Εθνικό συμφέρον στην πράξη: Οι αποφάσεις που η Ελλάδα δεν μπορεί να αναβάλλει – Ανάλυση του Μάριου Παναγιώτη Ευθυμιόπουλου
Η ανατολική λιβυκή Βουλή ενέκρινε το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η κυβέρνηση της Τρίπολης χαιρέτισε την απόφαση, με τις δύο πλευρές να συμπίπτουν απέναντι στις ελληνικές θέσεις

Ο Αριστοτέλης θέτει ένα διαχρονικό ερώτημα για την εξουσία: υπηρετεί το κοινό όφελος ή εκείνους που κυβερνούν; Στα «Πολιτικά», η διάκριση αυτή αποτελεί βάση για την αξιολόγηση των πολιτευμάτων. Με το ίδιο κριτήριο μπορούμε να εξετάσουμε τη σημερινή Ελλάδα: οι επιλογές μας θωρακίζουν την ασφάλεια και τις προοπτικές της χώρας ή εξυπηρετούν κυρίως την κυβερνητική εικόνα;
Το εθνικό συμφέρον αφορά όλη την κοινωνία, είτε πρόκειται για την υπεράσπιση της κυριαρχίας και την οικονομική αντοχή είτε για την αυτονομία των εθνικών αποφάσεων. Για να αποκτήσει ουσία, χρειάζεται να προσδιορίσουμε τι θέλουμε να προστατεύσουμε και να πετύχουμε, ποιο τίμημα δεχόμαστε και ποιο αποτέλεσμα επιδιώκουμε. Η πολιτική ευθύνη αρχίζει όταν οι διακηρύξεις δεν αρκούν πλέον.
Η ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο αυξάνεται, αλλά συχνά εμείς αντιμετωπίζουμε τις διεθνείς εξελίξεις ως ζήτημα εσωτερικής επικοινωνίας. Προτού φανεί η πρακτική αξία μιας δήλωσης συμπαράστασης, αυτή προβάλλεται ως επιτυχία· μια συνάντηση εμφανίζεται ως στρατηγικό κέρδος, χωρίς να αποτιμώνται οι δεσμεύσεις. Την ίδια στιγμή, άλλοι ενισχύουν την επιρροή τους και δημιουργούν νέα δεδομένα.
Πολιτική προσβολή για την Ελλάδα συνιστά η έγκριση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου από την ανατολική λιβυκή Βουλή, η οποία συνδέεται με το στρατόπεδο Χάφταρ. Εφόσον μια πλευρά που παλαιότερα το απέρριπτε άλλαξε στάση, χρειάζεται να επανεξετάσουμε τους υπολογισμούς μας. Οι επίσημες καταγραφές επιβεβαιώνουν τις ελληνικές επαφές με τη Βεγγάζη· ζητούμενο παραμένει ποιες συνεργασίες προέκυψαν και ποιες δεσμεύσεις εξασφαλίστηκαν.
Την έγκριση χαιρέτισε και η κυβέρνηση της Τρίπολης, με αποτέλεσμα οι δύο αντίπαλες λιβυκές πλευρές να συμπίπτουν στο συγκεκριμένο θέμα απέναντι στις ελληνικές θέσεις. Η Τουρκία αναπτύσσει σχέσεις και με τα δύο στρατόπεδα. Κατά την εκτίμησή μου, στόχος της είναι να επηρεάζει τις αποφάσεις, όποια κι αν είναι η εσωτερική ισορροπία. Για την Αθήνα απαιτούνται σταθερή παρουσία σε βάθος χρόνου, οικονομικά μέσα και συνεργασίες με απτά αποτελέσματα.
Σημασία έχει και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται διεθνώς η υπόθεση. Στις 22 Οκτωβρίου, το Al Jazeera την περιέγραψε ως αντιπαράθεση για θαλάσσια δικαιώματα και ενεργειακές διεκδικήσεις. Αυτή η δημοσιογραφική προσέγγιση δεν συνιστά νομική αξιολόγηση, καταδεικνύει όμως πώς ένα διεθνές κοινό μπορεί να εκλάβει το ζήτημα ως σύγκρουση ισοδύναμων αξιώσεων. Η Ελλάδα οφείλει να παρουσιάζει εγκαίρως τα τεκμήριά της στα σημεία όπου διαμορφώνεται η διεθνής αντίληψη.
Σαφές στήριγμα παρέχει η ευρωπαϊκή θέση: το μνημόνιο παραβιάζει δικαιώματα τρίτων κρατών, αντίκειται στο Δίκαιο της Θάλασσας και δεν έχει έννομα αποτελέσματα για αυτά. Για να αξιοποιηθεί, χρειάζονται συγκεκριμένα αιτήματα προς τους εταίρους, σταθερή ενημέρωση και συνέχεια στην πολιτική. Η στήριξη γίνεται ουσιαστική όταν οδηγεί σε αποφάσεις και εφαρμογή.
Το ελληνικό διακύβευμα αποτυπώνεται και στα πιο πρόσφατα στοιχεία. Η ετήσια έκθεση 2025–2026 της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών αναφέρει σχεδόν 5.800 πλοία, ποσοστό άνω του 19% της παγκόσμιας χωρητικότητας και 61% του στόλου να βρίσκεται υπό ευρωπαϊκό έλεγχο. Κατά την εκτίμησή της, η ναυτιλία συνεισφέρει άμεσα και έμμεσα το 7–8% του ελληνικού ΑΕΠ και στηρίζει περίπου 200.000 θέσεις εργασίας. Αυτό το οικονομικό βάρος πρέπει να συνοδεύεται από ανάλογη πολιτική επιρροή.
Εξίσου σαφής είναι η έκθεση στον ενεργειακό τομέα. Η αμερικανική EIA, στην έκθεσή της στις 6 Οκτωβρίου 2026, υπολογίζει ότι τον Σεπτέμβριο η μέση τιμή του Brent έφτασε τα 114 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας αύξηση 23 δολαρίων σε σύγκριση με τον Αύγουστο. Αποδίδει την άνοδο σε επιθέσεις εναντίον υποδομών και δεξαμενόπλοιων στη Μέση Ανατολή. Όταν απειλούνται οι θαλάσσιες οδοί, επηρεάζονται οι δαπάνες για ενέργεια, μεταφορές και παραγωγή, με συνέπειες για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Η Άγκυρα, στο μεταξύ, προωθεί συνάντηση στην Κωνσταντινούπολη με τη συμμετοχή ευρωπαϊκών και μεσανατολικών χωρών, για θέματα περιφερειακών συγκρούσεων και ναυσιπλοΐας. Με την κίνηση αυτή επιδιώκει να αποκτήσει ρόλο στη διαχείριση ζητημάτων ευρύτερης σημασίας. Η Ελλάδα χρειάζεται να οργανώσει δική της πρωτοβουλία, αξιοποιώντας τη γεωγραφική θέση, τη ναυτιλιακή της ισχύ και τις συνεργασίες της.
Μπορούμε να σχεδιάσουμε με βάση τρεις πιθανές εξελίξεις: παρατεταμένη πίεση, επεισόδια σχετικά με έρευνες και υποδομές ή διαπραγματεύσεις από δυσμενέστερη θέση. Πρόκειται για σενάρια και όχι για βεβαιότητες. Η προετοιμασία διευρύνει τις επιλογές μας, ενώ η καθυστέρηση αφήνει σε άλλους τον καθορισμό του χρόνου λήψης αποφάσεων.
Οι επιλογές τώρα είναι συγκεκριμένες:
1. Λιβύη: κατάρτιση σχεδίου έξι μηνών, με σταθερή παρουσία και συνεργασίες αμοιβαίου οφέλους.
2. Κύπρος: προετοιμασία για διαπραγμάτευση ΑΟΖ, με πολιτική εντολή και σεβασμό στα δικαιώματα τρίτων.
3. Αίγυπτος: ταχύτερη προώθηση των συνομιλιών για επέκταση της οριοθέτησης ανατολικά.
4. Χωρικά ύδατα: προεργασία για επέκταση στα δώδεκα ναυτικά μίλια, με βάση τους κανόνες οριοθέτησης.
5. Πρόληψη: έγκαιρη αξιολόγηση απειλών, κινητοποίηση συμμάχων και θωράκιση υποδομών πριν από την εκδήλωση κρίσης.
6. Κόκκινες γραμμές: καθορισμός σαφών ορίων, διαθέσιμων μέσων και νόμιμων, αναλογικών αντιδράσεων για τις οποίες υπάρχει προετοιμασία.
7. Δημόσια διπλωματία: σταθερή διεθνής παρουσία και τεκμηριωμένη ενημέρωση.
Καθεμία από τις επιλογές συνοδεύεται από απαιτήσεις και κινδύνους. Η κυβέρνηση πρέπει να αξιολογεί τις αντιδράσεις, το κόστος και τα μέσα που διαθέτει, διατηρώντας παράλληλα ανοιχτούς διαύλους αποκλιμάκωσης. Η συγκεκριμένη στάθμιση, ωστόσο, οφείλει να οδηγεί σε απόφαση· διαφορετικά, η διαχείριση των κινδύνων καταλήγει σε μόνιμη ακινησία.
Απαιτείται διαφορετική πολιτική προσέγγιση, με ανθρώπους που διαθέτουν γνώση, αναλαμβάνουν αποφάσεις και λογοδοτούν. Για κάθε πρωτοβουλία πρέπει να ορίζονται υπεύθυνος, πόροι και χρονικό όριο. Επανέρχεται έτσι το αριστοτελικό ερώτημα: ποιον εξυπηρετεί η πολιτική μας; Η απάντηση οφείλει να αποτυπώνεται στην ασφάλεια, την ευημερία και τις προοπτικές της Ελλάδας. Η επόμενη κρίση δεν πρόκειται να περιμένει να προετοιμαστούμε επικοινωνιακά.
Του Δρ. Μάριου Παναγιώτη Ευθυμιόπουλου, Αναπληρωτή Καθηγητή Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Vytautas Magnus — Γενικού Διευθυντή του Strategy International
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.