χαράς».
Ο Γούτης αναφέρεται με ενθουσιασμό στην «ηρεμιστική επίδραση» των παραδοσιακών καφενείων και ταβερνών, χώρων με καθοριστική θέση στη ζωή των Ελλήνων.
«Μια επίσκεψη εδώ είναι ο δρόμος προς τη χαλάρωση», λέει θεατρικά, καθισμένος σε ένα από τα μαρμάρινα τραπέζια του καφενείου.
«Περνάς μετά τη δουλειά. Πίνεις ένα ή δύο τσίπουρα, συναντάς φίλους, είτε έχεις κανονίσει να τους δεις είτε όχι, και όλες οι πιέσεις της καθημερινότητας εξαφανίζονται. Είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας. Όταν κλείσει, θα το θυμόμαστε ως μια ανάμνηση όμορφων εποχών, ακόμη κι αν η απώλεια θα είναι μεγάλη».
Η διεκδίκηση για να αναγνωριστεί ως διατηρητέο
Και οι δύο άνδρες ήταν ανάμεσα στους 7.500 υπογράφοντες διαδικτυακής καμπάνιας, η οποία καλούσε το υπουργείο Πολιτισμού να εντάξει το καφενείο στα προστατευόμενα στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η κινητοποίηση ακολούθησε την ανακοίνωση των ιδιοκτητών του κτιρίου ότι δεν θα ανανεώσουν τη μίσθωση του καφενείου. Η περιοχή μεταβάλλεται γρήγορα, καθώς ο «εξευγενισμός» αλλάζει σταδιακά τον χαρακτήρα των Εξαρχείων.
Όσοι στήριξαν την πρωτοβουλία τόνιζαν πως η «Μουριά» ξεπερνούσε τα όρια ενός ακόμη καφενείου, καθώς είχε ξεχωριστή ιστορική και κοινωνική βαρύτητα για την Αθήνα.
Οι υπογραφές που συγκεντρώθηκαν ήταν χιλιάδες και οι θαμώνες απηύθυναν εκκλήσεις, ωστόσο το υπουργείο Πολιτισμού δεν παρενέβη για να διασωθεί το ιστορικό στέκι.
Ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα σημεία συνάντησης στα Εξάρχεια βρίσκεται, έτσι, μπροστά στο τέλος της διαδρομής του. Πίσω του μένουν δεκαετίες συζητήσεων, γνωριμιών, πολιτικών αντιπαραθέσεων και καθημερινών συναντήσεων, αναπόσπαστο μέρος της ζωής της γειτονιάς.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.

















// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.