ΑΜΥΝΑ

Πόλεμος των Φώκλαντς: Συμπεράσματα και διδάγματα για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις

Η άμυνα των νησιών απαιτεί συνδυασμό στατικών και ταχυκίνητων δυνάμεων, αναβάθμιση της εκπαίδευσης πεζικού και επαρκή θητεία, ενώ η αεροπορική υπεροχή είναι καταλυτική και η εφοδιαστική αυτάρκεια προτεραιότητα

Τα διδάγματα από τον πόλεμο των Φώκλαντς μπορούν να αξιοποιηθούν από τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, λόγω των ομοιοτήτων του επιχειρησιακού περιβάλλοντος του Νότιου Ατλαντικού με το Αιγαίο.

Η άμυνα των νησιών απαιτεί συνδυασμό στατικών και ταχυκίνητων δυνάμεων, καθώς και ουσιαστική αναβάθμιση της εκπαίδευσης του πεζικού με διασφάλιση επαρκούς διάρκειας θητείας.

Η διασφάλιση αεροπορικής υπεροχής κρίνεται καταλυτική για τις επιχειρήσεις στο Αιγαίο, καθιστώντας προτεραιότητα τον εξοπλισμό της Πολεμικής Αεροπορίας και την εφοδιαστική αυτάρκεια των νησιών.

Το Πολεμικό Ναυτικό οφείλει να διατηρήσει επιθετική και τολμηρή στάση, αποδεχόμενο την ανάληψη ρίσκου και τον κίνδυνο απωλειών χωρίς να διολισθήσει σε παθητική συμπεριφορά.

Όπως αναφέραμε στο πρώτο μέρος του αφιερώματος, η σύγκρουση στα Φώκλαντς παρήγαγε πολλά διδάγματα, τα οποία αξιοποιήθηκαν από διάφορους στρατιωτικούς οργανισμούς. Συνέβαλαν στην αναθεώρηση στρατιωτικών δογμάτων, αλλά και στην εξέλιξη οπλικών συστημάτων και τακτικών. Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις συγκαταλέγονται στους οργανισμούς που θα όφειλαν να μελετήσουν περισσότερο τη σύγκρουση στον Νότιο Ατλαντικό. Η πολεμική αναμέτρηση διεξήχθη κυρίως σε αεροναυτικό περιβάλλον, το οποίο, τηρουμένων των αναλογιών, προσεγγίζει εκείνο του Αιγαίου. Επομένως, η ελληνική αμυντική μηχανή θα μπορούσε να αξιοποιήσει αντίστοιχα τα διδάγματα, επιλέγοντας όσα έχουν ουσιαστικό ενδιαφέρον για την ίδια.

Αν θέσουμε το ζήτημα πιο συγκεκριμένα και επισημάνουμε ορισμένα συμπεράσματα που μπορούν να μετατραπούν σε πρακτικές εφαρμογές για τον ελληνικό αμυντικό μηχανισμό, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η μάχη του πεζικού, που έχει παραμεληθεί, χρειάζεται να επιστρέψει συστηματικά στο πρόγραμμα εκπαίδευσης του Ε.Σ. Λογχομαχία, ρίψη χειροβομβίδας, επιχειρήσεις μικρών κλιμακίων, συνεργασία με ομαδικά όπλα και διαδικασίες κλήσης πυρών πυροβολικού πρέπει να εξασκούνται τακτικά. Εξίσου απαραίτητη είναι η απαιτητική σωματική βελτίωση, μαζί με αλλαγή της καθημερινής νοοτροπίας στις μονάδες: άχρηστες αγγαρείες πρέπει να περιοριστούν και οι υπηρεσίες να μειωθούν στα απολύτως αναγκαία, ώστε οι στρατιώτες να φτάνουν ξεκούραστοι στην εκπαίδευση. Ο πόλεμος των Φώκλαντς έδειξε πως, παρά την πρόοδο της τεχνολογίας, το πεζικό σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος της μάχης και οι απαιτήσεις από τον απλό μαχητή παραμένουν υψηλές, αντίθετα με όσα συχνά πιστεύεται.

Ο στρατιώτης οφείλει να μπαίνει στη μάχη έχοντας ολοκληρώσει πλήρως την εκπαίδευσή του. Όταν η εκπαίδευση είναι πλημμελής, η κακή επίδοση στη μάχη και η ήττα ακολουθούν με μαθηματική ακρίβεια. Χώρες όπως η Ελλάδα δεν έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν πλήρως επαγγελματικό στρατό, για λόγους που δεν χρειάζεται να αναλυθούν εδώ. Γι’ αυτό επιβάλλεται η θητεία να διαρκεί όσο απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζεται η παραγωγή επαρκώς εκπαιδευμένων στρατιωτών. Η ανεπαρκής εκπαίδευση και κατάρτιση των Αργεντινών κληρωτών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα που δεν πρέπει να επαναληφθεί στο απευκταίο ενδεχόμενο εμπλοκής της Ελλάδας σε πόλεμο.
Έναν συμβατικό πόλεμο υψηλής έντασης δεν μπορούν να τον κερδίσουν αυτοτελώς οι ειδικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, ο υποστηρικτικός τους ρόλος μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμος: πλήττοντας καίρια τις υποδομές και το ηθικό του εχθρού, είναι δυνατόν να τον αποσταθεροποιήσουν και να προετοιμάσουν το έδαφος για τη βέλτιστη αξιοποίηση της συμβατικής ισχύος των φίλιων δυνάμεων, αναιρώντας εν μέρει το αριθμητικό τους μειονέκτημα. Η Ελλάδα οφείλει επομένως να διαθέτει δυνάμεις ειδικών επιχειρήσεων με επαρκή αριθμητική δύναμη και ικανότητες, οι οποίες θα μπορούν να επιχειρούν σε όλο το φάσμα της σύγκρουσης.

Η άμυνα των νησιών και η διοικητική μέριμνα

Η άμυνα των νησιών, ιδιαίτερα των μεγαλύτερων, οφείλει να εγκαταλείψει την αρχή της ταυτόχρονης παρουσίας σε κάθε σημείο και να δώσει έμφαση στη δυνατότητα ταχείας ανάπτυξης και αντίδρασης μηχανοκίνητων, αεροκίνητων, ακόμη και αμφίβιων δυνάμεων. Σε ένα ιδανικό σχήμα, η άμυνα θα συνδύαζε στατική και κινητή μορφή: απλά τάγματα πεζικού θα κάλυπταν τους πιθανούς αιγιαλούς απόβασης και τους χώρους όπου θα μπορούσαν να ριφθούν ή να προσγειωθούν αεραγήματα. Παράλληλα, ταχυκίνητες μονάδες κινητής άμυνας θα τοποθετούνταν σε κρίσιμες θέσεις μέσα στην αμυντική τοποθεσία, ώστε να διεξάγουν αντεπιθέσεις. Στον χώρο γύρω από τα κύρια νησιά επιβάλλεται επίσης να βρίσκονται αεροκίνητες και αμφίβιες μονάδες, ικανές να αποκαθιστούν την εθνική κυριαρχία σε μικρονήσους και βραχονησίδες που έχει καταλάβει ο αντίπαλος.

Η έκβαση της σύγκρουσης στα Φώκλαντς, όπως αναφέρθηκε και στο πρώτο μέρος, κρίθηκε τελικά από τη σωματική εξάντληση των Αργεντινών υπερασπιστών. Η διοικητική μέριμνα επηρεάζει καθοριστικά την πορεία ενός πολέμου και κανένας στρατιωτικός οργανισμός δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Τα νησιά του Αρχιπελάγους πρέπει να είναι αυτάρκη σε μέσα και αποθέματα υποστήριξης. Παράλληλα, σε μια σχεδόν βέβαιη ανάγκη ενίσχυσης, χρειάζεται να υπάρχει ολοκληρωμένος μηχανισμός διοικητικής μέριμνας για τη στήριξή τους.

Καθοριστική για την έκβαση των επιχειρήσεων αποδείχθηκε η αεροπορική ισχύς στον πόλεμο των Φώκλαντς. Χωρίς να εξασφαλίσουν οι Βρετανοί αεροπορική υπεροχή, η ανακατάληψη των νησιών δεν θα μπορούσε να γίνει· παράλληλα, η δράση της παρωχημένης τεχνολογικά αργεντινής αεροπορίας, μακριά από τις βάσεις της, έθεσε σε σοβαρό κίνδυνο ολόκληρη την επιχείρηση. Η αναμέτρηση στο Αιγαίο θα κριθεί κυρίως από την αεροπορική διάσταση, κάτι που φαίνεται να έχει αντιληφθεί η ελληνική στρατιωτική ηγεσία. Γι’ αυτό προέχει να εξοπλιστεί η Πολεμική Αεροπορία με τα απαραίτητα μέσα, ώστε να μπορεί να εκπληρώσει την αποστολή της.

Ακόμη και στον σύγχρονο αεροναυτικό πόλεμο, τα συμβατικά όπλα διατηρούν την αποτελεσματικότητά τους. Οι βόμβες ελεύθερης πτώσης, οι ρουκέτες και οι περιλήπτες βομβιδίων εξακολουθούν να αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο για τα εχθρικά πλοία επιφανείας. Με αυτό το δεδομένο, θα έπρεπε να επανεξεταστεί η απόσυρση των A-7 Corsair II της Πολεμικής Αεροπορίας από την ενεργό υπηρεσία.
Στη σύγκρουση, το ναυτικό της Αργεντινής κράτησε κατά κανόνα παθητική στάση και συμμετείχε ελάχιστα, με λίγες εξαιρέσεις. Δεν αναμένεται το Πολεμικό Ναυτικό της Ελλάδας να ακολουθήσει ανάλογη τακτική: θα εμπλακεί ενεργά σε οποιαδήποτε σύγκρουση στο Αιγαίο και πέρα από αυτό. Η δράση του πρέπει να είναι επιθετική και τολμηρή, με αποδοχή του ενδεχομένου να υποστεί απώλειες από τον εχθρό. Οι απώλειες, ωστόσο, δεν πρέπει να οδηγήσουν σε αδράνεια, αποφυγή ευθυνών ή αποχώρηση από τις επιχειρήσεις. Όπως είχε πει και ο Ναύαρχος Κουντουριώτης “δεν έχομεν ναυτικόν αν δεν δεχτούμε πως τα πολεμικά πλοία υπάρχουν για να διακινδυνεύουν και στην ανάγκη να καταβυθίζονται”.

Τα βασικά διδάγματα και συμπεράσματα από εκείνη τη σύγκρουση μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

1) Η σύγκρουση αυτή αποτέλεσε ουσιαστικά τον τελευταίο πόλεμο πεζικού και ανέδειξε τα γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν αυτό το είδος πολέμου. Ξεχώρισαν η σημασία της ατομικής και συλλογικής εκπαίδευσης, η ανάγκη αυστηρής επιλογής του προσωπικού και η ευρηματική αξιοποίηση των ομαδικών όπλων υποστήριξης.

2) Η έλλειψη κατάλληλων μέσων αεροκίνησης επιβράδυνε τη βρετανική προέλαση προς το Πορτ Στάνλεϋ, καθώς βυθίστηκε το πλοίο που μετέφερε τα ελικόπτερα για τις σχετικές επιχειρήσεις. Παράλληλα, η απουσία ανάλογων μέσων από την αργεντινή πλευρά αποτέλεσε βασικό μειονέκτημα της άμυνάς της: οι δυνάμεις της καθηλώθηκαν σε στατικές θέσεις και δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν στις μεταβαλλόμενες συνθήκες που διαμόρφωναν οι Βρετανοί.

3) Για άλλη μια φορά αναδείχθηκε η υπεροχή ενός επαγγελματικού στρατού απέναντι σε δυνάμεις που αποτελούνται από κληρωτούς χαμηλού επιπέδου. Αν, πάντως, οι Αργεντινοί είχαν στη διάθεσή τους κληρωτούς με καλύτερη εκπαίδευση, αντί για απλώς κληρωτούς, η έκβαση του πολέμου ίσως να ήταν διαφορετική.

4) Η σύγκρουση ανέδειξε εκ νέου τη σημασία των ειδικών επιχειρήσεων, είτε επρόκειτο για ειδική αναγνώριση είτε για αποστολές άμεσης δράσης. Συνολικά, οι βρετανικές ειδικές δυνάμεις έδειξαν ότι μπορούσαν να μεταφέρουν τη σύγκρουση στο «γήπεδο» του αντιπάλου, κλονίζοντας το αίσθημα ασφάλειάς του και δημιουργώντας του σοβαρά προβλήματα.

5) Η ανακατάληψη των Φώκλαντ δεν θα ήταν εφικτή χωρίς την κινητοποίηση ενός εκτεταμένου μηχανισμού διοικητικής μέριμνας. Από τη μεταφορά στρατευμάτων μέχρι την παροχή συσσιτίου, όλα γίνονταν διά θαλάσσης, με τη συνδρομή του μεγάλου δικτύου εφοδιαστικής υποστήριξης των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων, κυρίως του ναυτικού και των επιταγμένων εμπορικών πλοίων. Στον αντίποδα, οι αργεντινές δυνάμεις στα νησιά δεν διέθεταν αντίστοιχο δίκτυο και, μετά τον αποκλεισμό τους, αφέθηκαν ουσιαστικά στην τύχη τους· εξαντλήθηκαν και τελικά ηττήθηκαν. Παρά τις δυσκολίες αυτές, προκάλεσαν σημαντικά προβλήματα και απώλειες στους Βρετανούς. Μάλιστα, σύμφωνα με την παραδοχή των τελευταίων, αν οι συγκρούσεις κρατούσαν λίγο ακόμη, θα αναγκάζονταν να διακόψουν τις επιχειρήσεις, καθώς τους έλειπαν βασικά εφόδια και πλησίαζε ο χειμώνας.

Το μάθημα αυτό αναδείχθηκε και στον πόλεμο των Φώκλαντς: η πολεμική αεροπορία αποτελεί σοβαρή απειλή για τις ναυτικές δυνάμεις. Παρότι η Αργεντινή επιχειρούσε με μαχητικά παλαιότερης τεχνολογίας και από βάσεις που βρίσκονταν μακριά, κατάφερε να πλήξει καίρια τους Βρετανούς, βυθίζοντας ή αχρηστεύοντας αρκετά πολεμικά πλοία. Οι συνέπειες για τη βρετανική επιχείρηση θα μπορούσαν πιθανότατα να είναι καταστροφικές, αν δεν υπήρχαν τόσο πολλά προβλήματα με την όπλιση των αργεντινών βομβών και τα περιστατικά που δεν εξερράγησαν, αλλά και αν η αεροπορία της Αργεντινής είχε στη διάθεσή της περισσότερους πυραύλους AM-39 Exocet. Παράλληλα, έγινε σαφές πως ακόμη και όπλα παλαιότερης σχεδίασης, όπως οι απλές βόμβες ελεύθερης πτώσης και οι ρουκέτες, μπορούν να αποδειχθούν επικίνδυνα στον σύγχρονο αεροναυτικό πόλεμο. Επισημάνθηκε, τέλος, η ανάγκη ύπαρξης ενεργών συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας, καθώς η παθητική προστασία αποδείχθηκε ανεπαρκής σε αρκετές περιπτώσεις.

Τα βρετανικά Sea Harrier σημείωσαν επίσης επιτυχίες, υπερισχύοντας στις αερομαχίες με την αργεντινή αεροπορία. Αξιοποίησαν τόσο τα πλεονεκτήματα της σχεδίασής τους —την αυξημένη ευελιξία χάρη στη δυνατότητα σύντομης απογείωσης και κάθετης προσγείωσης— όσο και τον εξοπλισμό τους, μεταξύ άλλων τους πυραύλους AIM-9L «ολικής θέασης», καθώς και την υποστήριξη από σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου. Στην έκβαση συνέβαλαν και οι λανθασμένες τακτικές των Αργεντινών: αντί να επιχειρήσουν να υπερφορτώσουν την άμυνα με μεγάλους σχηματισμούς αεροσκαφών, έστελναν μικρότερες, μεμονωμένες δυνάμεις εναντίον των στόχων. Οι επιχειρήσεις ανέδειξαν ακόμη τη σημασία των σύγχρονων συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου, τα οποία έλειπαν από την αργεντινή πλευρά, με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι απώλειές της. Καθοριστική αποδείχθηκε και η υποδομή για τις αεροπορικές επιχειρήσεις. Η Αργεντινή αναγκαζόταν να απογειώνει τα αεροσκάφη της από βάσεις στην ηπειρωτική χώρα, αφού ο μοναδικός διάδρομος στο Πορτ Στάνλεϊ είχε καταστραφεί από βρετανική επιδρομή με αεροσκάφος Vulcan. Εάν οι Αργεντινοί μπορούσαν να επισκευάσουν τον διάδρομο και να επιχειρούν από τα Φώκλαντ, οι αεροπορικές επιχειρήσεις θα είχαν εντελώς διαφορετική διάσταση.

Μια λιγότερο γνωστή πλευρά του πολέμου ήταν η δράση των μυστικών υπηρεσιών. Στις βρετανικές υπηρεσίες αποδίδεται η παρεμπόδιση της προμήθειας επιπλέον αεροεκτοξευόμενων πυραύλων Exocet από την αργεντινή πλευρά, καθώς, για ακόμη μία φορά, «έσωσαν την παρτίδα» για λογαριασμό του Στέμματος. Είναι προφανές ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις εάν έστω και ένας μικρός αριθμός πυραύλων έφτανε στα χέρια των Αργεντινών· το ενδεχόμενο αυτό αναγνωρίζεται και από τις δύο πλευρές.

Η βύθιση του καταδρομικού General Belgrano επηρέασε ουσιαστικά τις επιχειρήσεις, καθώς οδήγησε το ναυτικό της Αργεντινής σε αμυντική στάση και στην πράξη το απέσυρε από τη μάχη. Παρότι είχε καταρτίσει σχέδιο επίθεσης εναντίον του βρετανικού στόλου, δεν το υλοποίησε, εξαιτίας ενός συνδυασμού φόβου και κακοτυχίας. Το γεγονός επιβεβαίωσε για άλλη μία φορά ότι τα διαθέσιμα μέσα χρειάζεται να χρησιμοποιούνται με αποφασιστικότητα, ώστε να επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος σκοπός.

Τα παραπάνω αποτελούν ορισμένα μόνο από τα διδάγματα του πολέμου των Φώκλαντς, τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν για την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων σε εθνικό επίπεδο. Υπάρχουν, ασφαλώς, και άλλα· εδώ έγινε μια σύντομη παρουσίαση, με στόχο να φωτιστούν πτυχές που ενδέχεται να έχουν ενδιαφέρον. Οι Έλληνες επιτελείς έχουν αναμφίβολα τις δυνατότητες να μελετήσουν σε βάθος εκείνη τη σύγκρουση, αλλά και άλλους πολέμους με ελληνικό ενδιαφέρον, να καταλήξουν στα κατάλληλα συμπεράσματα και να τα εντάξουν στον ελληνικό αμυντικό σχεδιασμό.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο ΔΕΔΟΜΕΝΟ.

ΣΧΟΛΙΑ

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *.

Πόλεμος των Φώκλαντς: Συμπεράσματα και διδάγματα για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις