ΗΠΑ: Η δημοτικότητα του Τραμπ σε ιστορικό χαμηλό – Οι Δημοκρατικοί προηγούνται με 12 μονάδες ενόψει ενδιάμεσων εκλογών
Η οικονομία βαραίνει την εικόνα του προέδρου: το 68% αποδοκιμάζει τους χειρισμούς του, ενώ οι Δημοκρατικοί προηγούνται των Ρεπουμπλικανών κατά 18 μονάδες μεταξύ των γυναικών

Η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ έχει πέσει στο χαμηλότερο σημείο και των δύο προεδρικών θητειών του, καθώς μόνο το 31% των Αμερικανών εγκρίνει πλέον τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του, σύμφωνα με νέα δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos. Με τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου να απέχουν λιγότερο από δύο εβδομάδες, οι Ρεπουμπλικανοί βλέπουν τους Δημοκρατικούς να προηγούνται κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες. Η δυσαρέσκεια για την οικονομία και το υψηλό κόστος της βενζίνης φαίνεται να διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό κλίμα, προκαλώντας ανησυχία στο στρατόπεδο του Αμερικανού προέδρου.
Η δημοσκόπηση, την οποία έδωσε στη δημοσιότητα το Reuters τη Δευτέρα (19/10), καταγράφει την αποδοχή του Ντόναλντ Τραμπ στο 31%. Το ποσοστό είναι μειωμένο κατά μία μονάδα σε σύγκριση με την έρευνα που είχε πραγματοποιηθεί δύο εβδομάδες νωρίτερα.
Σε όλη τη διάρκεια των δύο προεδρικών θητειών του Τραμπ δεν είχε καταγραφεί χαμηλότερη αποδοχή. Η πτώση σημειώνεται ενώ οι Αμερικανοί ψηφοφόροι δηλώνουν όλο και πιο δυσαρεστημένοι με την οικονομική κατάσταση.
Η έρευνα έκλεισε τη Δευτέρα και τα αποτελέσματά της σκιαγραφούν ιδιαίτερα αρνητικές προοπτικές για τους Ρεπουμπλικανούς πριν από την εκλογική αναμέτρηση.
Δημοκρατικοί στο 47% και Ρεπουμπλικανοί στο 35% – Διευρύνεται η εκλογική ψαλίδα
Τα αποτελέσματα προκαλούν έντονη ανησυχία στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, καθώς καταγράφεται σημαντική αύξηση του προβαδίσματος των Δημοκρατικών.
Όταν οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι ρωτήθηκαν ποιο κόμμα θα ψήφιζαν αν οι εκλογές για το Κογκρέσο διεξάγονταν σήμερα, το 47% επέλεξε τους Δημοκρατικούς και το 35% τους Ρεπουμπλικανούς.
Ποτέ άλλοτε στον τρέχοντα εκλογικό κύκλο η διαφορά δεν είχε φτάσει τις 12 ποσοστιαίες μονάδες.
Δύο εβδομάδες πριν, το ποσοστό των Δημοκρατικών ήταν 44% και εκείνο των Ρεπουμπλικανών 37%, με το προβάδισμα να ανέρχεται σε επτά μονάδες.
Η δημοσκόπηση αναζωπυρώνει τις ελπίδες των Δημοκρατικών να πάρουν ξανά τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ή ακόμη και της Γερουσίας.
Αν συμβεί αυτό, η πολιτική ατζέντα του Τραμπ θα μπορούσε να συναντήσει σοβαρά εμπόδια στα δύο τελευταία χρόνια της προεδρίας του.
Όπως σημειώνει, ωστόσο, το Reuters, οι δημοσκοπήσεις σε εθνικό επίπεδο καταγράφουν τη γενικότερη τάση των ψηφοφόρων, όχι κατ’ ανάγκη τον τελικό αριθμό εδρών. Αυτός εξαρτάται από τις επιμέρους εκλογικές αναμετρήσεις σε κάθε πολιτεία και περιφέρεια.
Οι γυναίκες γυρίζουν την πλάτη στους Ρεπουμπλικανούς
Η αλλαγή στάσης των γυναικών ψηφοφόρων συμβάλλει καθοριστικά στο άνοιγμα της διαφοράς.
Όπως προκύπτει από τη δημοσκόπηση, το 50% των γυναικών δηλώνει πως σκοπεύει να ψηφίσει Δημοκρατικούς, ενώ μόλις το 32% τάσσεται υπέρ των Ρεπουμπλικανών.
Έτσι, οι Δημοκρατικοί προηγούνται μεταξύ των γυναικών κατά 18 μονάδες, διαφορά που συγκαταλέγεται στους κύριους λόγους για τη συνολική μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών.
Και στους άνδρες οι Δημοκρατικοί βρίσκονται μπροστά, όμως το προβάδισμά τους είναι πιο περιορισμένο.
Για τους Ρεπουμπλικανούς, η εξέλιξη αυτή κάνει δυσκολότερη την προσπάθεια να συγκρατήσουν τις απώλειες σε μια σημαντική ομάδα ψηφοφόρων.
Αρνητική αξιολόγηση των οικονομικών χειρισμών Τραμπ από το 68%
Μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες του Αμερικανού προέδρου αναδεικνύεται η οικονομία.
Τον τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ διαχειρίζεται την οικονομία αποδοκιμάζει το 68% των ερωτηθέντων. Αξιοσημείωτο είναι πως αρνητική γνώμη έχει και το 37% όσων δηλώνουν Ρεπουμπλικανοί.
Η δυσαρέσκεια, επομένως, δεν προέρχεται μόνο από τους πολιτικούς αντιπάλους του Τραμπ, αλλά έχει φτάσει και σε μέρος της εκλογικής βάσης του κόμματός του.
Το Reuters αναφέρει πως η δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου δέχθηκε σημαντικό πλήγμα αφότου ο ίδιος αποφάσισε να εξαπολύσει στρατιωτικά πλήγματα στο Ιράν, τον περασμένο Φεβρουάριο, σε συνεργασία με το Ισραήλ.
Οι πολεμικές συγκρούσεις που ακολούθησαν οδήγησαν σε απότομη άνοδο της τιμής της βενζίνης, πιέζοντας τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και εντείνοντας τη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής.
Το αυξημένο κόστος των καυσίμων έχει γίνει ιδιαίτερα ευαίσθητο πολιτικό θέμα, αφού επιβαρύνει άμεσα τόσο τις καθημερινές μετακινήσεις όσο και τις δαπάνες των νοικοκυριών στις ΗΠΑ.
Οι Δημοκρατικοί θεωρούνται καταλληλότεροι από τους Αμερικανούς στην οικονομία
Η αξιολόγηση των δύο μεγάλων κομμάτων αντανακλά επίσης την οικονομική δυσαρέσκεια.
Στην ερώτηση ποιο κόμμα είναι καταλληλότερο να διαχειριστεί την οικονομία, το 40% των συμμετεχόντων απάντησε οι Δημοκρατικοί και το 33% οι Ρεπουμπλικανοί.
Οι Δημοκρατικοί έχουν προβάδισμα επτά μονάδων σε ένα ζήτημα που παραδοσιακά μετρά καθοριστικά στις αμερικανικές εκλογές, στοιχείο που αναδεικνύει ακόμη μία δυσκολία για το κυβερνών κόμμα.
Η οικονομία βρίσκεται στον πυρήνα της πολιτικής ταυτότητας του Τραμπ, γεγονός που προσδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα στην εικόνα αυτή.
Καθώς οι τιμές των καυσίμων παραμένουν αυξημένες και οι ψηφοφόροι ανησυχούν για την αγοραστική τους δύναμη, η δυσαρέσκεια για τους κυβερνητικούς χειρισμούς φαίνεται να λειτουργεί υπέρ των Δημοκρατικών.
Κρίσιμη κάλπη στις 3 Νοεμβρίου και το διακύβευμα για τον Τραμπ
Η σύνθεση του αμερικανικού Κογκρέσου για τη διετία που ακολουθεί θα κριθεί στις ενδιάμεσες εκλογές, οι οποίες διεξάγονται στις 3 Νοεμβρίου.
Στόχος των Ρεπουμπλικανών είναι να κρατήσουν τον έλεγχο και στα δύο σώματα, στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία, ώστε να εξακολουθήσουν να προωθούν τις νομοθετικές πρωτοβουλίες του προέδρου.
Από την άλλη πλευρά, οι Δημοκρατικοί θέλουν να αξιοποιήσουν την δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής και τους κυβερνητικούς χειρισμούς, μετατρέποντάς την σε εκλογικά κέρδη.
Εάν ο Τραμπ χάσει την πλειοψηφία σε ένα από τα δύο νομοθετικά σώματα, η δυνατότητά του να κινείται πολιτικά θα περιοριστεί σημαντικά.
Παρότι η δημοσκόπηση εμφανίζει μεγάλο προβάδισμα, τίποτα δεν έχει κριθεί στην αναμέτρηση. Οι ξεχωριστοί εκλογικοί συσχετισμοί σε κάθε πολιτεία και περιφέρεια ενδέχεται να παίξουν καθοριστικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα.
Πώς διεξήχθη η δημοσκόπηση Reuters/Ipsos
Η έρευνα Reuters/Ipsos έγινε μέσω διαδικτύου σε εθνική κλίμακα, διήρκεσε τέσσερις ημέρες και ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου.
Στην έρευνα έλαβαν μέρος 1.679 ενήλικοι στις ΗΠΑ, ενώ 1.279 από αυτούς ήταν εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι.
Το περιθώριο σφάλματος είναι δύο ποσοστιαίες μονάδες για όλους τους συμμετέχοντες και τρεις μονάδες για όσους είναι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι.
Με τη δημοτικότητά του στο 31%, το προβάδισμα των Δημοκρατικών να μεγαλώνει και τη δυσαρέσκεια για την οικονομία να επηρεάζει ακόμη και Ρεπουμπλικανούς, ο Ντόναλντ Τραμπ φτάνει στην τελική ευθεία πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, μέσα στο δυσμενέστερο δημοσκοπικό κλίμα των δύο προεδρικών θητειών του.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.