NYT: Πώς η νοσταλγία και η χαμένη υπερηφάνεια γίνονται το «καύσιμο» της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς – Η αμφισβήτηση της «κουλτούρας μνήμης» στη Γερμανία
Η NYT συνδέει την άνοδο της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς με νοσταλγία, εθνική ταυτότητα και πληγωμένη υπερηφάνεια, πέρα από την οικονομική δυσφορία.

Η άνοδος της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, σύμφωνα με τους New York Times, δεν στηρίζεται μόνο στην οικονομική ανασφάλεια αλλά κυρίως στη νοσταλγία για έναν «χαμένο» εθνικό κόσμο και στην αίσθηση πληγωμένης υπερηφάνειας. Στη Γερμανία, η AfD αξιοποιεί αυτή τη δυναμική αμφισβητώντας την «κουλτούρα μνήμης» για τα ναζιστικά εγκλήματα και προβάλλοντας μια πιο περήφανη, εθνικιστική αφήγηση, ενώ παρόμοια ρητορική συναντάται σε όλη την Ευρώπη, από τη Γαλλία έως την Ιταλία και τη Βρετανία, σε μια περίοδο που η φιλελεύθερη δημοκρατία δείχνει να χάνει την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων.
Πιο αναλυτικά
Η ραγδαία άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη δεν τροφοδοτείται πλέον μόνο από την οικονομική δυσφορία, αλλά από μια βαθιά υπαρξιακή νοσταλγία για έναν χαμένο κόσμο. Η ανάγκη περιφρούρησης της εθνικής ταυτότητας και το αίσθημα μιας πληγωμένης υπερηφάνειας μετατρέπονται στο κυριότερο «καύσιμο» των λαϊκιστικών δυνάμεων, σε μια εποχή που εκατομμύρια πολίτες νιώθουν αδύναμοι να παρακολουθήσουν τις σαρωτικές αλλαγές γύρω τους.
Το «καύσιμο» της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς
Όπως σημειώνουν οι New York Times, η εμμονή των λαϊκιστών με την εθνική ταυτότητα και τις απειλές κατά αυτής —πραγματικές ή φαντασιακές— έχει βρει ισχυρή ανταπόκριση σε ψηφοφόρους που νιώθουν χαμένοι σε έναν κόσμο που δεν κατανοούν πλέον.
Η άνοδος ενός ακροδεξιού κόμματος στη Γερμανία, της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» (AfD), αντιπροσωπεύει μια στρέβλωση της ιστορίας, η οποία τροφοδοτείται από το δικό της, συχνά φαντασιακό όραμα για το παρελθόν.
Σύμφωνα με αναλυτές που επικαλούνται οι NYT, το φαινόμενο αυτό τρέφεται από μια εκτεταμένη αποξένωση από τη φιλελεύθερη, πολυπολιτισμική και ενωμένη Γερμανία, η οποία παραμένει δεσμευμένη στη διατήρηση της μνήμης του Ολοκαυτώματος και των ναζιστικών εγκλημάτων.
Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η AfD αποτελεί πλέον το πιο δημοφιλές κόμμα σε εθνικό επίπεδο, φτάνοντας κοντά στο να κυβερνήσει για πρώτη φορά ένα γερμανικό κρατίδιο, ενώ κατέγραψε εκ νέου υψηλά ποσοστά σε δύο τοπικές εκλογικές αναμετρήσεις την Κυριακή.
Το κόμμα έχει ωφεληθεί από την οικονομική και βιομηχανική παρακμή, καθώς και από ένα αίσθημα αβεβαιότητας, το οποίο η AfD αποδίδει στη μαζική μετανάστευση Μουσουλμάνων κατά την τελευταία δεκαετία.
Η AfD ήρθε πρώτη στο μικρό ανατολικό κρατίδιο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και κατέλαβε μια ισχυρή τρίτη θέση στο Βερολίνο. Αντίθετα, η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς σημείωσε χαμηλές επιδόσεις, τις οποίες ο ίδιος χαρακτήρισε «καταστροφή».
Τα αποτελέσματα αυτά, όπως σημειώνουν οι NYT, αναμένεται να φουντώσουν τη συζήτηση για την αντικατάσταση του μη δημοφιλούς καγκελαρίου πριν από τη λήξη της θητείας του.
Η φαντασίωση του παρελθόντος
Η AfD, υπογραμμίζεται στο δημοσίευμα των New York Times, έχει ευδοκιμήσει πάνω σε ένα βασικό στοιχείο που συνδέει τα περισσότερα λαϊκιστικά κόμματα, ειδικά της Ακροδεξιάς: τη νοσταλγία για μια κοινωνία και ένα έθνος που χάθηκαν στον χρόνο, ακόμα κι αν αυτά υπάρχουν μόνο σε μια ωραιποιημένη μνήμη ή φαντασίωση.
«Ζούμε σήμερα σε έναν κόσμο κατακερματισμού και αυξανόμενης ανισότητας, χωρίς πλέον ενοποιητικά θέματα ή μια ενοποιητική αφήγηση», δηλώνει στην αμερικανική εφημερίδα ο Μοχάμεντ Ελ-Εριάν, οικονομικός αναλυτής στη Σχολή Γουάρτον του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια.
Αυτό το αίσθημα ανασφάλειας, σύμφωνα με τους αναλυτές, οδηγεί πολλούς ανθρώπους στο να «λαχταρούν» τις αφηγήσεις που ήδη γνωρίζουν — ειδικά στο παρελθόν, όταν η ζωή ανακαλείται ως απλούστερη, οι οικογενειακές δομές φαινόντουσαν πιο καθορισμένες και τα δυτικά έθνη ήταν σε μεγάλο βαθμό χριστιανικά και λιγότερο πολυπολιτισμικά.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι ακροδεξιοί ηγέτες έχουν παρουσιάσει αυτή την εικόνα του παρελθόντος ως προτιμότερη από το παρόν, υποβαθμίζοντας ή προσπερνώντας άβολα ιστορικά γεγονότα, όπως η περίοδος του Μουσολίνι στην Ιταλία, η συνεργασία με τους Ναζί, η σοβιετική κατοχή ή οι ανισότητες της Βρετανίας της Μάργκαρετ Θάτσερ.
Στη Γαλλία, το ακροδεξιό κόμμα της Μαρίν Λεπέν «Εθνικός Συναγερμός» (RN), το οποίο προηγείται στις δημοσκοπήσεις εν όψει των κρίσιμων προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους, έχει θέσει τη γαλλική ταυτότητα στον πυρήνα της ιδεολογίας του, η οποία περιλαμβάνει διθυράμβους σε ιστορικές προσωπικότητες όπως η Ζαν ντ’ Αρκ και την υποβάθμιση του καθεστώτος του Βισύ.
Η εστίασή του στις εθνικές αξίες, την αφομοίωση και την αρχή της «εθνικής προτίμησης» υπέρ των πολιτών της χώρας υιοθετείται σε μεγάλο βαθμό και από άλλα ακροδεξιά κόμματα, συμπεριλαμβανομένου του Κόμματος για τη Λευτεριά του Γκέρτ Βίλντερς στην Ολλανδία, των Σουηδών Δημοκρατών και του κόμματος Reform U.K. του Νάιτζελ Φάρατζ στη Βρετανία.
Πίσω από τις σκληρές θέσεις για τον περιορισμό της μετανάστευσης —και την απέλαση ή «επανεπιστροφή» (remigration) των παράνομων μεταναστών και εγκληματιών— τα κόμματα αυτά βλέπουν μια απειλή για τον πολιτισμό και την ταυτότητά τους.
Βλέπουν τον εθνικό ή ακόμη και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό ως κυρίως λευκό και χριστιανικό, ο οποίος απειλείται από την παγκοσμιοποίηση, το Ισλάμ και τη διάβρωση του εθνικισμού σε θεσμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι αναλογίες με το κίνημα MAGA στις ΗΠΑ
Όπως επισημαίνουν οι New York Times, ηγέτες του αμερικανικού κινήματος MAGA έχουν εκφράσει παρόμοιους φόβους.
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς έχει εκφράσει την ανησυχία του για «πολιτισμικό θάνατο» τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι η καταγωγή έχει μεγαλύτερη σημασία από την προσήλωση σε ένα εθνικό δόγμα.
«Πιστεύω ότι οι άνθρωποι των οποίων οι πρόγονοι πολέμησαν στον Εμφύλιο Πόλεμο έχουν πολύ μεγαλύτερο δικαίωμα πάνω στην Αμερική από τους ανθρώπους που υποστηρίζουν» ότι όποιος διαφωνεί με τον «προοδευτικό φιλελευθερισμό» δεν ανήκει στη χώρα, είχε δηλώσει ο ίδιος πέρυσι.
Στο πρόσφατο βιβλίο του με τίτλο «Communion», ο Βανς ισχυρίζεται ότι η μετάβαση από τον «Δυτικό Χριστιανικό Πολιτισμό» στον «κοσμικό παγκόσμιο φιλελευθερισμό» ευθύνεται για τις αυξανόμενες φυλετικές διαμάχες, τη διάβρωση του παραδοσιακού γάμου και τη μείωση της πληθυσμιακής ανάπτυξης.
Αλλά και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έχει τονίσει τον Χριστιανισμό ως «μια ιερή κληρονομιά, έναν αδιάρρηκτο δεσμό μεταξύ του Παλαιού και του Νέου Κόσμου».
Το ανατολικογερμανικό τραύμα και η «κουλτούρα μνήμης»
Η νοσταλγία για μια περήφανη ταυτότητα είναι ιδιαίτερα ισχυρή στην πρώην Ανατολική Γερμανία, η οποία ουσιαστικά προσαρτήθηκε σε μια ειρηνική απορρόφηση το 1989, αναφέρουν οι NYT.
Καθώς η χώρα ενώθηκε, οι Δυτικογερμανοί έφτασαν ως μια νέα ελίτ για να διευθύνουν επιχειρήσεις ή να τις κλείσουν, ενώ έως και το ένα τέταρτο του πληθυσμού μετακινήθηκε προς τη Δύση, συμπεριλαμβανομένων πολλών νέων γυναικών.
Σε μια συζήτηση στη Βαϊμάρη της Θουριγγίας —εκεί όπου η γερμανική δημοκρατία κατέρρευσε πριν από τους Ναζί— η 69χρονη Άννα Βένσκε μίλησε για την ανατολικογερμανική ταυτότητα ως κάτι που χάθηκε: «Ήταν πιο γερμανική. Δεν ήταν μια μικρή Αμερική, όπως η Δύση».
Κορυφαία στελέχη της AfD, όπως ο Μπιόρν Χόκε, εκμεταλλεύονται αυτή τη βαθιά διαίρεση, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι Δυτικογερμανοί δεν είναι καν Γερμανoί πλέον, αλλά απλώς αποικιοκρατούμενοι Αμερικανοί, εξηγεί στους NYT ο Στέφεν Μάου, κοινωνιολόγος που γεννήθηκε στην Ανατολική Γερμανία.
«Δίνουν σε ανθρώπους με κόμπλεξ κατωτερότητας το αίσθημα ότι ήταν καλύτεροι Γερμανoί, ότι είναι αυθεντικοί και ότι αυτοί αποτελούν το μέλλον», σημειώνει ο Μάου.
Πολλοί Ανατολικογερμανοί ένιωθαν ότι αντιστάθηκαν στους Σοβιετικούς κατακτητές περισσότερο απ’ όσο οι Δυτικογερμανοί αντιστάθηκαν στην κουλτούρα των δικών τους κατακτητών, ιδιαίτερα των Αμερικανών.
Η κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία παρουσίαζε τον εαυτό της ως κληρονόμο της αντίστασης κατά του Χίτλερ, σύμφωνα με τους ιστορικούς, και ως εκ τούτου δεν ενσάρκωσε την «κουλτούρα της ενοχής» που κυριάρχησε στη Δύση μετά τον πόλεμο.
Για πολλούς νέους στη Γερμανία, οι οποίοι ψηφίζουν σε μεγάλα ποσοστά είτε την Ακροδεξιά είτε την Αριστερά, ο πόλεμος δεν αποτελεί δική τους ευθύνη. Έτσι, η έκκληση της AfD να αναδειχθούν τα εθνικά επιτεύγματα και όχι τα συλλογικά εγκλήματα φαντάζει ελκυστική.
Όπως ο Ντόναλντ Τραμπ πίεσε τα αμερικανικά ιδρύματα να υποβαθμίσουν τη δουλεία και να αναδείξουν ήρωες όπως ο Τζορτζ Ουάσινγκτον, έτσι και η AfD θέλει να αναμορφώσει την εκπαίδευση, τα μουσεία και τα δημόσια μέσα ενημέρωσης, προκειμένου να υποβαθμίσει τη γερμανική ενοχή και να τονίσει τη γερμανική υπερηφάνεια και μεγαλείο.
«Περισσότερος Μπίσμαρκ, λιγότερος Χίτλερ», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ο Χανς-Τόμας Τίλσναϊντερ, αναπληρωτής πρόεδρος της AfD στο κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ και εκπρόσωπος για θέματα παιδείας.
Η Γερμανία βιώνει ένα «ψυχολογικό δράμα πάνω στην ίδια της την ιστορία», αναφέρει στους New York Times ο Γιασά Μουνκ, Γερμανοαμερικανός πολιτικός επιστήμονας.
«Η συζήτηση για τον δεξιό λαϊκισμό είναι εν μέρει το τι πρέπει να κάνουμε με τη γερμανική ιστορία». Η AfD, προσθέτει, θέλει να εγκαταλείψει την κυρίαρχη «Erinnerungskultur» (Κουλτούρα της Μνήμης) για τα εγκλήματα των Ναζί, προς όφελος ενός διαφορετικού, πιο περήφανου μέλλοντος.
Αυτό που πραγματικά αντιπροσωπεύει αυτή η μετατόπιση από την κουλτούρα της μνήμης, σύμφωνα με τον πολιτικό επιστήμονα Ιβάν Κράστεφ, «είναι το τέλος του μακρού πολιτικού 20ού αιώνα».
Η ευθύνη για τους Ναζί «δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί για να σταθεροποιήσει το πολιτικό σύστημα της Γερμανίας».
Ειδικά στην Ανατολική Γερμανία, σημειώνει ο Κράστεφ, η νοσταλγία δεν αφορά τον Κομμουνισμό ή το ναζιστικό καθεστώς. Αντίθετα, αφορά τους τεράστιους αριθμούς ανθρώπων που έφυγαν από την Ανατολή και την ήρεμη ζωή που θυμούνται όσοι έμειναν πίσω.
«Νοσταλγούν τον κόσμο που πιστεύουν ότι καταλάβαιναν, και τώρα ζουν σε έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνουν», εξηγεί ο Κράστεφ στους NYT.
«Η υπερηφάνεια που ένιωθαν οι άνθρωποι για τη ζωή τους δεν τιμήθηκε, και οι άνθρωποι που στερούνται την υπερηφάνειά τους δελεάζονται πολύ εύκολα από πολιτικά κόμματα που αρχίζουν να μιλούν για υπερηφάνεια, μεγαλείο και λαμπρότητα».
Η μάχη των ιδεών και η αποτυχία της φιλελεύθερης δημοκρατίας
Αντίστοιχες τοποθετήσεις, όπως σημειώνουν οι New York Times, ακούστηκαν και στο οικονομικό φόρουμ Ambrosetti στην Ιταλία από τον Ζορντάν Μπαρντελά, στέλεχος του γαλλικού «Εθνικού Συναγερμού», αλλά και από τον Ρομπέρτο Βανάτσι, πρώην στρατηγό που ίδρυσε το ιταλικό κόμμα «Εθνικό Μέλλον», το οποίο τοποθετείται ακόμα πιο δεξιά από το κόμμα της πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι.
Ωστόσο, οι ακροδεξιοί ομιλητές βρέθηκαν αντιμέτωποι με εντονότατη κριτική.
Κεντρώοι πολιτικοί στο φόρουμ τους επιτέθηκαν, κατηγορώντας τους για διολίσθηση προς τον φασισμό, ενώ επικαλέστηκαν την τελευταία ομιλία του Φρανσουά Μιτεράν ως προέδρου της Γαλλίας, όταν είχε προειδοποιήσει ότι στην Ευρώπη «ο εθνικισμός σημαίνει πόλεμο».
Το που στέκονται οι ψηφοφόροι ανάμεσα σε αυτές τις αντιμαχόμενες δυνάμεις θα δοκιμαστεί στις κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις του επόμενου έτους στη Γαλλία, την Ιταλία, την Πολωνία και την Ισπανία, όπου ισχυρά ακροδεξιά κόμματα επιχειρούν να στρέψουν την πολιτική ατζέντα προς την κατεύθυνσή τους.
Η Δύση καθησυχάστηκε όσον αφορά τη δημοκρατία και «άρχισε να τη θεωρεί δεδομένη», τονίζει στους NYT ο Νταρόν Ατζέμογλου, νομπελίστας οικονομικών και συγγραφέας του βιβλίου «What Happened to Liberal Democracy?» (Τι συνέβη στη φιλελεύθερη δημοκρατία;).
Η δημοκρατική υποχώρηση και η άνοδος της λαϊκιστικής πολιτικής «τροφοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από τις αποτυχίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας», υπογραμμίζει ο Ατζέμογλου.
Οι δύο βασικές γραμμές αυτής της αποτυχίας, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι οικονομικές —με την αυξανόμενη ανισότητα και την αμέλεια των προσπαθειών για τη διανομή του πλούτου— αλλά και η άνοδος μιας «πολιτισμικής πολιτικής επιβαλλόμενης από πάνω προς τα κάτω», η οποία αντιμετώπισε τους λιγότερο μορφωμένους και μη προνομιούχους ψηφοφόρους και τις ανησυχίες τους με περιφρόνηση, δημιουργώντας ένα κενό που έσπευσαν να καλύψουν τα ακροδεξιά κόμματα.
Σε μεγάλο βαθμό, αυτό που συμβαίνει στη Γερμανία αποτελεί ένα διεθνές φαινόμενο, παρατηρεί ο Τζον Κάμπφνερ, Βρετανός αναλυτής για τη Γερμανία και υπήκοος της χώρας.
«Καθένα από αυτά τα λαϊκιστικά κινήματα έχει τις ιδιαιτερότητές του, αλλά ακολουθούν παρόμοιες γραμμές», δηλώνει στους NYT.
«Ένας πληθυσμός που νιώθει ανασφαλής», καταλήγει ο Κάμπφνερ, «και εξισώνει την παγκοσμιοποίηση και την υπερεθνική ταυτότητα με την αβεβαιότητα, είναι εξαιρετικά ανοιχτός σε αυτού του είδους την πολιτική ταυτότητας από τη σκοπιά του εθνικιστικού συντηρητισμού».
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.