ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κυρώσεις στην Τουρκία: Ποια διεθνή όργανα μπορούν να τις επιβάλουν, από το Αιγαίο και την Κύπρο έως την Ανατολική Μεσόγειο

Η επιβολή δεσμευτικών μέτρων από τον ΟΗΕ μπορεί να μπλοκαριστεί από βέτο μόνιμου μέλους, ενώ οι κυρώσεις της ΕΕ απαιτούν κατά κανόνα ομοφωνία των κρατών-μελών

Η επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία επανέρχεται στο προσκήνιο όταν οξύνονται οι ελληνοτουρκικές εντάσεις, τίθενται υπό αμφισβήτηση κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο, αναπτύσσονται δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο ή έρχεται ξανά στο επίκεντρο το άλυτο Κυπριακό. Το βασικό ζήτημα, όμως, δεν είναι απλώς αν είναι δυνατό να επιβληθούν διεθνείς κυρώσεις στην Τουρκία, αλλά ποια όργανα έχουν αυτή την αρμοδιότητα, με ποιες προϋποθέσεις και πόσο αποτελεσματικά μπορούν να δράσουν.

Για να δοθεί απάντηση, χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τους διεθνείς οργανισμούς που επιβάλλουν δεσμευτικά περιοριστικά μέτρα από τα δικαστήρια, τα οποία κρίνουν αν υπήρξε παραβίαση του διεθνούς δικαίου, και από τα κράτη, που μπορούν να ενεργήσουν μόνα τους ή από κοινού. Η διαπίστωση μιας παράνομης πράξης σε διεθνές επίπεδο δεν οδηγεί από μόνη της στην επιβολή κυρώσεων.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και η ισχυρότερη θεσμική του αρμοδιότητα

Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών είναι το βασικό όργανο για την υιοθέτηση συλλογικών μέτρων, με σκοπό να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια.

Με βάση τα άρθρα 39 και 41 του Χάρτη του ΟΗΕ, το Συμβούλιο μπορεί να εγκρίνει μέτρα χωρίς χρήση ένοπλης βίας, αν κρίνει ότι υπάρχει απειλή ή διατάραξη της ειρήνης ή πράξη επίθεσης. Σε αυτά περιλαμβάνονται η αναστολή οικονομικών σχέσεων, οι εμπορικοί περιορισμοί και το εμπάργκο όπλων, αλλά και η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, οι ταξιδιωτικές απαγορεύσεις και η διακοπή διπλωματικών σχέσεων.

Επομένως, εφόσον πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις, το Συμβούλιο Ασφαλείας θα μπορούσε θεωρητικά να επιβάλει δεσμευτικές κυρώσεις και στην Τουρκία. Το βασικό εμπόδιο, ωστόσο, είναι πολιτικό και θεσμικό: παρότι η Τουρκία δεν έχει δικαίωμα βέτο, οποιοδήποτε από τα πέντε μόνιμα μέλη —οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο— μπορεί να μπλοκάρει μια ουσιαστική απόφαση ασκώντας το δικαίωμα αρνησικυρίας.

Έτσι, η προσφυγή στον ΟΗΕ εξακολουθεί να προσφέρει διεθνή νομιμοποίηση και διπλωματική πίεση, χωρίς όμως να διασφαλίζει ότι θα επιβληθούν κυρώσεις.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ως άμεσα αξιοποιήσιμο οικονομικό εργαλείο

Για την Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό πεδίο άσκησης πίεσης. Μέσω του θεσμικού μηχανισμού της, η ΕΕ μπορεί να θεσπίσει περιοριστικά μέτρα κατά προσώπων και επιχειρήσεων, να περιορίσει χρηματοπιστωτικές συναλλαγές ή να στοχεύσει ορισμένους οικονομικούς και τεχνολογικούς τομείς.

Μεταξύ των μέτρων που έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει το Συμβούλιο της ΕΕ είναι:

  • Η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων αξιωματούχων, άλλων φυσικών προσώπων ή εταιρειών, εφόσον πληρούν τα σχετικά κριτήρια.
  • Η απαγόρευση εισόδου συγκεκριμένων προσώπων στα κράτη-μέλη της ΕΕ.
  • Ο περιορισμός εξαγωγών στρατιωτικού υλικού και τεχνολογίας διπλής χρήσης.
  • Περιορισμοί στη χρηματοδότηση, στις επενδύσεις ή σε ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες.
  • Εμπορικοί περιορισμοί, εφόσον υπάρχει η κατάλληλη νομική βάση και τηρούνται οι διεθνείς υποχρεώσεις της Ένωσης.

Κατά κανόνα, για να εγκριθούν κυρώσεις στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής απαιτείται ομοφωνία μεταξύ των κρατών-μελών. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν έχει τη δυνατότητα να επιβάλει μέτρα μόνη της για λογαριασμό ολόκληρης της ΕΕ. Μπορεί, ωστόσο, να καταθέσει πρωτοβουλίες και συγκεκριμένες προτάσεις, επιδιώκοντας πολιτική στήριξη από ευρωπαϊκή πλειοψηφία, χωρίς να παρακάμπτεται η αναγκαία ομοφωνία.

Μια καταγγελία δεν αρκεί από μόνη της για να επιβληθούν κυρώσεις. Χρειάζονται τεκμηριωμένα περιστατικά, κατάλληλο νομικό έρεισμα και απόφαση με σαφή αιτιολόγηση.

Το Αιγαίο και η αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων

Στο Αιγαίο χρειάζεται να διαχωρίζονται οι αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και οι διπλωματικές διαφωνίες από συγκεκριμένες ενέργειες που μπορεί να παραβιάζουν διεθνείς υποχρεώσεις. Δεν συνιστούν όλες οι διαφορές αυτομάτως παράνομη συμπεριφορά, ενώ μια παράβαση δεν σημαίνει από μόνη της ότι τρίτα κράτη οφείλουν να επιβάλουν κυρώσεις.

Η Ελλάδα μπορεί να χρησιμοποιήσει διπλωματικά και νομικά εργαλεία για να συγκεντρώσει στοιχεία για περιστατικά, να τα φέρει ενώπιον των αρμόδιων οργάνων και να επιδιώξει ευρωπαϊκή αντίδραση. Αν υπάρχουν συγκεκριμένες ενέργειες που καλύπτονται από σαφώς ορισμένο καθεστώς κυρώσεων, μπορεί να ζητήσει να εξεταστούν στοχευμένα μέτρα σε βάρος των υπευθύνων.

Κρίσιμο είναι να διακρίνονται η ελληνική κυριαρχία, τα κυριαρχικά δικαιώματα και οι διαφορές σχετικά με την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Η νομική βάση και τα διαθέσιμα εργαλεία αλλάζουν ανάλογα με το αντικείμενο. Αντί για μια γενική αναφορά στην τουρκική προκλητικότητα, χρειάζεται να αποτυπώνεται με ακρίβεια κάθε περιστατικό νομικά και να συνδέεται με τις διεθνείς υποχρεώσεις που ενδέχεται να έχουν παραβιαστεί.

Το Κυπριακό και οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο

Το Κυπριακό συνιστά ξεχωριστό πεδίο διεθνούς ευθύνης και διπλωματικής δράσης. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για την Κύπρο, ανάμεσά τους τα 541 (1983) και 550 (1984), που αφορούν τη μη αναγνώριση της αποσχιστικής οντότητας στο βόρειο τμήμα του νησιού και την αντιμετώπιση ενεργειών που σχετίζονται με αυτήν.

Παρότι υπάρχουν ψηφίσματα και έχουν καταγραφεί παραβιάσεις, αυτό δεν οδηγεί από μόνο του στην επιβολή πρόσθετων οικονομικών κυρώσεων. Για να ληφθούν τέτοια μέτρα πρέπει να προηγηθούν οι θεσμικές αποφάσεις που προβλέπονται.

Στην Ανατολική Μεσόγειο, οι γεωτρήσεις σε θαλάσσιες ζώνες όπου υπάρχει συγκεκριμένη διαφωνία για τα δικαιώματα εκμετάλλευσης, όπως και ενέργειες που αφορούν τα δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενδέχεται να προκαλέσουν ευρωπαϊκή και διεθνή αντίδραση. Η νομική εκτίμηση κάθε περίπτωσης εξαρτάται, ωστόσο, από το ακριβές σημείο, τα δικαιώματα που επικαλούνται οι πλευρές, το σχετικό διεθνές δίκαιο και τα πραγματικά δεδομένα.

Εφόσον συντρέχουν οι όροι του ισχύοντος νομικού πλαισίου, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποφασίσει περιοριστικά μέτρα. Το αν μια τέτοια κίνηση θα είναι αποτελεσματική εξαρτάται από τη βούληση των κρατών-μελών και την επίτευξη κοινής γραμμής.

Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και τα όρια των αποφάσεών του

Ως το βασικό δικαιοδοτικό όργανο του ΟΗΕ για διακρατικές διαφορές, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης μπορεί, εφόσον έχει δικαιοδοσία, να αποφανθεί ότι κράτος παραβίασε διεθνή υποχρέωση. Ανάλογα με την υπόθεση, έχει επίσης τη δυνατότητα να διατάξει την παύση παράνομης συμπεριφοράς, να αναγνωρίσει υποχρέωση επανόρθωσης ή να επιδικάσει αποζημίωση.

Για να εξετάσει μια υπόθεση, όμως, απαιτείται η συναίνεση των κρατών και η ύπαρξη κατάλληλης βάσης δικαιοδοσίας. Αυτή μπορεί να προκύπτει από συμφωνία, εφαρμοστέα συμβατική ρήτρα ή άλλη αναγνωρισμένη μορφή συναίνεσης.

Αν ένα κράτος δεν εκτελέσει απόφαση του Δικαστηρίου σε υπόθεση στην οποία συμμετέχει ως διάδικος, το άρθρο 94 του Χάρτη του ΟΗΕ δίνει στο άλλο μέρος τη δυνατότητα να απευθυνθεί στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Το Συμβούλιο μπορεί να εξετάσει μέτρα για την εφαρμογή της απόφασης, χωρίς όμως να εκλείπουν τα πολιτικά εμπόδια· μεταξύ αυτών είναι και η πιθανότητα βέτο.

Η δικαστική διαδικασία συμβάλλει καθοριστικά στον προσδιορισμό δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Δεν συνιστά, ωστόσο, αυτοτελή διαδικασία επιβολής οικονομικών κυρώσεων.

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Τουρκία

Όταν πληρούνται οι όροι δικαιοδοσίας του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου μπορεί να κρίνει ότι η Τουρκία παραβίασε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Εφόσον το δικαιολογούν οι περιστάσεις, μπορεί ακόμη να επιδικάσει δίκαιη ικανοποίηση και χρηματική αποζημίωση.

Την εφαρμογή των αποφάσεών του παρακολουθεί η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αν υπάρξει άρνηση συμμόρφωσης, το άρθρο 46 παράγραφος 4 της Σύμβασης προβλέπει ειδική διαδικασία για νέα παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο.

Δεν πρόκειται, πάντως, για γενικό σύστημα οικονομικών κυρώσεων σε διαφορές οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών ή σε κάθε ζήτημα κυριαρχίας. Για να εφαρμοστεί, η υπόθεση πρέπει να καλύπτεται από τη Σύμβαση και να εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.

ΝΑΤΟ: Ρόλος στην ασφάλεια, όχι στην επιβολή κυρώσεων

Η αποστολή του ΝΑΤΟ είναι διαφορετική από εκείνη των φορέων που επιβάλλουν κυρώσεις. Με βάση το άρθρο 4 της Βορειοατλαντικής Συνθήκης, κράτος-μέλος μπορεί να ζητήσει διαβουλεύσεις αν θεωρεί ότι απειλούνται η εδαφική του ακεραιότητα, η πολιτική ανεξαρτησία ή η ασφάλειά του. Το άρθρο 5 αφορά ένοπλη επίθεση και προβλέπει συλλογική συνδρομή σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης.

Το ΝΑΤΟ δεν διαθέτει γενικό πλαίσιο για οικονομικές κυρώσεις εις βάρος μέλους του. Παράλληλα, η παρουσία στην ίδια Συμμαχία της Ελλάδας και της Τουρκίας περιπλέκει ιδιαίτερα τις σχετικές πολιτικές αποφάσεις.

Η Συμμαχία μπορεί να προσφέρει χώρο για διαβουλεύσεις και για τη διαχείριση κινδύνων. Δεν αναλαμβάνει, όμως, τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Συμβουλίου Ασφαλείας στην επιβολή κυρώσεων.

Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο: δίωξη ατόμων, όχι κρατών

Αντικείμενο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου είναι η ατομική ποινική ευθύνη φυσικών προσώπων και όχι η επιβολή κυρώσεων σε κράτη. Εξετάζει εγκλήματα που υπάγονται στη δικαιοδοσία του, όπως γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου, καθώς και το έγκλημα της επίθεσης, εφόσον πληρούνται οι ειδικοί όροι του Καταστατικού της Ρώμης.

Η Τουρκία δεν έχει προσχωρήσει στο Καταστατικό της Ρώμης. Αυτό δεν αποκλείει αυτομάτως κάθε πιθανότητα να εξεταστούν από το Δικαστήριο πράξεις που συνδέονται με τη χώρα, αλλά χρειάζεται ειδικός έλεγχος των σχετικών προϋποθέσεων, όπως η δυνατότητα παραπομπής από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

Κατά συνέπεια, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν λειτουργεί ως μέσο οικονομικών κυρώσεων κατά της Τουρκίας. Ο ρόλος του αφορά την ατομική ποινική λογοδοσία.

Περιοριστικά μέτρα που επιβάλλουν μεμονωμένα κράτη

Εκτός από τους διεθνείς οργανισμούς, χώρες όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν τη δυνατότητα, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους και τις διεθνείς υποχρεώσεις τους, να επιβάλλουν περιορισμούς σε πρόσωπα, εταιρείες, συναλλαγές ή εξαγωγές.

Οι κυρώσεις μπορούν να λάβουν τη μορφή περιορισμών στην πώληση οπλικών συστημάτων, δεσμεύσεων περιουσιακών στοιχείων, απαγορεύσεων συναλλαγών ή διπλωματικών μέτρων. Παράλληλα, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να υιοθετήσει εθνικά μέτρα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, τηρώντας το ενωσιακό δίκαιο, τις διεθνείς συμβάσεις και τις υπόλοιπες δεσμεύσεις της.

Η αποτελεσματικότητα των μέτρων μπορεί να ενισχυθεί σημαντικά όταν αναλαμβάνονται από κοινού από περισσότερα κράτη. Αντιθέτως, οι κυρώσεις που επιβάλλονται μεμονωμένα ίσως αποδώσουν λιγότερο, ιδίως αν υπάρχει δυνατότητα παράκαμψής τους μέσω τρίτων αγορών ή εναλλακτικών χρηματοπιστωτικών διαύλων.

Ποια στρατηγική μπορεί να επιλέξει η Ελλάδα;

Για την Ελλάδα είναι αναγκαία μια ενιαία στρατηγική, όπου η νομική τεκμηρίωση θα συνδυάζεται με διπλωματικές πρωτοβουλίες και στοχευμένη πίεση.

Αφετηρία πρέπει να είναι η συστηματική καταγραφή των περιστατικών και η σαφής σύνδεσή τους με τις διεθνείς υποχρεώσεις που πιθανόν παραβιάζονται. Παράλληλα, χρειάζεται να αξιοποιούνται οι αρμόδιες διεθνείς και ευρωπαϊκές διαδικασίες, με σαφή διάκριση ανάμεσα στις δικαστικές προσφυγές και στους μηχανισμούς επιβολής κυρώσεων. Τέλος, όταν υπάρχει επαρκές νομικό έρεισμα, μπορούν να προωθούνται στοχευμένα ευρωπαϊκά μέτρα ή συντονισμένες εθνικές κυρώσεις, με συγκεκριμένους στόχους και τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.

Καθοριστική είναι και η φύση των κυρώσεων. Τα μέτρα που στρέφονται κατά συγκεκριμένων υπευθύνων και οικονομικών δραστηριοτήτων ενδέχεται να αποδειχθούν πιο αποτελεσματικά από γενικούς περιορισμούς χωρίς διάκριση, οι οποίοι μπορεί να επιβαρύνουν τον πληθυσμό συνολικά και να επιφέρουν ευρύτερες οικονομικές συνέπειες.

Το συμπέρασμα: Κυρώσεις που απαιτούν νομική βάση και πολιτική βούληση

Η Τουρκία υπόκειται, όπως όλα τα κράτη, στο διεθνές δίκαιο και στις υποχρεώσεις που αυτό προβλέπει. Σε περίπτωση παραβίασής τους, μπορεί να αντιμετωπίσει τις αντίστοιχες έννομες συνέπειες. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι υπάρχει ένα ενιαίο διεθνές όργανο το οποίο επιβάλλει αυτομάτως κυρώσεις κάθε φορά που καταγγέλλεται παράνομη συμπεριφορά.

Τη μεγαλύτερη θεσμική δυνατότητα θέσπισης δεσμευτικών μέτρων διεθνούς εμβέλειας έχει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, αν και οι γεωπολιτικές ισορροπίες επηρεάζουν τη λειτουργία του. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι κρίσιμος χώρος για οικονομικές και αμυντικές κυρώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει η αναγκαία συμφωνία. Από την πλευρά τους, τα διεθνή δικαστήρια συμβάλλουν στην αποσαφήνιση δικαιωμάτων και στην απόδοση ευθυνών, αλλά δεν αντικαθιστούν τους πολιτικούς μηχανισμούς που επιβάλλουν κυρώσεις.

Για την Ελλάδα, ο στόχος δεν μπορεί να περιορίζεται στη γενική διεκδίκηση «κυρώσεων κατά της Τουρκίας». Χρειάζεται να διαμορφωθεί πολιτική με τεκμηρίωση και νομικό έρεισμα, που θα αντιστοιχίζει συγκεκριμένες πράξεις σε συγκεκριμένες διεθνείς υποχρεώσεις και θα εισηγείται τα κατάλληλα μέτρα στα αρμόδια όργανα.

Η διακήρυξη της διεθνούς νομιμότητας από μόνη της δεν αρκεί για να διασφαλιστεί. Χρειάζονται τεκμηρίωση, συνέπεια στους θεσμούς, συμμαχίες και πολιτική αποφασιστικότητα για την εφαρμογή των κανόνων. Σε αυτό το πεδίο μπορεί να δρα ουσιαστικά η ελληνική διπλωματία, στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Του Δρα Δημήτρη Σταθακόπουλου

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο ΔΕΔΟΜΕΝΟ.

ΣΧΟΛΙΑ

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *.

Κυρώσεις στην Τουρκία: Ποια διεθνή όργανα μπορούν να τις επιβάλουν, από το Αιγαίο και την Κύπρο έως την Ανατολική Μεσόγειο