Πιερρακάκης: Ένα κράτος που λειτουργεί αποτελεσματικά είναι το καλύτερο επενδυτικό κίνητρο
Στο δείπνο του Ελληνοβρετανικού Επιμελητηρίου, ο υπουργός αναφέρθηκε σε ευκαιρίες συνεργασίας σε ενέργεια, εκπαίδευση, τουρισμό και ναυτιλία, ενώ χαιρέτισε την πρόθεση του Λονδίνου για στενότερους δεσμούς με την Ευρωπαϊκή Ένωση

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι «Το καλύτερο επενδυτικό κίνητρο είναι ένα κράτος που λειτουργεί αποτελεσματικά». Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup μίλησε στο ετήσιο δείπνο «Back-to-Business Dinner 2026» του Ελληνοβρετανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου.
Παράλληλα, ανέφερε: «Χαιρετίζουμε την πρόθεση της βρετανικής κυβέρνησης να επιδιώξει στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση». Ο υπουργός αναφέρθηκε αναλυτικά στη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος και στην ισχυρή και διεθνοποιημένη ελληνική οικονομία. Για τον τουρισμό σημείωσε ότι «η επόμενη ημέρα του ελληνικού τουρισμού δεν αφορά μόνο στην αύξηση των αφίξεων. Αφορά, με οικονομικούς όρους, στην προσέλκυση επενδύσεων σε υποδομές και σε σύγχρονες υπηρεσίες φιλοξενίας».
Όπως είπε ακόμη, τα δημόσια πανεπιστήμια στην Ελλάδα προσφέρουν ολοένα περισσότερα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα στην αγγλική γλώσσα. Πρόσθεσε ότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις ώστε η χώρα να αναδειχθεί σε ιδιαίτερα δυναμικό διεθνή κόμβο περιφερειακής εκπαίδευσης.
Σύμφωνα με τον υπουργό, η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει στρατηγική θέση στον ενεργειακό χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Νέες προοπτικές ανοίγουν η ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις, οι μονάδες αποθήκευσης και οι υποδομές φυσικού αερίου. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει σημαντική τεχνογνωσία στον τομέα, γεγονός που μπορεί να καταστήσει τη συνεργασία επωφελή και για τις δύο πλευρές. Αντίστοιχες δυνατότητες υπάρχουν και στη ναυτιλία: η θάλασσα υπήρξε για τις δύο χώρες πεδίο οικονομικής επέκτασης, ενώ είναι γνωστοί οι πολυγενεακοί δεσμοί ανάμεσα στην ελληνική πλοιοκτησία και το ναυτιλιακό οικοσύστημα του Λονδίνου.
Η ομιλία του Πιερρακάκη στο σύνολό της
«Εξοχότατε, αξιότιμα μέλη του Ελληνοβρετανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, κυρίες και κύριοι,
Θα ήθελα πρώτα να καλωσορίσω θερμά τον νέο πρέσβη του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ελλάδα, Stephen Lillie CMG, και να του ευχηθώ επιτυχία στα καθήκοντά του. Η σημαντική διπλωματική του πορεία, με σταθμό και την Κύπρο, του έχει προσφέρει πολύτιμη εμπειρία και ουσιαστική γνώση της περιοχής μας.
Οι σχέσεις Ελλάδας και Βρετανίας δεν περιορίζονται στην κοινή ιστορία φιλίας. Συνδέονται με την άμυνα, την παιδεία, την επιστήμη, τη ναυτιλία, το εμπόριο και τον πολιτισμό, ενώ στηρίζονται σε κοινές αξίες και μακροχρόνια στρατηγικά συμφέροντα. Η ιστορική διαδρομή, ωστόσο, δεν αρκεί για να διαμορφώσει το μέλλον· χρειάζονται πολιτική βούληση και αποφασιστικές πρωτοβουλίες. Στόχος μας πρέπει να είναι η μετεξέλιξη της μακράς συνεργασίας σε ισχυρότερη στρατηγική οικονομική εταιρική σχέση για τις επόμενες δεκαετίες.
Μέσα σε συνθήκες γεωπολιτικής αβεβαιότητας και αυξανόμενου ανταγωνισμού, καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει μόνη. Ούτε μπορεί ένα κράτος να σχεδιάσει το μέλλον του στηριζόμενο μόνο στα πλεονεκτήματα που κληρονόμησε από το παρελθόν. Χρειάζεται να φιλοδοξούμε να δημιουργήσουμε νέα.
Κυρίες και κύριοι,
Σε μεγάλο βαθμό, εμείς διαμορφώνουμε τις ευκαιρίες της ζωής, είτε ως άτομα είτε ως κρατικές οντότητες. Πριν από περίπου δέκα χρόνια η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης, ενώ σήμερα αναγνωρίζεται ευρέως ως μία από τις πιο επιτυχημένες επιστροφές στην ιστορία. Η αλλαγή αυτή δεν ήρθε τυχαία ούτε αυτόματα: η Ελλάδα έδειξε ότι η δημοσιονομική υπευθυνότητα μπορεί να συμβαδίζει με την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική πρόοδο.
Πρόκειται για επιτεύγματα που δικαιολογημένα μας κάνουν υπερήφανους. Ωστόσο, στην επόμενη περίοδο της οικονομικής πολιτικής δεν αρκεί να ανακτήσουμε απλώς όσα χάθηκαν στην κρίση, ακόμη και με διαφορετικό τρόπο. Χρειάζεται να διαμορφώσουμε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο. Η Βρετανία μπορεί να αποτελέσει πολύ σημαντικό εταίρο σε αυτή την προσπάθεια, καθώς οι δύο οικονομίες έχουν ουσιαστικές συμπληρωματικότητες.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκονται ένα από τα κορυφαία διεθνή χρηματοοικονομικά κέντρα, πανεπιστήμια υψηλού κύρους, προηγμένη επιστημονική έρευνα και σημαντική εμπειρία στη χρηματοδότηση της καινοτομίας. Από την πλευρά της, η Ελλάδα διαθέτει πλέον σταθερό τραπεζικό σύστημα και οικονομία που έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, καθώς και ένα πολύ ισχυρό νόμισμα. Στα πλεονεκτήματά της περιλαμβάνονται ακόμη η στρατηγική γεωγραφική θέση, ο σημαντικότερος ναυτιλιακός στόλος παγκοσμίως, δυναμικοί τομείς στον τουρισμό, την ενέργεια και τις υπηρεσίες και ανθρώπινο δυναμικό υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου.
Αξίζει να αναφέρω ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα που φανερώνουν βαθύτερη αλλαγή: η METLEN, η Energean, η PeopleCert, ο Όμιλος Viohalco και η ΚΡΙ-ΚΡΙ είναι ελληνικές επιχειρήσεις με ενισχυμένη δραστηριότητα στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες επιδιώκουν θέση και στη διεθνή αγορά. Αυτό είναι ένα από τα βασικά γνωρίσματα μιας ώριμης οικονομίας με εξωστρεφή προσανατολισμό.
Η ελληνική οικονομία έχει ενισχύσει τη διεθνή της παρουσία και σε θεσμικό επίπεδο. Με την ένταξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών στη Euronext διαμορφώνονται οι όροι για αυξημένη προβολή των ελληνικών εταιρειών και ευκολότερη πρόσβαση σε επενδυτικά κεφάλαια. Από τον περασμένο Ιούνιο, μεγάλες ναυτιλιακές επιχειρήσεις εισέρχονται ήδη στην Euronext Athens, καταδεικνύοντας τη δυναμική που έχει αναπτυχθεί. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί επιπλέον δυνατότητες συνεργασίας στις ελληνοβρετανικές οικονομικές σχέσεις, αφού μια πιο συνδεδεμένη ελληνική κεφαλαιαγορά μπορεί, όπως είναι φυσικό, να προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες στους επενδυτές από τη Βρετανία.
Παραμένει, παράλληλα, ισχυρή η επιχειρηματική παρουσία της Βρετανίας στην Ελλάδα. Με επενδυτικές ροές ύψους 5,3 δισ. ευρώ, το Ηνωμένο Βασίλειο βρέθηκε το 2025 στην πρώτη θέση μεταξύ των ξένων επενδυτών στη χώρα. Επιχειρήσεις από τη Βρετανία έχουν δραστηριότητα σε πολλούς κλάδους, όπως οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, οι τηλεπικοινωνίες, η ενέργεια, ο τουρισμός, η υγεία και η αγορά ακινήτων.
Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται, επίσης, έντονο ενδιαφέρον από βρετανικά επενδυτικά κεφάλαια για την ελληνική μη κρατική εκπαίδευση, τόσο στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια όσο και, πλέον, στην τριτοβάθμια βαθμίδα. Πρόκειται για έναν χώρο στον οποίο, θα τολμούσα να πω, καθυστερήσαμε για πολλές δεκαετίες, αλλά πλέον ξεπεράσαμε και αποκαταστήσαμε αυτή την ιστορική εκπαιδευτική ανορθογραφία.
Αξίζει να σταθούμε σε αυτή τη μεγάλη μεταβολή, που κατά τη γνώμη μου συνιστά αλλαγή παραδείγματος: ενώ επί δεκαετίες η Ελλάδα «εξήγαγε» κάθε χρόνο χιλιάδες φοιτητές στο Ηνωμένο Βασίλειο, σήμερα μεγάλα πανεπιστήμια της χώρας αυτής επιδιώκουν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Για ποιον λόγο επιλέγουν τη χώρα μας; Επειδή, μαζί με τα δημόσια ελληνικά πανεπιστήμια, τα οποία προσφέρουν ολοένα περισσότερα αγγλόφωνα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα, διαθέτει όλα τα εφόδια για να γίνει δυναμικός διεθνής περιφερειακός εκπαιδευτικός κόμβος. Έτσι, ανοίγονται σημαντικές δυνατότητες συνεργασίας ανάμεσα στα πανεπιστήμιά μας. Και δεν πρόκειται απλώς για μία ακόμη επένδυση, αλλά για έναν κλάδο που συνδέεται με το σημαντικότερο συστατικό της οικονομικής ανάπτυξης: το ανθρώπινο κεφάλαιο.
Στις ελληνοβρετανικές οικονομικές σχέσεις, φυσικά, έχει κεντρική θέση και ο τουρισμός, μία από τις σημαντικότερες ανθρώπινες γέφυρες των δύο χωρών. Τα στοιχεία του 2025 δείχνουν άνοδο 18,41% στις εισπράξεις από επισκέπτες που προέρχονται από το Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες έφτασαν τα 3,7 δισεκατομμύρια ευρώ. Την ίδια χρονιά, οι αφίξεις επισκεπτών από το Ηνωμένο Βασίλειο διαμορφώθηκαν σε περίπου 4,9 εκατομμύρια. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι πλέον η δεύτερη μεγαλύτερη αγορά προέλευσης τουριστών για την Ελλάδα, λίγο πίσω από τη Γερμανία. Η προοπτική του ελληνικού τουρισμού, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην αύξηση των αφίξεων: με οικονομικούς όρους, περιλαμβάνει και την προσέλκυση επενδύσεων σε υποδομές και σύγχρονες υπηρεσίες φιλοξενίας.
Χρειάζεται, όμως, να γίνει σαφές ότι οι επενδύσεις δεν προσελκύονται μόνο με φορολογικά κίνητρα· καθοριστική είναι πρώτα απ’ όλα η εμπιστοσύνη στην οικονομία και στους θεσμούς. Οι επενδυτές θέλουν δημόσια διοίκηση που αποδίδει αποτελεσματικά και φορολογικό σύστημα με διαφάνεια. Σε αυτό το πλαίσιο, οι μεταρρυθμίσεις που προώθησαν τα τελευταία χρόνια οι κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη στη δημόσια διοίκηση, στην ψηφιοποίηση και στη φορολογική συμμόρφωση αποτελούν βασικούς πυλώνες της οικονομικής πολιτικής μας. Στην πραγματικότητα, το ισχυρότερο κίνητρο για επενδύσεις είναι ένα κράτος που λειτουργεί σωστά και αποτελεσματικά.
Η τεχνολογία αποτελεί τον επόμενο μεγάλο χώρο για συνεργασία. Συχνά αντιμετωπίζουμε την τεχνολογική επανάσταση σαν ένα ακόμη στάδιο οικονομικής αλλαγής. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, όμως, δεν είναι απλώς μια καινούργια τεχνολογία: ήδη αλλάζει και πρόκειται να μεταμορφώσει δραστικά τα πάντα.
Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει κάνει ένα τεράστιο βήμα στον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους, κάτι που, τολμώ να πω, έχει αναγνωριστεί διεθνώς και επηρεάζει κάθε τομέα. Αυτό φάνηκε τόσο στη διαχείριση των εμβολιασμών κατά την πανδημία όσο και στη δημιουργία πλεονασμάτων στη φορολογική διοίκηση, μέσω της ψηφιοποίησης της οικονομίας και της σύνδεσης των ΜμΕ με απλές τεχνολογίες. Για εμάς, η εμπειρία του gov.gr υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική. Παρεμπιπτόντως, αποτέλεσε και εγχείρημα συνεργασίας με το Ηνωμένο Βασίλειο: αν θυμάμαι σωστά, το gov.uk, που αποτέλεσε την έμπνευσή μας, δημιουργήθηκε το 2011.
Η δομή και το ανθρώπινο δυναμικό του gov.uk συνέβαλαν στην εκπαίδευση των στελεχών μας στο υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, όταν κάναμε τα πρώτα μας βήματα. Θυμάμαι ιδιαίτερα τον Μάικ Μπράκεν και τον Τομ Λούσμορ, σημαντικές προσωπικότητες στον τομέα της τεχνολογίας. Σήμερα, κύριε πρέσβη, αν τους ρωτήσετε, πιστεύουν ότι αξιοποιήσαμε αυτό το εξαιρετικό πρότυπο και το εξελίξαμε ακόμη περισσότερο, εξαιτίας και των προκλήσεων της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Πλέον προσφέρονται ψηφιακά περίπου 2.500 υπηρεσίες, ενώ το gov.gr συγκαταλέγεται στις δημοφιλέστερες μεταρρυθμίσεις στην ιστορία της χώρας.
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αντλεί κανείς γνώση από πρακτικές που αποδίδουν στην πράξη, παρότι στην πολιτική, όπως θα έλεγα απλά, δεν γίνεται αντιγραφή και επικόλληση. Με την τότε ιδιότητά μου συνήθιζα να παρομοιάζω τις μεταρρυθμίσεις με μεταμοσχεύσεις: χρειάζεται να ταιριάζουν ο δότης και ο δέκτης. Στη δική μας περίπτωση, το gov.uk ήταν εξαιρετικά συμβατό και έτσι αποκομίσαμε πολλά. Το δίδαγμα που προέκυψε δεν αφορά μόνο την τεχνολογία, αλλά έχει και βαθιά πολιτική διάσταση. Ο συνδυασμός πολιτικής βούλησης, τεχνογνωσίας και πραγματικής πρόθεσης για διοικητικές αλλαγές μπορεί να φέρει σημαντικά αποτελέσματα.
Μέσα στη μεγάλη τεχνολογική μετάβαση, η οποία θα εξελίσσεται σε πολλά στάδια και κύματα με ολοένα ταχύτερο ρυθμό, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ισχυρά πανεπιστήμια και ένα δυναμικό επιχειρηματικό οικοσύστημα στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης. Οι ελληνικές και βρετανικές επιχειρήσεις, συνεργαζόμενες, μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην προσπάθεια να διαχειριστούμε και να αξιοποιήσουμε αυτή τη μεγάλη αλλαγή. Οι νέες τεχνολογίες προσφέρουν σημαντικές δυνατότητες, μεταξύ άλλων για την ενίσχυση της παραγωγικότητας της οικονομίας μας, που αποτελεί το επόμενο μεγάλο στοίχημα.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο «Δαίδαλος», ο νέος εθνικός υπερυπολογιστής της Ελλάδας. Ο σχεδιασμός του ξεκίνησε όταν βρισκόμουν στο υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και πρόσφατα εγκαινιάστηκε στο Λαύριο από τον πρωθυπουργό. Είναι μία από τις πλέον προηγμένες υπολογιστικές υποδομές της Ευρώπης και βρίσκεται στον πυρήνα του ελληνικού «εργοστασίου» Τεχνητής Νοημοσύνης (AIFactoryPHAROS), με προορισμό την εκπαίδευση σύνθετων μοντέλων AI. Ερευνητές, πανεπιστήμια, νεοφυείς επιχειρήσεις και μικρομεσαίες εταιρείες θα έχουν κατά κύριο λόγο δωρεάν πρόσβαση στον «Δαίδαλο», δίνοντας ώθηση στην καινοτομία στην Ελλάδα και την Ευρώπη.
Ζούμε σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται τόσο από μεγάλες προκλήσεις όσο και από σημαντικές ευκαιρίες. Αρκεί να δούμε την ενεργειακή ασφάλεια, η οποία έχει επανέλθει στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής. Οι εξελίξεις στη γεωπολιτική σκηνή μάς έδειξαν ξανά ότι η ενέργεια συνδέεται με την εθνική ασφάλεια, τη στρατηγική αυτονομία και την κοινωνική συνοχή.
Στον ενεργειακό χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα μπορεί να έχει στρατηγική παρουσία. Οι ανανεώσιμες πηγές, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις, οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης και οι υποδομές φυσικού αερίου ανοίγουν νέες προοπτικές. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει αξιόλογη τεχνογνωσία σε αυτούς τους τομείς και η συνεργασία των δύο χωρών μπορεί να αποφέρει οφέλη και στις δύο πλευρές.
Ανάλογες δυνατότητες υπάρχουν και στη ναυτιλία. Για τις δύο χώρες, η θάλασσα αποτέλεσε προνομιακό πεδίο οικονομικής ανάπτυξης. Είναι άλλωστε γνωστοί οι δεσμοί πολλών γενεών ανάμεσα στην ελληνική πλοιοκτησία και το ναυτιλιακό οικοσύστημα του Λονδίνου. Η διεθνής ναυτιλία, ωστόσο, βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια μεγάλη αλλαγή. Η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει το μέγεθος και την πείρα της στον κλάδο, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο έχει να προσφέρει, μεταξύ άλλων, ασφαλιστικές υπηρεσίες. Οι δύο χώρες μπορούν από κοινού να αναπτύξουν συνεργασίες διεθνούς εμβέλειας.
Ας έχουμε υπόψη ότι η Ελλάδα δεν περιορίζεται σε μια αγορά δέκα εκατομμυρίων κατοίκων: συμμετέχει στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και βρίσκεται στο γεωγραφικό σημείο συνάντησης τριών ηπείρων. Οφείλουμε να αξιοποιήσουμε τη γεωγραφική μας θέση ως πηγή παραγωγικής ισχύος. Το συζητούμε εδώ και χρόνια, όμως πλέον έχουμε αρχίσει να απελευθερώνουμε όλες τις δυνατότητές μας και βρισκόμαστε σε αυτή τη διαδρομή. Στο τέλος της, η πορεία αυτή θα έχει απολύτως επιτυχημένη έκβαση.
Κυρίες και κύριοι,
Οι κοινές εμπειρίες του παρελθόντος μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία, όμως το μέλλον διαμορφώνεται από τις επιλογές που κάνουμε σήμερα. Παράλληλα, οι σχέσεις που αντέχουν στον χρόνο χρειάζονται ανανέωση, με κοινά συμφέροντα και συνεργατικές πρωτοβουλίες. Η Ελλάδα έχει μετασχηματιστεί και είναι πλέον σε θέση να διεκδικήσει αναβαθμισμένη θέση στον ευρωπαϊκό και διεθνή οικονομικό καταμερισμό. Αυτό ακριβώς θέλουμε να επικοινωνήσουμε, ιδίως στους φίλους μας στη Βρετανία. Δεν επιδιώκουμε απλώς την εμπιστοσύνη για όσα έχουμε ήδη καταφέρει· καλούμε τους εταίρους μας να επενδύσουν στις σημαντικές προοπτικές που έχουμε αποδείξει ότι διαθέτουμε.
Η πολιτική αποκτά πραγματική αξία όταν σχεδιάζει με το βλέμμα στο μέλλον. Η προοπτική της ευρωπαϊκής οικονομίας συνδέεται άμεσα, αλλά και έμμεσα, με τη σχέση μας με το Ηνωμένο Βασίλειο. Γι’ αυτό θα ήθελα να σας μιλήσω και ως επικεφαλής του Eurogroup. Μια ευρωζώνη που καταγράφει ανάπτυξη, επενδύει και καινοτομεί, δημιουργώντας περισσότερες ευκαιρίες για την ίδια, μπορεί να προσφέρει περισσότερες δυνατότητες και στους εταίρους της. Στους ευρωπαϊκούς θεσμούς έχουμε την ευθύνη να πετύχουμε ισορροπία ανάμεσα στη σταθερότητα και στη φιλοδοξία. Χρειάζεται, για παράδειγμα, μια καλή επιχειρηματική ιδέα —ζήτημα που συζητείται έντονα αυτή την περίοδο στα ευρωπαϊκά συμβούλια— να βρίσκει χρηματοδότηση, να αποκτά κλίμακα και να αναπτύσσεται στην Ευρώπη, ώστε στη συνέχεια να μπορεί να απευθυνθεί στις διεθνείς αγορές. Η αυτοκριτική μας είναι ότι αυτό δεν επιτυγχάνεται σήμερα στην Ευρώπη στον βαθμό που θα έπρεπε. Γι’ αυτό προωθούμε την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων: στόχος είναι οι ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις, που ξεπερνούν τα 10 τρισ. ευρώ, να κατευθυνθούν σε επενδύσεις και να απελευθερώσουν πολύ μεγαλύτερη αναπτυξιακή δυναμική. Πρόκειται για μία από τις μεταρρυθμίσεις που οφείλουμε να υλοποιήσουμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Οι εποχές είναι σύνθετες και το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από πολλαπλές πιέσεις, οι οποίες εντείνουν τις προκλήσεις. Βρισκόμαστε σε περίοδο υψηλότερων επιτοκίων και ακριβότερου δανεισμού. Η σύγκριση της Ευρωζώνης το 2016 με το 2026 δείχνει μέσο επιτόκιο 1,1% τότε, έναντι 4% σήμερα. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε πολλούς παράγοντες: στην ενεργειακή κρίση και τη γεωπολιτική αστάθεια, στα υψηλότερα δημοσιονομικά ελλείμματα, αλλά και στις αυξημένες ανάγκες για αμυντικές και επενδυτικές δαπάνες. Ρόλο έχει επίσης η γήρανση του πληθυσμού, καθώς επηρεάζει τον κοινωνικό προϋπολογισμό, όπως και η επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Τα κράτη αναζητούν κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν τα ομόλογά τους, ενώ ταυτόχρονα ανταγωνίζονται τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες για δανεισμό από τις ίδιες αγορές. Οι παράγοντες αυτοί ασκούν ανοδική πίεση στα επιτόκια και συνθέτουν μια νέα πραγματικότητα στις διεθνείς αγορές.
Η ισχυρή αναπτυξιακή ώθηση που συνδέεται με την Τεχνητή Νοημοσύνη επιφέρει ευρύτερες συνέπειες στο χρηματοοικονομικό πεδίο. Δεν πρόκειται μόνο για τεχνολογική δύναμη· η Τεχνητή Νοημοσύνη λειτουργεί, κατά μία έννοια, και ως μακροοικονομική δύναμη. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται πλήρως υπόψη σε κάθε οικονομικό σχεδιασμό.
Για την Ευρώπη, η εξέλιξη αυτή προσθέτει έναν ακόμη λόγο να προχωρήσουμε στην εμβάθυνση των κεφαλαιαγορών, ώστε, όπως ανέφερα προηγουμένως, οι αποταμιεύσεις να διοχετεύονται σε παραγωγικές επενδύσεις. Σε ευρύτερο επίπεδο, Ελλάδα και Ευρώπη έχουν ένα κοινό στοιχείο: υπάρχουν πολλές αλλαγές που δεν έχουν πραγματοποιηθεί εδώ και χρόνια. Αυτό μπορεί να αποδώσει ένα μέρισμα του «προφανούς», εφόσον η πολιτική βούληση ευθυγραμμιστεί με την οικονομική και πολιτική πραγματικότητα.
Εκτιμώ ότι η Ευρώπη βρίσκεται κοντά στην αλλαγή που περιγράφουν οι εκθέσεις Ντράγκι και Λέτα. Στην Ένωση Κεφαλαιαγορών, ειδικότερα, η πρόοδος που έχει επιτευχθεί τους τελευταίους δέκα μήνες ξεπερνά εκείνη ολόκληρης της προηγούμενης δεκαετίας. Αυτό μας δίνει λόγους να αισιοδοξούμε ότι ανάλογη πρόοδος θα καταγραφεί το επόμενο διάστημα και σε άλλους τομείς: στην Τραπεζική και την Ενεργειακή Ένωση, στην ευρωπαϊκή τεχνολογική και αμυντική πολιτική, αλλά και στη σχέση της άμυνας με την οικονομία. Παράλληλα, η στενότερη συνεργασία με το Ηνωμένο Βασίλειο, ένα από τα κορυφαία χρηματοοικονομικά κέντρα διεθνώς, μπορεί να ανοίξει δρόμους για επενδύσεις, καινοτομία και ανάπτυξη.
Το κοινό μας ζητούμενο είναι να μετατρέψουμε το διαθέσιμο κεφάλαιο σε παραγωγική δύναμη. Χρειάζεται να μπορούν οι επιχειρήσεις να αναπτύσσονται, να εξάγουν και να δημιουργούν ποιοτικές θέσεις εργασίας, ενώ οι επενδυτές να έχουν τη σταθερότητα που απαιτεί ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός. Σε αυτά τα ερωτήματα, η ελληνική και η βρετανική επιχειρηματική κοινότητα μπορούν να προσφέρουν ιδιαίτερα πρακτικές απαντήσεις. Ως επικεφαλής του Eurogroup, θεωρώ ότι μια ισχυρότερη οικονομικά Ευρώπη πρέπει να αναπτύσσει τη συνεργασία της με σημαντικούς εταίρους, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, ώστε να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της. Η πρόοδος της μίας πλευράς δημιουργεί δυνατότητες και για την άλλη.
Αγαπητοί φίλοι,
Η διεθνής συγκυρία διαμορφώνεται σήμερα από έντονη αστάθεια και αβεβαιότητα. Οι δύο συγκρούσεις που συνεχίζονται στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή έχουν αντίκτυπο στην ασφάλεια, στις ενεργειακές αγορές, στο εμπόριο και στις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Οι επιπτώσεις τους δεν περιορίζονται στις περιοχές όπου διεξάγονται, αλλά αγγίζουν πολίτες και επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, αποτελεί στρατηγική αναγκαιότητα η ενίσχυση της συνεργασίας ανάμεσα σε εταίρους με κοινές αξίες και συμφέροντα, στη βάση μιας σταθερής και αδιαπραγμάτευτης προσήλωσης στο διεθνές δίκαιο.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να ενισχύσουν τους δεσμούς τους η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο. Χαιρετίζουμε τη βούληση της βρετανικής κυβέρνησης να επιδιώξει στενότερη σχέση με την ΕΕ. Η εμβάθυνσή της μπορεί να συμβάλει στην ασφάλεια, την ανθεκτικότητα και την ευημερία σε όλη την Ευρώπη. Μας ενώνουν με αμέτρητους τρόπους η ιστορία, οι εμπορικές σχέσεις και ο πολιτισμός. Θα ήταν, το λιγότερο, αντιπαραγωγικό να θεωρήσουμε ότι μια στενή λωρίδα θάλασσας αρκεί για να μας κρατήσει χωριστά.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.