ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ

Ερωτήσεις με ζυγαριά: ποιος ρωτά πρώτος τον Μητσοτάκη στη ΔΕΘ

Η κυριακάτικη συνέντευξη Τύπου του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ έχει μετατραπεί σε θεσμοθετημένη τελετουργία: πολλοί δημοσιογράφοι, πολλές κάμερες, αρκετές θεματικές, ακόμα περισσότερες απαντήσεις. Αυτό που λείπει είναι η ουσία της δουλειάς, δηλαδή η πίεση. Δεν χρειάζεται κανείς να γνωρίζει εκ των προτέρων τις ερωτήσεις για να καταλάβει το πρόβλημα· αρκεί να ξέρει ποιος θα μιλήσει, τι θέμα θα θίξει και πόσο περιορισμένο είναι το περιθώριο για ουσιαστικό follow-up. Έτσι η συνέντευξη γίνεται πολιτικό θέαμα με δημοσιογραφικό περίβλημα, όπου ο Κυριάκος Μητσοτάκης απολαμβάνει τη σκηνοθεσία και τον ελεγχόμενο ρυθμό, ενώ το ερώτημα αν αυτή η φόρμα εξυπηρετεί τον πολίτη ή μόνο το Μαξίμου μένει αναπάντητο.

Ποιος ρωτά και πότε

Η ουσία της δημοσιογραφίας δεν κρίνεται στην πρώτη ερώτηση αλλά στη δεύτερη, εκεί που φαίνεται αν υπάρχει πραγματικός αντίλογος ή απλώς οργανωμένη διαδοχή ερωτήσεων και κυβερνητικών απαντήσεων. Χωρίς κραυγές και χωρίς ανάγκη για «συνεννοήσεις», αρκεί μια διαδικασία με επιλεγμένους ερωτώντες, αποκλεισμένα «ενοχλητικά» μέσα και ανύπαρκτη δυνατότητα επίμονης επανερώτησης για να αδυνατίσει ο έλεγχος της εξουσίας, ακόμη κι αν οι πρώτες ερωτήσεις ακούγονται σοβαρές.

Στην πράξη, η σειρά προτεραιότητας μίλησε από μόνη της. Ο δημοσιογράφος Χρήστος Αβραμίδης κατέγραψε ζωντανά τη διαδικασία, σχολιάζοντας πως ενδεχομένως δεν θα λάβει καθόλου τον λόγο, ενώ σημείωσε ειρωνικά ότι μιλούν σιγανά «όχι γιατί φοβόμαστε, όπως ο Πλεύρης στα Εξάρχεια».

Η ερώτηση που ετοίμαζε αφορούσε την παραπομπή της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα περιορισμένα δικαιώματα αναπληρωτών εκπαιδευτικών, με έμφαση στην περίπτωση αναπληρώτριας που δεν δικαιούται εννιάμηνη άδεια. Στο υστερόγραφό του κατέγραψε και τα πρώτα μέσα που έλαβαν τον λόγο: Voria, Πρώτο Θέμα, Καθημερινή, ΣΚΑΪ, ΑΝΤ1.

Μισαλλοδοξία ή σύμπτωση

Πιο αιχμηρός στάθηκε ο δημοσιογράφος Στάθης Σταυρόπουλος, ο οποίος κατήγγειλε ανοιχτά τη λογική διανομής των ερωτήσεων.

Το συμπέρασμά του ήταν κατηγορηματικό: μισαλλοδοξία και φόβος απέναντι σε συγκεκριμένα μέσα, με αναφορά και σε κυβέρνηση που «φλερτάρει με το τυραννεύειν». Ανεξάρτητα από τον βαθμό υπερβολής της διατύπωσης, η καταγραφή των χρόνων αναμονής -δύο ώρες για την Εφημερίδα των Συντακτών, δυόμισι για τον Ριζοσπάστη, καθόλου για άλλα έντυπα- λειτουργεί ως ενδεικτικό δείγμα της ιεράρχησης.

Το συμπέρασμα είναι απλό: όσο περισσότερο μια πολιτική ηγεσία ελέγχει την επικοινωνία της, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση της δημοσιογραφίας να μην αρκείται στον ρόλο του ευγενικού οικοδεσπότη. Αλλιώς, καλύτερα να καταργηθεί η παράσταση, να στέλνουν οι δημοσιογράφοι τις ερωτήσεις τους στο Μαξίμου και να έρχονται οι απαντήσεις με δελτίο Τύπου. Θα λείπει κάτι μικρό: η δημοσιογραφία.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο ΔΕΔΟΜΕΝΟ.

ΣΧΟΛΙΑ

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *.

Ερωτήσεις με ζυγαριά: ποιος ρωτά πρώτος τον Μητσοτάκη στη ΔΕΘ