Νίκος Λεβέντης: «Θρίλερ» με τον θάνατο υπεύθυνου ασφαλείας σε στρατιωτικό χώρο – Οι 50 κάμερες και τα διαγραμμένα αρχεία

Με την τραγική υπόθεση του Νίκου Λενέντη ασχολήθηκε το «Φως στο Τούνελ» στην πρεμιέρα της εκπομπής, το βράδυ της Παρασκευής (16.10.2026). Ο 47χρονος είχε βρεθεί νεκρός στου Ζωγράφου στις 22 Ιουνίου, οκτώ ημέρες μετά την εξαφάνισή του.
Τρεις διαφορετικοί και ευαίσθητοι χώροι συνδέονται με τον θάνατο του Νίκου Λεβέντη, μια υπόθεση που περιγράφεται ως σκοτεινό θρίλερ, καθώς εργαζόταν σε στρατιωτικό χώρο με αυστηρά μέτρα φύλαξης. Η εξαφάνισή του δηλώθηκε στις 15 Ιουνίου στο Αστυνομικό Τμήμα Ζωγράφου, ενώ επτά ημέρες αργότερα η σορός του εντοπίστηκε στο πάρκινγκ του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας, μέσα στην περίφραξη της στρατιωτικής εγκατάστασης.
Στο «Τούνελ», οι συγγενείς του αναφέρουν ότι ο 47χρονος δεν είχε λόγο να βρεθεί στο «251» – γεγονός που ενισχύει την εκτίμησή τους ότι κάτι μυστηριώδες συνέβη τις τελευταίες ώρες της ζωής του.
Ο εντοπισμός του σε χώρο όπου η είσοδος ελέγχεται έχει δημιουργήσει πολλά ερωτήματα στην οικογένειά του. Οι συγγενείς προσπαθούν να εξακριβώσουν με ποιον τρόπο μπήκε στην εγκατάσταση, αν οι περίπου 50 κάμερες ασφαλείας κατέγραψαν τις κινήσεις του και τι έγινε όσο εκείνος αγνοούνταν.
Παράλληλα, αναζητούνται το κινητό τηλέφωνο και η πιστωτική κάρτα που είχε μαζί του την ημέρα εκείνη, χωρίς να έχει βρεθεί κανένα από τα δύο. Όπως λένε συγγενείς του, έφυγε από το σπίτι με το κινητό φορτισμένο, το οποίο όμως φαίνεται πως έκλεισε περίπου μία ώρα αργότερα.
«Δεν υπήρχε κανένας λόγος να βρίσκεται εκεί»
Ο ξάδερφος του Νικόλαου Λεβέντη, που εκπροσωπεί νομικά την οικογένεια, αφηγείται πώς εξελίχθηκε η εξαφάνιση και τι συνέβη μέχρι να φτάσει στους οικείους του η τραγική είδηση ότι εντοπίστηκε.
«Στις 15 Ιουνίου με ενημέρωσε ο πατέρας του ότι ο Νίκος είχε εξαφανιστεί από το βράδυ της 14ης Ιουνίου. Έτσι, αναγκάστηκε να δηλώσει την εξαφάνιση του γιου του στο Αστυνομικό Τμήμα Ζωγράφου. Από εκείνη τη στιγμή, η οικογένεια μπήκε σε μια μεγάλη περιπέτεια. Οκτώ ημέρες αργότερα, ειδοποιηθήκαμε από το 251 ότι είχε βρεθεί νεκρός ένας άνδρας, ο οποίος έφερε φωτοαντίγραφο της ταυτότητας του Νίκου, εδώ, στον χώρο στάθμευσης του νοσοκομείου», αναφέρει.
Όπως αποκαλύπτει, τηλεφώνησε σε εκείνον ένας αξιωματικός, ο οποίος προσπαθούσε με αγωνία να διαπιστώσει αν ο Νίκος είχε πάει στο νοσοκομείο για να επισκεφθεί κάποιον.
«Δεν υπήρχε κανένας λόγος να βρίσκεται εκεί. Δεν είχε κάποιον να επισκεφθεί. Αν αντιμετώπιζε ο ίδιος κάποιο πρόβλημα υγείας, θα απευθυνόταν στο Ναυτικό Νοσοκομείο, καθώς ο πατέρας του είναι απόστρατος ανώτατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Αναζητούμε λοιπόν, πώς βρέθηκε σε αυτόν τον χώρο, μέσα στην περίφραξη του στρατιωτικού νοσοκομείου, ο οποίος είναι πλήρως εποπτευόμενος και καλά φυλασσόμενος».
Ο δικηγόρος της οικογένειας τονίζει ότι ο άτυχος άνδρας βρέθηκε τυχαία από έναν πολίτη, ο οποίος πέρασε από το σημείο και αντιλήφθηκε τη σορό εξαιτίας της έντονης δυσοσμίας. Για οκτώ ημέρες, οι στρατιωτικοί δεν είχαν αντιληφθεί τίποτα.
«Ήθελε να πάει στην Αστυνομία»
Ο αδελφός του Νίκου μιλά για την ψυχολογική του κατάσταση τις ημέρες που προηγήθηκαν της εξαφάνισής του. Όπως αποκαλύπτει, ήταν πιεσμένος και έδειχνε αρκετά ύποπτος.
«Το τελευταίο διάστημα κάτι τον είχε αναστατώσει. Έλεγε ότι ήθελε να πάει στην Αστυνομία αλλά το μόνο που μου ανέφερε ήταν ότι αντιμετώπιζε προβλήματα στη δουλειά. Δεν μου αποκάλυψε κάτι άλλο. Εργαζόταν επί δεκαπέντε χρόνια ως υπάλληλος ασφαλείας, σε μια ιδιαίτερα απαιτητική θέση με πολλές ευθύνες. Είχε αποφοιτήσει από το Τμήμα Φυσικής στην Πάτρα και είχε αρχίσει μεταπτυχιακές σπουδές, τις οποίες, δυστυχώς, δεν ολοκλήρωσε.
Ήταν ένας φιλήσυχος άνθρωπος, ένα πολύ καλό παιδί. Πάντα προσπαθούσε να βοηθά τους άλλους. Δεν πήγαινε ποτέ στην περιοχή όπου εντοπίστηκε. Δεν είχε λόγο να περπατήσει δυόμισι χιλιόμετρα προς τα εκεί…», λέει χαρακτηριστικά.
Τα αρχεία που διαγράφηκαν από τις συσκευές του
Ο αδελφός του, Στέφανος, αναφέρεται και σε όσα έγιναν στη δουλειά του Νίκου στις 12 Ιουνίου. Εκείνη την ημέρα δέχθηκε απρόσμενη κλήση από το κινητό του και έσπευσε να τον συναντήσει.
«Στις 12 του μήνα, γύρω στις 10 το πρωί, δέχθηκα μια κλήση στο κινητό μου από τη συσκευή του αδελφού μου. Απάντησα αλλά στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν η γιατρός εργασίας. Μου ζήτησε να πάω επειγόντως στη εταιρεία του, γιατί δεν ήταν καλά. Μου είπε ότι υπήρχε ένταση, οπότε πήρα τη μηχανή μου και έφυγα αμέσως. Όταν έφτασα στη διεύθυνση που μου είχαν δώσει, είδα το ΕΚΑΒ, την αστυνομία και πολύ κόσμο. Ρώτησα τι είχε συμβεί, αλλά κανείς δεν μου απαντούσε. Τότε γύρισα και είδα τον αδελφό μου σε μια κατάσταση που δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ. Ήταν αγχωμένος και σε μεγάλη ένταση», περιγράφει.
Ο ίδιος αναφέρει ότι προσπάθησε να εξακριβώσει αν είχε προηγηθεί καβγάς ή κάποιο περιστατικό που να εξηγεί την κατάστασή του, αλλά δεν πήρε απαντήσεις.
Πλέον είναι πεπεισμένος ότι κάτι είχε συμβεί και είχε αναστατώσει τον αδελφό του. Μήπως είχε ακούσει ή δει κάτι που τον τρόμαξε; Υπήρχε κάποιος που του ασκούσε απειλές;
«Αυτό που γνωρίζω είναι ότι την τελευταία περίοδο είχε καθαρίσει το τάμπλετ, το λάπτοπ και το κινητό του. Είχε διαγράψει αρκετά στοιχεία από τις συσκευές του αλλά δεν γνωρίζω τι ακριβώς ήταν αυτά», αναφέρει.
Τα διαγραμμένα μηνύματα από το κινητό του βρίσκονται στο επίκεντρο της υπόθεσης. Φέρεται να ανακτήθηκαν και να φανερώνουν μια ασυνήθιστη αναζήτηση, περίπου έναν μήνα πριν από τον θάνατό του.
Τα στοιχεία που παρουσιάζονται δείχνουν ότι στα μηνύματα ο Νίκος Λεβέντης αναζητούσε επίμονα έναν καταστροφέα εγγράφων. Η πληροφορία αυτή εγείρει ερωτήματα τόσο για τη χρήση που ήθελε να κάνει της συσκευής όσο και για το αν προσπαθούσε να καταστρέψει έγγραφα που θεωρούσε σημαντικά.
Νίκος: Καλησπέρα. Έχεις κάποιον καταστροφέα εγγράφων στο μαγαζί σου; Αν ναι, στείλε μήνυμα αύριο. Λίγο κουφό, έτσι; Καλό βράδυ.
Άγνωστος: Καλησπέρα Νίκο. Όχι, δεν έχω.
Νίκος: Καλά θα το κοιτάξω. Καλό βράδυ.
Τα ανακτημένα μηνύματα προσθέτουν νέα δεδομένα στην υπόθεση, αλλά δεν ξεκαθαρίζουν από μόνα τους ούτε για ποιον λόγο αναζητούσε τη συσκευή ούτε ποια έγγραφα μπορεί να τον ενδιέφεραν.
Ξεχωρίζουν επίσης οι αναφορές για την επαγγελματική απασχόληση του θύματος: γίνεται λόγος για εργασία σε υπηρεσία ασφαλείας με ευαίσθητο αντικείμενο, στην οποία φέρεται να υπήρχαν διαδικασίες ελέγχου της πρόσβασης σε κάμερες.
Η συγκεκριμένη αναφορά γεννά επιπλέον ερωτήματα για το αν η δουλειά του συνδεόταν με τα μηνύματα που βρέθηκαν στις ηλεκτρονικές συσκευές του.
«Είναι εγκληματική ενέργεια, κάτι έγινε»
«Ένας άνθρωπος κείτεται νεκρός μέσα σε στρατιωτικό χώρο επί οκτώ ημέρες. Δεν τον είδε κανένας;», λέει χαρακτηριστικά ο αδελφός του.
Ο αδελφός του συνομίλησε με εκείνον που περισυνέλεξε τη σορό και ανέλαβε τη μεταφορά της. Η εικόνα που του περιέγραψε ήταν ιδιαίτερα σκληρή.
«Μου μετέφερε ότι η εικόνα ήταν τραγική. Φανταστείτε ότι ζήτησα να δω τον αδερφό μου και μου είπαν “ξέχασέ το… δεν βλέπεται”. Δεν θα το επιτρέψουμε».
«Ήταν σε χορτάρια περίπου ενάμιση μέτρο ψηλά αλλά και πάλι δεν μπορώ να καταλάβω πως δεν τον είδε κανείς. Όλα τα σενάρια είναι ανοιχτά αλλά εγώ πιστεύω ότι πρόκειται για εγκληματική ενέργεια. Κάτι είδε, κάποιος τον απειλούσε… συνέβαιναν πολλά περίεργα τελευταία. Κάτι έγινε στη δουλειά…».
Τα προσωπικά αντικείμενα που δεν βρέθηκαν ποτέ
Η οικογένεια εξακολουθεί να αναζητά απαντήσεις και για τα προσωπικά αντικείμενα που δεν βρέθηκαν πάνω στη σορό.
«Βρήκαν τα τσιγάρα του αλλά δεν βρέθηκε το κινητό του, πράγμα πολύ περίεργο. Δεν βρέθηκε ούτε η πιστωτική του κάρτα», αναφέρει ο αδελφός του.
Βαρύτητα αποδίδει και στην τελευταία ένδειξη θέσης του κινητού τηλεφώνου, που καταγράφηκε την Κυριακή 14 Ιουνίου, στις 06:20, στην περιοχή της Κατεχάκη. Μετά από εκείνη τη στιγμή, το κινητό ενδεχομένως απενεργοποιήθηκε, καθώς, όπως του είχε πει ο πατέρας τους, ο Νίκος έφυγε από το σπίτι με πλήρως φορτισμένη μπαταρία.
«Εγώ πιστεύω ότι το κινητό του πρέπει να το έκλεισαν. Δεν μπορεί να εκφορτιστεί μέσα σε μια ώρα. Την Κυριακή το πρωί γύρω στις 09:30 έστειλα κάποια μηνύματα στον αδερφό μου από το κινητό μου, τα οποία δεν παραδόθηκαν ποτέ».
Το στρατιωτικό νοσοκομείο βρίσκεται σε περιοχή με αυξημένα μέτρα ασφαλείας, κοντά σε άλλες ευαίσθητες υπηρεσίες. Έτσι, εύλογα τίθεται το ερώτημα πώς δεν τον κατέγραψε κάποια κάμερα.
«Δεν κινείται τίποτα εδώ γύρω χωρίς να το πιάσουν οι κάμερες», υποστηρίζει ο Στέφανος.
«Είτε τον πέταξαν εδώ πάνω από τον φράχτη, αφού προφανώς του την είχαν στημένη, είτε τον μετέφεραν με αυτοκίνητο. Τώρα γιατί διάλεξαν να τον φέρουν εδώ, δεν το ξέρω.»
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.