Ναρκοτέστ στους οδηγούς μετά το αλκοτέστ
Οι έλεγχοι με δείγμα σάλιου σχεδιάζεται να εντοπίζουν κοκαΐνη, κάνναβη, αμφεταμίνες και ηρωίνη, ενώ θετικό προκαταρκτικό τεστ θα ακολουθείται από αιμοληψία και εργαστηριακό έλεγχο

Πώς θα γίνεται ο έλεγχος με σάλιο, ποιες ουσίες θα εντοπίζει και τι ορίζει ο ΚΟΚ.
Τα ναρκοτέστ σχεδιάζεται να προστεθούν στους ελέγχους των οδηγών, δίπλα στο ήδη γνωστό αλκοτέστ. Με τη δυνατότητα εξέτασης επί τόπου, οι αστυνομικοί θα μπορούν να αναζητούν ενδείξεις χρήσης ουσιών, κυρίως σε περιπτώσεις όπου η εικόνα του οδηγού προκαλεί προβληματισμό, ενώ ο έλεγχος για αλκοόλ δεν δείχνει θετικό αποτέλεσμα.
Σε δημόσια τοποθέτηση στις 20 Απριλίου 2026, ο Δημήτρης Αποστολόπουλος, υπεύθυνος επικοινωνίας της Ένωσης Αστυνομικών Βορειοανατολικής Αττικής, επιβεβαίωσε ότι προετοιμάζεται η εφαρμογή των ναρκοτέστ. Η αναφορά του επιβεβαιώνει τον σχεδιασμό για την καθιέρωση των ελέγχων, όχι όμως ότι έχει ανακοινωθεί η έναρξη εφαρμογής τους σε όλη τη χώρα.
Η υλοποίηση του σχεδίου, όπως περιγράφεται, προϋποθέτει την έκδοση της σχετικής Κοινής Υπουργικής Απόφασης και την αγορά του απαραίτητου εξοπλισμού. Με το κανονιστικό πλαίσιο θα καθοριστούν η διαδικασία, οι μέθοδοι εξέτασης και ο τρόπος αξιολόγησης των ευρημάτων. Τη σχετική εξουσιοδότηση παρέχει ο ΚΟΚ στα υπουργεία Υγείας, Προστασίας του Πολίτη και Υποδομών και Μεταφορών.
Πώς θα γίνεται ο έλεγχος με ναρκοτέστ στον δρόμο
Σε αντίθεση με το αλκοτέστ, η εξέταση βασίζεται στη λήψη δείγματος σάλιου. Ο οδηγός θα χρησιμοποιεί ειδικό συλλέκτη, παρόμοιο με πλαστική μπατονέτα: το απορροφητικό του άκρο μπαίνει στο στόμα και συγκρατεί την ποσότητα σάλιου που χρειάζεται για την ανάλυση.
Έπειτα, το δείγμα τοποθετείται, ανάλογα με τη συσκευή, σε ειδική κασέτα ή φορητό αναλυτή. Τα συστήματα αυτά ελέγχουν για συγκεκριμένες ουσίες ή τους μεταβολίτες τους και μπορούν να δώσουν μια αρχική ένδειξη μέσα σε λίγα λεπτά. Ωστόσο, η διάρκεια διαφέρει ανάλογα με το μοντέλο και το πρωτόκολλο, οπότε δεν ισχύει ένας κοινός χρόνος για όλα τα ναρκοτέστ.
Ο σχεδιασμός αφορά κυρίως οδηγούς των οποίων η συμπεριφορά γεννά υποψίες, παρά το αρνητικό αποτέλεσμα στο αλκοτέστ. Ζάλη, προβλήματα στην επικοινωνία ή εμφανής σύγχυση μπορεί να αποτελέσουν λόγο για περαιτέρω έλεγχο, χωρίς αυτά τα σημάδια να αποδεικνύουν από μόνα τους χρήση ναρκωτικών.
Ένα αρνητικό αποτέλεσμα σημαίνει ότι δεν ανιχνεύτηκε το αλκοόλ που μετρά η συγκεκριμένη συσκευή. Δεν αποκλείει, ωστόσο, ότι ο οδηγός έχει λάβει άλλες ουσίες που μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητά του να οδηγεί. Την αδυναμία αυτή της εξέτασης στον δρόμο επιχειρεί να αντιμετωπίσει η εισαγωγή των ναρκοτέστ.
Στις ουσίες που αναφέρονται στο σχέδιο περιλαμβάνονται η κοκαΐνη, η κάνναβη, οι αμφεταμίνες και η ηρωίνη. Από τεχνικής πλευράς, οι συσκευές αναζητούν συγκεκριμένους δείκτες, όπως την THC στην κάνναβη και ουσίες της ομάδας των οπιούχων, οι οποίες συνδέονται και με την ηρωίνη. Με βάση τη διαμόρφωση της συσκευής, είναι δυνατό να ελέγχονται επίσης μεθαμφεταμίνες, βενζοδιαζεπίνες ή άλλες κατηγορίες ουσιών. Οι τελικές προδιαγραφές του εξοπλισμού που θα επιλεγεί θα καθορίσουν ποιες θα περιλαμβάνονται στον κατάλογο στην Ελλάδα.
Η επιβεβαίωση του ναρκοτέστ και οι ποινές του ΚΟΚ
Η πρώτη ένδειξη δεν ταυτίζεται με την επιβεβαίωση της χρήσης. Το γρήγορο τεστ που γίνεται στον δρόμο είναι προκαταρκτικό και, με βάση τον σχεδιασμό που περιγράφεται, ένα θετικό αποτέλεσμα θα ακολουθείται από αιμοληψία και εργαστηριακό τοξικολογικό έλεγχο.
Η πρόσθετη εξέταση είναι σημαντική για την τεκμηρίωση της υπόθεσης, καθώς δεν αποτελούν το ίδιο στοιχείο η ανίχνευση μιας ουσίας, η ποσότητά της και η εκτίμηση της επίδρασής της στην ικανότητα οδήγησης. Επομένως, η διαδικασία δεν μπορεί να ολοκληρώνεται με την απλή ανάγνωση του αποτελέσματος από φορητή συσκευή.
Η πρακτική του ελέγχου στον δρόμο και της επιβεβαίωσης με πρόσθετες εξετάσεις ακολουθείται και σε άλλες χώρες. Στη Μεγάλη Βρετανία, ενδεικτικά, οι επίσημες οδηγίες προβλέπουν έλεγχο με δείγμα σάλιου και, όταν συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, εργαστηριακή ανάλυση αίματος ή ούρων. Στην Ελλάδα, πάντως, η διαδικασία και οι κυρώσεις ορίζονται από το εγχώριο νομικό πλαίσιο.
Η οδήγηση υπό την επίδραση ουσιών απαγορεύεται ήδη. Σύμφωνα με το άρθρο 46 του ΚΟΚ, η απαγόρευση καλύπτει τοξικές ουσίες, αλλά και φάρμακα που ενδέχεται, βάσει των οδηγιών τους, να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης. Το άρθρο ορίζει ακόμη ότι οι οδηγοί οφείλουν να υποβάλλονται στον νόμιμο έλεγχο.
Η παράγραφος 8 προβλέπει για όποιον οδηγεί υπό την επίδραση των ουσιών αυτών φυλάκιση τουλάχιστον δύο μηνών, χρηματική ποινή τουλάχιστον 200 ευρώ και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για τρεις έως έξι μήνες. Η αφαίρεση της άδειας επιβάλλεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο, ενώ η χρηματική ποινή αποτελεί δικαστική κύρωση.
Αν ο οδηγός αρνηθεί να εξεταστεί για τοξικές ουσίες ή φάρμακα, εφαρμόζεται επιπλέον το προβλεπόμενο τεκμήριο ότι βρίσκεται υπό την επίδρασή τους.
Η λήψη φαρμακευτικής αγωγής απαιτεί επίσης ιδιαίτερη προσοχή. Το γεγονός ότι ένα φάρμακο έχει συνταγογραφηθεί δεν συνεπάγεται πως η οδήγηση είναι πάντοτε επιτρεπτή. Καθοριστικό ρόλο έχουν οι οδηγίες χρήσης και η συμβουλή γιατρού ή φαρμακοποιού, ενώ κατά την αξιολόγηση του αποτελέσματος πρέπει να δηλώνεται η αγωγή.
Στόχος της αλλαγής είναι να μπορεί να ελέγχεται εγκαίρως η κατάσταση του οδηγού, εκεί όπου γίνεται ο έλεγχος. Η επιτυχία του μέτρου θα εξαρτηθεί από τον αξιόπιστο εξοπλισμό, την κατάλληλη εκπαίδευση των αστυνομικών και την ύπαρξη ξεκάθαρης διαδικασίας για την εργαστηριακή επιβεβαίωση.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.















// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.