ΔΙΕΘΝΗ

Ευρώπη: Η οργή στη Γαλλία και η άνοδος της Ακροδεξιάς απειλούν το πολιτικό κέντρο – Εκλογές που μπορεί να αλλάξουν την ήπειρο

Η ακρίβεια, οι χαμηλοί μισθοί και οι περιορισμένες προοπτικές για τους νέους τροφοδοτούν τη δυσαρέσκεια, ενώ τέσσερις μεγάλες χώρες οδεύουν σε κρίσιμες εκλογές το 2027

Η Ευρώπη περνά μια βαθιά πολιτική και κοινωνική κρίση, με τις ισορροπίες που διαμορφώθηκαν στην ήπειρο επί δεκαετίες να βρίσκονται υπό απειλή. Οι βίαιες αναταραχές στη Γαλλία, η ενίσχυση της Ακροδεξιάς στη Γερμανία, οι κινητοποιήσεις στην Ιταλία και η εντεινόμενη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, τους χαμηλούς μισθούς και τις περιορισμένες ευκαιρίες για τους νέους φανερώνουν ένα κοινό φαινόμενο: τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας χάνουν τη δύναμή τους και η εμπιστοσύνη στη φιλελεύθερη δημοκρατία υποχωρεί. Καθώς τέσσερις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες πλησιάζουν σε κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις το 2027, η πολιτική αναταραχή δεν είναι πια ένα μεμονωμένο ζήτημα, αλλά δοκιμάζει το μέλλον ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όπως αναφέρει εκτενής ανάλυση των New York Times, τα παραδοσιακά κόμματα της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς δέχονται ασφυκτικές πιέσεις στις μεγαλύτερες και πιο σημαντικές χώρες της Ευρώπης.

Η ανάπτυξη της οικονομίας παραμένει χαμηλή, ο πληθωρισμός επιμένει και το δημόσιο χρέος είναι υψηλό. Την ίδια στιγμή, η πεποίθηση ότι οι νεότεροι θα έχουν χειρότερη ζωή από τους γονείς τους ενισχύει την απογοήτευση και οδηγεί όλο και περισσότερους ψηφοφόρους προς τα πολιτικά άκρα.

Οι πολίτες δεν εκφράζουν αμφιβολίες μόνο για τις κυβερνήσεις τους· αμφισβητούν επίσης αν οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις μπορούν να προτείνουν ουσιαστικές εναλλακτικές λύσεις.

Τη θέση τους καταλαμβάνουν σταδιακά κόμματα που υπόσχονται ριζικές αλλαγές, αξιοποιώντας τόσο την καχυποψία απέναντι στις πολιτικές ελίτ όσο και την αίσθηση μεγάλων κοινωνικών ομάδων ότι έχουν μείνει στο περιθώριο.

Η Γαλλία στο επίκεντρο της κρίσης: Από τις σχολικές διαμαρτυρίες στη γενικευμένη κοινωνική οργή

Οι εκτεταμένες ταραχές στη Γαλλία είναι ίσως η πιο ενδεικτική εικόνα της πολιτικής αποσταθεροποίησης που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Αρχικά, οι διαμαρτυρίες αφορούσαν την υποχρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης, όμως στη συνέχεια μετατράπηκαν σε ευρύτερη έκφραση κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Πλέον στους δρόμους βρίσκονται εργαζόμενοι και συνταξιούχοι, με αιτήματα που αφορούν την ακρίβεια, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τα υψηλότερα επιτόκια δανεισμού.

Στο στόχαστρο βρίσκεται η πολιτική του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, αλλά και ένα οικονομικό μοντέλο που, κατά τους επικριτές του, δεν μπορεί να εγγυηθεί αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Οι συγκρούσεις με βίαιο χαρακτήρα, οι λεηλασίες και οι ζημιές των τελευταίων ημερών έχουν οξύνει την κρίση και έχουν αυξήσει την ανησυχία για την ασφάλεια και τη διατήρηση της δημόσιας τάξης.

Κερδισμένη από το πολιτικό κλίμα εμφανίζεται κυρίως η Ακροδεξιά της Μαρίν Λεπέν, η οποία προηγείται στις δημοσκοπήσεις ενόψει των επόμενων προεδρικών εκλογών.

Τη δεύτερη θέση στις μετρήσεις καταλαμβάνει η Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λικ Μελανσόν, που εκπροσωπεί τη ριζοσπαστική Αριστερά.

Η εικόνα των δύο βασικών διεκδικητών, που φαίνεται να προέρχονται από τα πολιτικά άκρα, αναδεικνύει πόσο έχει εξασθενήσει το παραδοσιακό κέντρο.

Διαδηλωτές κάθονται σε καρέκλες που έχουν μεταφέρει από κατάστημα το οποίο υπέστη βανδαλισμούς, αποκλείοντας δρόμο στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια επεισοδίων στις 17 Οκτωβρίου 2026. Φωτογραφία: Abdul Saboor/Reuters
Διαδηλωτές κάθονται σε καρέκλες που έχουν μεταφέρει από κατάστημα το οποίο υπέστη βανδαλισμούς, αποκλείοντας δρόμο στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια επεισοδίων στις 17 Οκτωβρίου 2026. Φωτογραφία: Abdul Saboor/Reuters

Η υποχώρηση της εμπιστοσύνης στη δημοκρατία μέσα από τις δημοσκοπήσεις

Η αμφισβήτηση εκτείνεται πέρα από τη Γαλλία. Στοιχεία του ερευνητικού κέντρου Pew Research Center καταγράφουν ιδιαίτερα υψηλή δυσαρέσκεια για τον τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας σε πολλές δυτικές χώρες.

Το ποσοστό των πολιτών που δηλώνουν δυσαρεστημένοι με τη λειτουργία της δημοκρατίας είναι 69% στη Γαλλία και 68% στην Ισπανία. Η δυσαρέσκεια φτάνει το 62% στην Ιταλία, το 47% στην Πολωνία και, επίσης, το 69% στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι αριθμοί φανερώνουν μια ευρύτερη κρίση πολιτικής εκπροσώπησης: πολλοί πολίτες πιστεύουν ότι οι θεσμοί και οι κυβερνήσεις δεν καλύπτουν τις ανάγκες τους.

Στην καρδιά της δυσαρέσκειας βρίσκονται τα εισοδήματα που παραμένουν στάσιμα, η εργασιακή ανασφάλεια και η δυσκολία πρόσβασης σε βασικά αγαθά, όπως η κατοικία, η υγεία και η εκπαίδευση.

Ταυτόχρονα, τα δημοσιονομικά ελλείμματα μεγαλώνουν, οι δαπάνες αυξάνονται και η εξυπηρέτηση του χρέους γίνεται ακριβότερη, περιορίζοντας τα περιθώρια των κυβερνήσεων να ανταποκριθούν στις κοινωνικές απαιτήσεις.

Διαδηλωτής περνά μέσα από σύννεφο δακρυγόνων κοντά σε οδόφραγμα στη λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων, στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια συγκρούσεων με την αστυνομία, στις 17 Οκτωβρίου 2026. Φωτογραφία: Stephanie Lecocq/Reuters
Διαδηλωτής περνά μέσα από σύννεφο δακρυγόνων κοντά σε οδόφραγμα στη λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων, στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια συγκρούσεων με την αστυνομία, στις 17 Οκτωβρίου 2026. Φωτογραφία: Stephanie Lecocq/Reuters

Νταρόν Ατζέμογλου: «Θεωρήσαμε τη δημοκρατία δεδομένη»

Μια από τις σημαντικότερες προσεγγίσεις για την κρίση διατυπώνει ο νομπελίστας οικονομολόγος Νταρόν Ατζέμογλου, ο οποίος διδάσκει στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (MIT).

«Αρχίσαμε να θεωρούμε τη δημοκρατία δεδομένη», αναφέρει. Κατά την εκτίμηση του Ατζέμογλου, η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν εκπλήρωσε μία από τις σημαντικότερες υποσχέσεις της: να εξασφαλίσει κοινή ευημερία για ολόκληρη την κοινωνία.

Ο ίδιος αποδίδει την αποξένωση των ψηφοφόρων από το πολιτικό σύστημα σε δύο κύριες αποτυχίες.

Πρώτη αιτία είναι η οικονομική ανισότητα και το γεγονός ότι η εργατική τάξη εγκαταλείφθηκε.

Επί δεκαετίες, οι μισθωτοί εργαζόμενοι έχουν επηρεαστεί σημαντικά από την παγκοσμιοποίηση, την αυτοματοποίηση και τη μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων. Οι εξελίξεις αυτές έχουν εντείνει την ανασφάλεια και έχουν περιορίσει τις δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης.

Η διάδοση της Τεχνητής Νοημοσύνης προσθέτει πλέον μια νέα πηγή αβεβαιότητας, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες ότι θα χαθούν θέσεις εργασίας.

Κατά τον οικονομολόγο, οι πολιτικές ηγεσίες παραμέλησαν μια βασική υποχρέωση που αναλαμβάνουν απέναντι στους πολίτες: να διασφαλίζουν ότι οι υποδομές της καθημερινής ζωής λειτουργούν ομαλά.

Οι πολίτες προσδοκούν από το κράτος να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις ανάγκες τους, είτε πρόκειται για δρόμους και σχολεία είτε για νοσοκομεία και δημόσιες υπηρεσίες.

Η δεύτερη αποτυχία: Οι πολιτικές ελίτ απομακρύνθηκαν από τους εργαζομένους

Κατά τον Ατζέμογλου, δεύτερη αιτία αποτελεί η εντεινόμενη κυριαρχία μορφωμένων πολιτικών και ακαδημαϊκών στις τάξεις των παραδοσιακών κομμάτων.

Όπως σημειώνει, με την πάροδο του χρόνου ακόμη και κόμματα που είχαν ως ιστορική τους βάση την εκπροσώπηση των εργαζομένων απομακρύνθηκαν από τις κοινωνικές ομάδες που στήριζαν.

Έτσι έχει διαμορφωθεί η εντύπωση ότι οι πολιτικοί βλέπουν αφ’ υψηλού τις ανησυχίες όσων δεν έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση ή απασχολούνται σε χειρωνακτικές εργασίες.

Το χάσμα ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία και την κοινωνία γίνεται πλέον αντικείμενο εκμετάλλευσης από λαϊκιστικά κινήματα, με ιδιαίτερη παρουσία της Ακροδεξιάς.

«Αν ο φιλελευθερισμός πρόκειται να αναγεννηθεί, πρέπει να έχει στο επίκεντρό του την εργατική τάξη», επισημαίνει ο νομπελίστας.

Η προειδοποίηση αφορά τη δημοκρατία και τη δυνατότητα να παραμείνει βιώσιμη: αν η κοινωνική δυσαρέσκεια συνεχιστεί, υπάρχει κίνδυνος να αποδυναμωθούν ακόμη περισσότερο τα παραδοσιακά κόμματα και οι κοινοβουλευτικές ισορροπίες.

Συγκεντρωμένοι παρακολουθούν προεκλογική εκδήλωση του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), στο κέντρο του Σβερίν της Γερμανίας, τον Σεπτέμβριο του 2026. Φωτογραφία: Lisi Niesner/Reuters
Συγκεντρωμένοι παρακολουθούν προεκλογική εκδήλωση του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), στο κέντρο του Σβερίν της Γερμανίας, τον Σεπτέμβριο του 2026. Φωτογραφία: Lisi Niesner/Reuters

Γερμανία: Η AfD στην κορυφή των δημοσκοπήσεων – Σε υποχώρηση τα παραδοσιακά κόμματα

Η Γερμανία είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα της κρίσης που αντιμετωπίζει το πολιτικό κέντρο.

Ο ανταποκριτής των New York Times Στίβεν Έρλανγκερ σημειώνει πως τα δύο κόμματα που κυριάρχησαν στη μεταπολεμική πολιτική της Γερμανίας έχουν πλέον χάσει μεγάλο μέρος της εκλογικής τους ισχύος.

Για δεκαετίες, το πολιτικό σύστημα της χώρας διαμορφωνόταν από τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU), την αδελφή βαυαρική Χριστιανοκοινωνική Ένωση (CSU) και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD).

Η εκλογική βάση των παραδοσιακών κομμάτων, ωστόσο, περιορίζεται, καθώς νεότεροι ψηφοφόροι και εργαζόμενοι επιλέγουν την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) ή το αριστερό Die Linke.

Τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων αποτυπώνουν καθαρά την εικόνα: πρώτη είναι η ακροδεξιά AfD με 28%, ενώ το CDU/CSU ακολουθεί με 19,8%. Οι Πράσινοι καταλαμβάνουν την τρίτη θέση με 15%, και το SPD βρίσκεται στο 13,1%, λίγο μπροστά από το Die Linke, που συγκεντρώνει 11,3%.

Πλέον, η ακροδεξιά AfD αναδεικνύεται στην ισχυρότερη πολιτική δύναμη της Γερμανίας, με αισθητά υψηλότερη στήριξη από τους Χριστιανοδημοκράτες.

Με τα παραδοσιακά κόμματα κατακερματισμένα και τις συνεργασίες τους να γίνονται δυσκολότερες, η εξέλιξη περιπλέκει τη συγκρότηση σταθερών κυβερνητικών πλειοψηφιών.

Ο Στίβεν Σόκολ, επικεφαλής του American Council on Germany, λέει ότι οι κοινωνίες αυτές έχουν ένα κοινό: ανθρώπους που νιώθουν πως έχουν μείνει πίσω.

Είναι πολίτες που πιστεύουν ότι δεν απολαμβάνουν ούτε την ευημερία ούτε την ασφάλεια που διακρίνουν γύρω τους.

Η Μέρκελ και η ενίσχυση της Ακροδεξιάς στη Γερμανία

Η πολιτική κληρονομιά της Άνγκελα Μέρκελ αποτελεί μέρος της συζήτησης στη Γερμανία γύρω από τις ρίζες της σημερινής κρίσης.

Ο Νόρμπερτ Ρέτγκεν, σημαίνον στέλεχος των Χριστιανοδημοκρατών, εκτιμά ότι επί διακυβέρνησης Μέρκελ το CDU κινήθηκε προς το κέντρο και συχνά απέφευγε τα πολιτικά ρίσκα, παρότι οι προκλήσεις ήταν ορατές.

Στις προκλήσεις αυτές συγκαταλέγονται η αύξηση της μετανάστευσης, η επιβράδυνση της οικονομίας, η μείωση των γερμανικών εξαγωγών προς την Κίνα και οι χειρότερες σχέσεις με τη Ρωσία.

Ο Ρέτγκεν υποστηρίζει πως η στροφή προς το κέντρο, μαζί με τη στάση της Μέρκελ για τη μετανάστευση, απομάκρυνε ένα μέρος των παραδοσιακών συντηρητικών ψηφοφόρων.

Η AfD κάλυψε το πολιτικό κενό που προέκυψε και προσέλκυσε κυρίως ψηφοφόρους της εργατικής τάξης, οι οποίοι παλαιότερα στήριζαν το CDU.

Παράλληλα, το SPD χάνει παραδοσιακούς υποστηρικτές, καθώς, κατά τον ίδιο, η ηγεσία του απαρτίζεται όλο και περισσότερο από διανοουμένους και πανεπιστημιακούς που έχουν απομακρυνθεί από τους εργαζομένους.

Έτσι, η κυβέρνηση συνασπισμού των Χριστιανοδημοκρατών με τους Σοσιαλδημοκράτες γίνεται όλο και λιγότερο δημοφιλής και δυσκολεύεται να παρουσιάσει πειστικές λύσεις για τα οικονομικά προβλήματα της χώρας.

Μιλάνο, Ιταλία
Μιλάνο, Ιταλία, Φωτογραφία: AP

Ιταλία, Ισπανία και Πολωνία: Τέσσερις κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις το 2027

Η πολιτική αστάθεια έχει ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει των εκλογών του 2027, οι οποίες αναμένονται σε τέσσερις από τις πολυπληθέστερες χώρες της Ευρώπης: τη Γαλλία, την Ισπανία, την Ιταλία και την Πολωνία.

Στην Ιταλία, όπου το περασμένο Σαββατοκύριακο καταγράφηκαν επίσης βίαια επεισόδια, ανταγωνισμό δέχεται ακόμη και η δεξιά κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι από πολιτικές δυνάμεις που βρίσκονται πιο δεξιά.

Ο πρώην στρατηγός Ρομπέρτο Βανάτσι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς επιδιώκει να κερδίσει την υποστήριξη των πιο σκληροπυρηνικών ψηφοφόρων.

Παρόμοιες πιέσεις ασκούνται και σε αρκετές ακόμη χώρες της Ευρώπης.

Σε κυβερνήσεις της Τσεχίας, της Φινλανδίας, της Σλοβακίας και της Κροατίας μετέχουν ήδη κόμματα της σκληρής Δεξιάς, ενώ στη Σλοβενία η κυβέρνηση εξασφαλίζει εξωτερική στήριξη από ανάλογη πολιτική δύναμη.

Η συμμετοχή τους στις κυβερνήσεις εντείνει τον ανταγωνισμό και ωθεί ακόμη και τα παραδοσιακά δεξιά κόμματα να εξετάζουν πιο σκληρές θέσεις, υπό την πίεση που δέχονται.

Ανάλογες εξελίξεις σημειώνονται και στη Βρετανία.

Στις εκλογές του 2024, τα ποσοστά ψήφων των Εργατικών και των Συντηρητικών, αν προστεθούν, διαμορφώθηκαν στο χαμηλότερο επίπεδο για τα δύο κόμματα εδώ και πάνω από έναν αιώνα.

Ακολούθησε σημαντική άνοδος του ακροδεξιού Reform UK στις δημοσκοπήσεις, αν και το τελευταίο διάστημα η δυναμική του έχει υποχωρήσει σε κάποιο βαθμό.

«Έρχεται μεγάλος μετασχηματισμός»: Οι κίνδυνοι για την Ευρωπαϊκή Ένωση

Την εκτίμηση ότι η Ευρώπη βαδίζει προς έναν μεγάλο πολιτικό μετασχηματισμό διατυπώνει ο πολιτικός επιστήμονας Ιβάν Κράστεφ, που είναι πρόεδρος του Κέντρου Φιλελεύθερων Στρατηγικών στη Βουλγαρία και ερευνητής στο Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Επιστημών της Βιέννης.

Οι εκλογές που θα διεξαχθούν τους επόμενους μήνες είναι πιθανό να αφήσουν πίσω τους κοινοβούλια με μεγαλύτερο κατακερματισμό και να δυσκολέψουν τη συγκρότηση κυβερνητικών συνασπισμών.

Ο Κράστεφ εκτιμά ότι σε δεξιές κυβερνήσεις συνεργασίας μπορεί να συμμετέχουν μικρότερα ακροδεξιά κόμματα, αποκτώντας επιρροή στις πολιτικές αποφάσεις μεγαλύτερη από το μέγεθός τους.

Έτσι, ακόμη και τα μεγαλύτερα δεξιά κόμματα ενδέχεται να δυσκολευτούν να κινηθούν προς το κέντρο.

Ο Κράστεφ αναφέρεται και σε έναν ευρύτερο κίνδυνο: η διεύρυνση της συμμετοχής ακροδεξιών κομμάτων στην κυβέρνηση αυξάνει την πίεση να θεωρούνται πολιτικά κανονικοποιημένα, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό, πάντως, δεν συνεπάγεται αναγκαστικά ότι οι Ευρωπαίοι νιώθουν μεγαλύτερη ασφάλεια.

Οι προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, που έχουν προγραμματιστεί για την άνοιξη του 2027, αναμένεται να είναι ιδιαίτερα κρίσιμες.

Αν η Μαρίν Λεπέν επικρατήσει, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι σημαντικές για τους δεσμούς της Γαλλίας με τις Βρυξέλλες, τη σταθερότητα του ευρώ και το ΝΑΤΟ, καθώς και για την ευρωπαϊκή στήριξη προς την Ουκρανία.

Αστυνομικός επιχειρεί να σβήσει φλεγόμενο κάδο απορριμμάτων κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στη Νάντη της Γαλλίας, στις 17 Οκτωβρίου 2026, στο πλαίσιο των πανεθνικών κινητοποιήσεων του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων» κατά της ακρίβειας και της αύξησης των τιμών των καυσίμων. Φωτογραφία: Stephane Mahe/Reuters
Αστυνομικός επιχειρεί να σβήσει φλεγόμενο κάδο απορριμμάτων κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στη Νάντη της Γαλλίας, στις 17 Οκτωβρίου 2026, στο πλαίσιο των πανεθνικών κινητοποιήσεων του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων» κατά της ακρίβειας και της αύξησης των τιμών των καυσίμων. Φωτογραφία: Stephane Mahe/Reuters

Θα μπορέσει το πολιτικό κέντρο να ανακάμψει; Η κοινή ευημερία ως στοίχημα

Το κεντρικό ζητούμενο είναι κατά πόσο οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις θα κατορθώσουν να ξανακερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Κατά τον Νταρόν Ατζέμογλου, η απάντηση δεν είναι μόνο η υπεράσπιση των θεσμών που υπάρχουν ήδη, αλλά και η διαμόρφωση ενός νέου κοινωνικού και οικονομικού οράματος.

Η πρότασή του είναι να συγκροτηθεί μια ευρεία πολιτική συμμαχία, ικανή να εκφράσει τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων, διατηρώντας παράλληλα την κοινωνική συμπερίληψη και τις δημοκρατικές αρχές.

Προτεραιότητα χρειάζεται να δοθεί στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στην ενίσχυση των μισθών, μαζί με την εξασφάλιση επαγγελματικών προοπτικών για ανθρώπους με διαφορετική εκπαίδευση και δεξιότητες.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί κρίσιμο πεδίο για αυτή την προσπάθεια: η χρήση της μπορεί να οξύνει τις ανισότητες, αλλά και να βοηθήσει ώστε η ευημερία να διαχυθεί ευρύτερα.

Όπως τονίζει η ανάλυση των New York Times, η κρίση του πολιτικού κέντρου δεν είναι μια πρόσκαιρη αλλαγή στα δημοσκοπικά ποσοστά. Συνδέεται με οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές δεκαετιών, τις οποίες οι παραδοσιακές ηγεσίες απέτυχαν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά.

Οι ταραχές στη Γαλλία, η πρωτιά της AfD στις γερμανικές δημοσκοπήσεις, η αυξανόμενη επιρροή της Ακροδεξιάς και οι επικείμενες κρίσιμες εκλογές φέρνουν την Ευρώπη μπροστά σε μια καθοριστική πολιτική καμπή. Το ερώτημα πλέον δεν περιορίζεται στο ποιοι θα επικρατήσουν στις επόμενες εκλογές, αλλά αφορά και το αν τα παραδοσιακά κόμματα θα πείσουν τους πολίτες ότι η δημοκρατία μπορεί ακόμη να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο ΔΕΔΟΜΕΝΟ.

ΣΧΟΛΙΑ

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *.

Ευρώπη: Η οργή στη Γαλλία και η άνοδος της Ακροδεξιάς απειλούν το πολιτικό κέντρο – Εκλογές που μπορεί να αλλάξουν την ήπειρο