Ναβαρίνο: Η ναυμαχία που άλλαξε την πορεία της Ελλάδας
Η Συνθήκη του Λονδίνου είχε ζητήσει ανακωχή και διαπραγματεύσεις, ενώ οι στόλοι Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας στόχευαν να διακόψουν τον ανεφοδιασμό των οθωμανικών και αιγυπτιακών δυνάμεων

Το μεσημέρι της 20ής Οκτωβρίου 1827, βρετανικά, γαλλικά και ρωσικά πολεμικά πλοία άρχισαν να εισέρχονται στον κόλπο του Ναβαρίνου, στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο. Εκεί είχε συγκεντρωθεί ο οθωμανικός και αιγυπτιακός στόλος, που αποτελούσε βασικό στήριγμα της εκστρατείας κατά της Ελληνικής Επανάστασης.
Σε λίγες μόλις ώρες, ο ασφαλής όρμος έγινε τόπος καταστροφής, με καπνό, φλεγόμενα πλοία και συντρίμμια. Η ναυμαχία που ξέσπασε άλλαξε αποφασιστικά τον συσχετισμό δυνάμεων και έφερε πιο κοντά την ανεξαρτησία της Ελλάδας.
Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου αποτέλεσε σημείο καμπής σε έναν αγώνα που συμπλήρωνε ήδη περισσότερα από έξι χρόνια. Η σημασία της ξεπέρασε το στρατιωτικό αποτέλεσμα, καθώς οι στόλοι τριών ευρωπαϊκών δυνάμεων στράφηκαν από κοινού εναντίον των δυνάμεων που πολεμούσαν τους Έλληνες. 
Η σύγκρουση καταγράφηκε επίσης στην παγκόσμια ναυτική ιστορία ως η τελευταία μεγάλη ναυμαχία στην οποία πολέμησαν αποκλειστικά ιστιοφόρα πολεμικά. Στον ίδιο κόλπο διασταυρώθηκαν ο αγώνας των Ελλήνων για ελευθερία και οι ανταγωνισμοί της ευρωπαϊκής διπλωματίας.
Η Ελληνική Επανάσταση σε κρίσιμο σημείο
Οι επαναστατημένοι Έλληνες βρίσκονταν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση το 1827. Οι εμφύλιες διαμάχες είχαν καταναλώσει ανθρώπινες δυνάμεις και πόρους, ενώ η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο το 1825 είχε ισχυροποιήσει σημαντικά την οθωμανική πλευρά.
Με οργανωμένο στρατό, οι Αιγύπτιοι κατέλαβαν θέσεις στρατηγικής σημασίας και προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στην ύπαιθρο. Οι Έλληνες εξακολουθούσαν να αντιστέκονται, όμως η συνέχιση του Αγώνα γινόταν όλο και πιο δύσκολη.
Η ήττα στο Μεσολόγγι το 1826 και η παράδοση της Ακρόπολης την επόμενη χρονιά έκαναν την κατάσταση ακόμη πιο δυσμενή. Παρ’ όλα αυτά, η Επανάσταση παρέμενε ενεργή: ένοπλες ομάδες συνέχιζαν την αντίσταση και η ελληνική πολιτική διοίκηση εξακολουθούσε να υπάρχει.
Η συνέχιση της αντίστασης είχε ξεχωριστή βαρύτητα, καθώς διατηρούσε ανοιχτό το ελληνικό ζήτημα. Η ευρωπαϊκή παρέμβαση θα γινόταν ενώ ο πόλεμος βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη, παρά τις δυσμενείς συνθήκες για τους επαναστάτες.
Οι διπλωματικοί υπολογισμοί πίσω από τη ναυμαχία
Οι τρεις δυνάμεις αντιμετώπιζαν με διαφορετικούς στόχους το ελληνικό ζήτημα. Η Ρωσία επιδίωκε να διευρύνει την επιρροή της σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ η Βρετανία φοβόταν τις επιπτώσεις μιας ρωσικής επέμβασης στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς τη συμμετοχή άλλων δυνάμεων.
Η Γαλλία διεκδικούσε επίσης ενεργό ρόλο στις εξελίξεις. Στο πολιτικό αυτό περιβάλλον προστίθεντο η φιλελληνική κινητοποίηση και η ευρωπαϊκή συγκίνηση για τα δεινά των αμάχων. 
Με τη Συνθήκη του Λονδίνου, την οποία υπέγραψαν στις 6 Ιουλίου 1827, Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία ζήτησαν να σταματήσουν οι εχθροπραξίες και να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για το ελληνικό ζήτημα. Η λύση που προέβλεπαν ήταν αυτονομία για τους Έλληνες υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου, όχι ακόμη πλήρης ανεξαρτησία.
Η ελληνική πλευρά συμφώνησε να δεχθεί τη μεσολάβηση, σε αντίθεση με την οθωμανική κυβέρνηση, η οποία απέρριψε τους όρους. Η εφαρμογή της συμφωνίας πέρασε έτσι στους ναυάρχους που βρίσκονταν σε αποστολή στην περιοχή.
Μια αποστολή με επικίνδυνα περιθώρια
Την ανώτατη διοίκηση του συμμαχικού στόλου ανέλαβε ο Βρετανός αντιναύαρχος Έντουαρντ Κόδριγκτον, έμπειρος αξιωματικός και βετεράνος της ναυμαχίας του Τραφάλγκαρ. Τη γαλλική μοίρα διοικούσε ο Ανρί Δεριγνύ και τη ρωσική ο Λογγίνος Χέυδεν.
Οι τρεις ναύαρχοι είχαν εντολή να ασκήσουν αρκετή πίεση για να διακοπούν οι επιχειρήσεις και ο ανεφοδιασμός των οθωμανικών και αιγυπτιακών δυνάμεων. Η εντολή, ωστόσο, έκρυβε έναν επικίνδυνο γρίφο: έπρεπε να εφαρμοστεί μια πολιτική απόφαση χωρίς να ξεσπάσει γενικευμένος πόλεμος.
Ως σημαντική βάση του αντίπαλου στόλου, ο κόλπος του Ναβαρίνου αποτελούσε κομβικό σημείο για την υποστήριξη των επιχειρήσεων στην Πελοπόννησο. Οι σύμμαχοι επέλεξαν να μπουν στο αγκυροβόλιο, επιδιώκοντας να ασκήσουν ισχυρότερη πίεση με την παρουσία τους εκεί.
Με αυτή την κίνηση, πλοία βαριά οπλισμένα και από διαφορετικές παρατάξεις θα βρίσκονταν σε πολύ κοντινή απόσταση. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ακόμη κι ένα μικρής έκτασης επεισόδιο μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη σύγκρουση.
Πώς ένα επεισόδιο οδήγησε στη γενικευμένη ναυμαχία
Μέσα στον κόλπο, ο οθωμανικός και αιγυπτιακός στόλος είχε σχηματίσει διάταξη πετάλου. Τα πλοία του ήταν περισσότερα, αλλά ο αριθμός τους δεν αρκούσε για να αποτυπώσει την πραγματική ισχύ των αντιπάλων. Οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν ισχυρά πλοία γραμμής, έμπειρα πληρώματα και αποτελεσματικά πυροβόλα.
Επιπλέον, το περιορισμένο μέγεθος του αγκυροβολίου δυσχέραινε την αξιοποίηση της αριθμητικής υπεροχής του αντίπαλου στόλου.
Η σύγκρουση ξεκίνησε ύστερα από επεισόδιο με ένα οθωμανικό πυρπολικό και μια βρετανική λέμβο, η οποία είχε σταλεί με αίτημα την απομάκρυνση του πυρπολικού. Στη συνέχεια ακούστηκαν πυροβολισμοί και τα πυρά επεκτάθηκαν γρήγορα στα πλοία που βρίσκονταν κοντά.
Οι αφηγήσεις διαφέρουν ως προς την ακριβή σειρά των πρώτων βολών. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν το ίδιο: η επιχείρηση άσκησης πίεσης μετατράπηκε σε γενική ναυμαχία, ενώ μέσα στον καπνό χάθηκε κάθε περιθώριο συνεννόησης.
Η μάχη διεξήχθη κυρίως ανάμεσα σε αγκυροβολημένα πλοία, με σφοδρούς κανονιοβολισμούς από κοντινή απόσταση. Οι ομοβροντίες προκαλούσαν καταστροφές στα ξύλινα κύτη, ενώ πυρκαγιές και εκρήξεις αύξαναν τις απώλειες και τη σύγχυση. 
Ανάμεσα στα πλοία που είχαν κεντρικό ρόλο στη σύγκρουση βρίσκονταν η βρετανική ναυαρχίδα «Ασία», η γαλλική «Σειρήν» και η ρωσική «Αζόφ». Η πείρα των πληρωμάτων και ο τρόπος με τον οποίο συντόνιζαν τα πυρά τους αποδείχθηκαν καθοριστικά.
Η καταστροφή του στόλου και η επόμενη ημέρα
Όταν έφτασε το τέλος του απογεύματος, ο οθωμανικός και αιγυπτιακός στόλος είχε ουσιαστικά χάσει τη δυνατότητα αντίστασης. Πολλά πλοία είχαν βυθιστεί ή καεί, ενώ άλλα είχαν υποστεί καταστροφικές ζημιές, με αποτέλεσμα ο στόλος να μην μπορεί πια να εκτελεί τον επιχειρησιακό ρόλο που είχε έως τότε.
Οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν και εκείνες σημαντικές απώλειες σε ανθρώπους και υλικές ζημιές, χωρίς όμως να χάσουν τα πλοία τους. Η ναυτική ισορροπία είχε πλέον ανατραπεί καθοριστικά.
Η νίκη προκάλεσε πολιτικές επιπτώσεις, οι οποίες δεν έγιναν δεκτές με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η καταστροφή ενός στόλου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί απλώς μια περιορισμένη αποστολή διαμεσολάβησης και γεννούσε φόβους για μια ευρύτερη σύρραξη.
Ο Κόδριγκτον έλαβε τιμητικές διακρίσεις για την πολεμική επιτυχία, αλλά παράλληλα επικρίθηκε για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε την αποστολή. Το Ναβαρίνο έδειξε πόσο δύσκολο είναι να παραμείνει υπό έλεγχο η πορεία μιας ένοπλης επέμβασης.
Η πορεία προς την ελληνική ανεξαρτησία
Η ναυμαχία δεν τερμάτισε αμέσως τον πόλεμο ούτε οδήγησε στην άμεση αποχώρηση όλων των αντίπαλων στρατευμάτων. Ακολούθησαν η γαλλική εκστρατεία στον Μοριά το 1828, ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1828–1829 και νέες διπλωματικές διαπραγματεύσεις. 
Το 1830 αναγνωρίστηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας. Ωστόσο, η ναυμαχία του Ναβαρίνου είχε ήδη αφαιρέσει ένα σημαντικό στρατιωτικό στήριγμα από την προσπάθεια καταστολής, κάνοντας πολύ δυσκολότερη την επαναφορά της προηγούμενης κατάστασης.
Η σημασία της ναυμαχίας στην ιστορία συνδέεται ακριβώς με την τομή ανάμεσα στην ελληνική αντίσταση και τη διεθνή παρέμβαση. Οι θυσίες των επαναστατών κράτησαν ζωντανό το αίτημα για ελευθερία, ενώ η μάχη στον μεσσηνιακό κόλπο άλλαξε αποφασιστικά τις προοπτικές του.
Το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος δεν ιδρύθηκε εκείνο το απόγευμα. Ωστόσο, διαμορφώθηκαν τότε πολύ ευνοϊκότερες συνθήκες για τη συγκρότησή του.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.