Πλοίο της Κερύνειας: Ένα αμύγδαλο έλυσε το αίνιγμα 60 ετών για το πότε χάθηκε
Η ραδιοχρονολόγηση αμυγδάλων και οστού προβάτου τοποθέτησε τη βύθιση μεταξύ 286 και 272 π.Χ. και οδήγησε σε αναθεώρηση της διεθνούς καμπύλης βαθμονόμησης του ραδιοάνθρακα

Το περίφημο ελληνιστικό πλοίο της Κερύνειας, ένα από τα πιο γνωστά ναυάγια της αρχαιότητας, ανακαλύφθηκε το 1965 στα ανοιχτά της Κύπρου και αποκάλυψε τελικά πότε ακριβώς χάθηκε.
Παρότι το σκάφος ανασκάφηκε, ανασυντέθηκε και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πιστά αντίγραφά του, το πότε πραγματοποίησε το τελευταίο του ταξίδι παρέμενε άγνωστο και ανεξήγητο για σχεδόν 60 χρόνια.
Το στοιχείο που έδωσε την απάντηση δεν ήταν κάποιο νόμισμα ή ένας χρυσός θησαυρός, αλλά χιλιάδες πράσινα, φρέσκα αμύγδαλα, που είχαν παραμείνει ανέπαφα μέσα στους αμφορείς του φορτίου. Ερευνητές του Πανεπιστημίου Κορνέλ, υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Στουρτ Μάνινγκ, χρονολόγησαν τη βύθιση μεταξύ 286 και 272 π.Χ. Η μελέτη εξηγεί την αντιμετώπιση του σημαντικού προβλήματος που προκαλούσε η χημική μόλυνση του ξύλου.
Κατά τον 20ό αιώνα, τα ξύλινα τμήματα που διασώθηκαν είχαν υποστεί συντήρηση με πολυαιθυλενογλυκόλη, πετρελαϊκό παράγωγο που επηρέαζε τα αποτελέσματα των μετρήσεων άνθρακα 14. Σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Γκρόνινγκεν, οι επιστήμονες δημιούργησαν μια καινοτόμο τεχνική καθαρισμού, με την οποία αφαίρεσαν το συνθετικό υλικό σε ποσοστό 99,9%.
Καθοριστική για την έρευνα αποδείχθηκε η εξέταση οργανικών καταλοίπων με σύντομη διάρκεια ζωής, τα οποία είχε το πλοίο στο φορτίο του. Χιλιάδες αμύγδαλα και ένα οστό από τον αστράγαλο προβάτου, χωρίς χημική επεξεργασία συντήρησης, έδωσαν το πιο καθαρό δείγμα για ραδιοχρονολόγηση. Αξιοποιώντας στατιστικά αυτά τα ευρήματα μαζί με τις μετρήσεις των δακτυλίων των δέντρων, η ομάδα περιόρισε το περιθώριο σφάλματος και κατέληξε ότι το ναυάγιο βυθίστηκε αρκετά χρόνια αργότερα από όσο υπολόγιζαν αρχικά.
Η σημασία της ανακάλυψης δεν περιορίζεται στην κυπριακή και ελληνιστική αρχαιολογία: οδήγησε σε αναθεώρηση της διεθνούς καμπύλης βαθμονόμησης του ραδιοάνθρακα για τα έτη 350 έως 250 π.Χ. Οι επιστήμονες εντόπισαν ότι οι προηγούμενες εκτιμήσεις στηρίζονταν σε μετρήσεις από τις δεκαετίες του 1980 και του 1990. Έτσι, η νέα μελέτη παρέχει ένα πολύ πιο ακριβές μέσο χρονολόγησης για τις μελλοντικές αρχαιολογικές έρευνες σε ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.





































// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.