Το 1940 μέσα από τις φωνές που πολέμησαν τον φόβο και τα τραγούδια που σήκωσαν την Ελλάδα
Από τη Σοφία Βέμπο και τη Ρένα Βλαχοπούλου έως τον Νίκο Γούναρη και τη Δανάη Στρατηγοπούλου, τα τραγούδια έγιναν παρηγοριά, σάτιρα και έκφραση αγωνίας

Στον πόλεμο και την Κατοχή, το τραγούδι ξεπέρασε τον ρόλο της διασκέδασης. Για έναν ολόκληρο λαό έγινε πηγή παρηγοριάς και δύναμης, μέσο ειρωνείας απέναντι στον εχθρό και τρόπος να διατηρηθεί ζωντανή η ελπίδα.
Οι καλλιτέχνες με τις φωνές τους βρέθηκαν δίπλα στους στρατιώτες στο μέτωπο, αλλά και στα θέατρα, στο ραδιόφωνο και μέσα από τους δίσκους των 78 στροφών, συνοδεύοντας μία από τις πιο δύσκολες εποχές της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Στην ίδια δύσκολη πραγματικότητα συναντήθηκαν διαφορετικές μουσικές διαδρομές, από τη Σοφία Βέμπο και τη Ρένα Βλαχοπούλου έως τον Νίκο Γούναρη, τη Δανάη Στρατηγοπούλου και τον Μάρκο Βαμβακάρη. Κάποιοι μίλησαν με τα τραγούδια τους για τον αποχωρισμό, άλλοι σατίρισαν τον Μουσολίνι, ενώ άλλοι εξέφρασαν την αγωνία του στρατιώτη που ήταν μακριά από την πατρίδα του.
Σοφία Βέμπο: Η τραγουδίστρια που έγινε σύμβολο του 1940
Η Σοφία Βέμπο ξεχώρισε ως η καλλιτέχνιδα που συνδέθηκε όσο λίγες με το Έπος του ’40. Η χαρακτηριστική, ισχυρή φωνή της άφησε τη σκηνή και πέρασε στην ιστορία, ενώ ο δεσμός του ονόματός της με εκείνα τα χρόνια την καθιέρωσε ως «τραγουδίστρια της Νίκης».
Η μελωδία της «Ζεχρά», η οποία είχε ηχογραφηθεί ήδη πριν από την έναρξη του πολέμου, αποτέλεσε τη βάση για το γνωστό «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά». Ο Μίμης Τραϊφόρος έγραψε νέους στίχους και το κομμάτι έγινε τραγούδι του μετώπου, αναφερόμενο τόσο στους στρατιώτες όσο και στις γυναίκες που τους αποχαιρετούσαν και περίμεναν να γυρίσουν.
Η Βέμπο χρησιμοποίησε και το χιούμορ ως όπλο, μέσα από τραγούδια που σατίριζαν τον Μουσολίνι και την ιταλική πολεμική μηχανή. Σε συνθήκες σκληρής καθημερινότητας, τέτοια κομμάτια πρόσφεραν μικρές ψυχολογικές νίκες.
Ρένα Βλαχοπούλου: Η πορεία της πριν από την κωμωδία
Πριν καθιερωθεί ως μία από τις πιο αγαπητές παρουσίες του ελληνικού κινηματογράφου, η Ρένα Βλαχοπούλου είχε κάνει τα πρώτα της βήματα ως τραγουδίστρια. Το 1940 ήταν ακόμη νεαρή καλλιτέχνιδα και συμμετείχε στις πολεμικές επιθεωρήσεις της Αθήνας.
Λίγο πριν από τη γερμανική εισβολή, η Βλαχοπούλου ερμήνευσε το «Πήγαινε κι όταν θα ‘ρθεις», ένα βαλς που εστίαζε περισσότερο στον αποχωρισμό παρά στις μάχες. Με αυτό συνδέθηκε η φωνή της με τα τραγούδια της εποχής, ενώ η ερωτική ιστορία του κομματιού καθρέφτιζε όσα ζούσαν χιλιάδες άνθρωποι, καθώς χωρίζονταν από τους αγαπημένους τους χωρίς να ξέρουν αν θα τους ξανασυναντούσαν.
Νίκος Γούναρης και «Κορόιδο Μουσολίνι»
Ανάμεσα στα πιο γνωστά σατιρικά τραγούδια της περιόδου ήταν το «Κορόιδο Μουσολίνι». Ο Νίκος Γούναρης ερμήνευσε την ιστορική ηχογράφηση, η οποία κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Στη Ρώμη».
Παράδοξο είναι πως η αρχική μελωδία ήταν ιταλική. Όταν απέκτησε ελληνικούς στίχους, το τραγούδι στράφηκε σατιρικά κατά του Μουσολίνι. Έτσι, μια επιτυχία από την Ιταλία μετατράπηκε σε μουσικό όπλο εναντίον της φασιστικής χώρας και συμβολικά άλλαξε πλευρά η δύναμη του αντιπάλου.
Δανάη Στρατηγοπούλου: Η ανθρώπινη αγωνία του πολέμου
Πέρα από τις θριαμβευτικές και σατιρικές μελωδίες, υπήρχαν και τραγούδια με πιο εσωτερικό χαρακτήρα. Η Δανάη Στρατηγοπούλου έδωσε φωνή σε αυτή την όψη της εποχής, ερμηνεύοντας κομμάτια για την αγάπη, τον φόβο και τον αποχωρισμό.
Στο «Άιντε στο καλό» περιγράφεται ο αποχαιρετισμός μιας γυναίκας προς τον άνδρα που αναχωρεί για τον πόλεμο. Αντί για την ένταση της πολεμικής επιθεώρησης, το τραγούδι αποδίδει την απλή αγωνία ενός ανθρώπου που δεν ξέρει αν θα επιστρέψει ο αγαπημένος του.
Στα χρόνια της Κατοχής, η Στρατηγοπούλου ανέλαβε και αντιστασιακή δράση. Έτσι, η πορεία της συνδέθηκε με την ιστορία εκείνης της περιόδου, πέρα από τη μουσική της παρουσία.
Το ρεμπέτικο τραγούδι φτάνει στο μέτωπο
Και το ρεμπέτικο αποτύπωσε τον πόλεμο: το 1941 ο Μάρκος Βαμβακάρης ηχογράφησε μαζί με τον Απόστολο Χατζηχρήστο το «Μουσολίνι άλλαξε γνώμη», πάνω σε παλαιότερη μελωδία του ίδιου.
Σε αυτό το τραγούδι, η πολεμική εμπειρία δεν περνούσε μέσα από τα αστικά θέατρα και την επιθεώρηση. Αποδιδόταν με τη λαϊκή γλώσσα και τη ματιά του ρεμπέτικου κόσμου.
Η σάτιρα εξακολουθούσε να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά το τραγούδι έθιγε και κάτι ακόμη: τα δεινά που επέβαλλε το φασιστικό καθεστώς στον ίδιο τον ιταλικό λαό.
Τη δική της έκφραση για το μέτωπο πρόσφερε και η δημοτική μουσική. Ο Γιώργος Παπασιδέρης τραγούδησε για τα ηπειρώτικα βουνά, τους στρατιώτες και τη λαχτάρα να επιστρέψουν στο σπίτι, μεταφέροντας τον πόλεμο σε έναν μουσικό κόσμο γνώριμο και βαθιά ριζωμένο στην ελληνική ύπαιθρο.
Οι φωνές των τραγουδιών ακούγονται ακόμη
Έχουν περάσει πάνω από οκτώ δεκαετίες και σχεδόν όλοι οι άνθρωποι εκείνων των χρόνων έχουν φύγει από τη ζωή. Ωστόσο, οι φωνές τους συνεχίζουν να ακούγονται.
Οι ηχογραφήσεις, οι παλιοί δίσκοι και οι μελωδίες του 1940 είναι κάτι περισσότερο από μουσικά τεκμήρια: αποτυπώνουν μια κοινωνία που πάλευε να σταθεί απέναντι στον φόβο με κάθε διαθέσιμο τρόπο.
Στο μέτωπο κάποιοι πολέμησαν κρατώντας όπλο, ενώ άλλοι έμειναν πίσω περιμένοντας. Υπήρχαν, όμως, και εκείνοι που βρέθηκαν μπροστά σε ένα μικρόφωνο και πρόσφεραν στους υπόλοιπους κάτι εξίσου πολύτιμο: μια φωνή που τους έκανε να νιώθουν πως δεν ήταν μόνοι.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.









// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.