ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πετρέλαιο θέρμανσης: Πώς εφαρμόζονται τα νέα μέτρα, από τις επιδοτήσεις έως τη μείωση φόρων και την ενεργειακή αναβάθμιση

Η έναρξη διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης στις 15 Οκτωβρίου βρίσκει τα ελληνικά νοικοκυριά μπροστά σε μία ακόμη χειμερινή περίοδο με αυξημένο ενεργειακό κόστος. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε παρεμβάσεις που μειώνουν συνολικά την τιμή κατά 40 λεπτά το λίτρο και αυξάνουν το επίδομα θέρμανσης κατά 30%, προσφέροντας σημαντική αλλά προσωρινή ανακούφιση. Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, είναι αν οι επαναλαμβανόμενες επιδοτήσεις αρκούν για ένα πρόβλημα που επιστρέφει κάθε χειμώνα ή αν απαιτείται διαφορετική προσέγγιση, με χαμηλότερη φορολογία, διεύρυνση των δικαιούχων και ουσιαστική ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων. Ποιο είναι το όφελος για τα νοικοκυριά, ποιοι αποκλείονται από το επίδομα και ποιες ενέργειες μπορούν να μειώσουν το ενεργειακό κόστος και να ενισχύσουν την οικονομική ανάπτυξη.

Το θέμα αγγίζει σημαντικό τμήμα των κτιρίων της χώρας. Το πετρέλαιο παραμένει βασικό μέσο θέρμανσης, κυρίως σε παλαιές πολυκατοικίες και μονοκατοικίες, καθώς και σε περιοχές χωρίς σύνδεση με δίκτυο φυσικού αερίου. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, χρησιμοποιείται σε σχεδόν 50% των κτιρίων που θερμαίνονται, χωρίς όμως να υπάρχει πρόσφατη στατιστική τεκμηρίωση για το ακριβές ποσοστό. Κατά συνέπεια, τα μέτρα για το πετρέλαιο θέρμανσης δεν περιορίζονται σε μια μικρή ομάδα καταναλωτών. Επηρεάζουν άμεσα το κόστος διαβίωσης, την ενεργειακή κατάσταση των ακινήτων και την οικονομική δραστηριότητα.

Νέα μέτρα για το πετρέλαιο θέρμανσης: μείωση τιμής και εφαρμογή

Οι κυβερνητικές ανακοινώσεις της 14ης Οκτωβρίου 2026 περιλαμβάνουν δύο παρεμβάσεις. Η πρώτη προβλέπει συνολική έκπτωση 40 λεπτών ανά λίτρο πετρελαίου θέρμανσης: 20 λεπτά καλύπτονται από κρατική επιδότηση και άλλα 20 από πρόσθετη έκπτωση των διυλιστηρίων. Το μέτρο ισχύει από τις 15 έως τις 31 Οκτωβρίου 2026 και αφαιρείται από την τιμή διάθεσης, χωρίς να χρειάζεται ο καταναλωτής να καταθέσει ξεχωριστή αίτηση. Πριν από τις παρεμβάσεις, η ενδεικτική τιμή υπολογιζόταν περίπου στα 1,95 ευρώ ανά λίτρο. Με την αφαίρεση των 40 λεπτών διαμορφώνεται κοντά στα 1,55 ευρώ, με την τελική τιμή να διαφέρει ανά περιοχή και προμηθευτή.

Ποια εξοικονόμηση φέρνει στα νοικοκυριά η μείωση της τιμής;

Ποσότητα αγοράςΚόστος πριν, 1,95 €/λίτροΚόστος μετά, 1,55 €/λίτροΌφελος
500 λίτρα975 €775 €200 €
1.000 λίτρα1.950 €1.550 €400 €
1.500 λίτρα2.925 €2.325 €600 €
2.000 λίτρα3.900 €3.100 €800 €

Οι υπολογισμοί είναι ενδεικτικοί και προϋποθέτουν ότι ολόκληρη η μείωση των 40 λεπτών περνά στην τελική τιμή.

Όλοι όσοι αγοράσουν πετρέλαιο θέρμανσης μέσα στο διάστημα εφαρμογής επωφελούνται από τη μείωση, χωρίς εισοδηματικά ή περιουσιακά κριτήρια. Το μέτρο, όμως, έχει έναν σημαντικό περιορισμό: ισχύει για μικρό χρονικό διάστημα και ωφελεί περισσότερο όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν εγκαίρως μεγάλη ποσότητα πετρελαίου. Έτσι, μια οικογένεια που γεμίζει τη δεξαμενή της μπορεί να εξοικονομήσει περισσότερα από ένα νοικοκυριό που αγοράζει μικρές ποσότητες σταδιακά μέσα στον χειμώνα.

Επίδομα θέρμανσης αυξημένο κατά 30%: δικαιούχοι και ποσά

Η δεύτερη κυβερνητική παρέμβαση αυξάνει κατά 30% το επίδομα θέρμανσης για τον χειμώνα 2026–2027. Το ανώτατο ποσό διαμορφώνεται από 1.200 σε 1.560 ευρώ και καλύπτει τις προβλεπόμενες επιλέξιμες μορφές θέρμανσης, όχι μόνο το πετρέλαιο. Οι αιτήσεις υποβάλλονται ηλεκτρονικά στην πλατφόρμα myΘέρμανση της ΑΑΔΕ. Οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να συμπληρώσουν τα απαραίτητα στοιχεία για την κατοικία και τη θέρμανση και να δηλώσουν έγκυρο τραπεζικό λογαριασμό, ώστε να καταβληθεί η ενίσχυση. Βάσει του ανακοινωμένου χρονοδιαγράμματος, η πλατφόρμα αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία έως τις 10 Νοεμβρίου και η αυξημένη προκαταβολή να πληρωθεί έως τις 23 Δεκεμβρίου 2026. Το ποσό που θα λάβει κάθε δικαιούχος καθορίζεται από την οικογενειακή κατάσταση, τον τόπο κατοικίας, τις κλιματικές συνθήκες και τις προβλεπόμενες δαπάνες.

Εισόδημα και περιουσία: τα κριτήρια για το επίδομα θέρμανσης

Τα βασικά εισοδηματικά όρια που ισχύουν σήμερα είναι τα εξής:

  • 000 ευρώ για άγαμο.
  • 000 ευρώ για έγγαμο νοικοκυριό, με επιπλέον 5.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο τέκνο.
  • 000 ευρώ για μονογονεϊκή οικογένεια, με τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις.

Εφαρμόζονται επίσης όρια στην αντικειμενική αξία της περιουσίας:

  • 000 ευρώ για άγαμο.
  • 000 ευρώ για έγγαμο νοικοκυριό.
  • Αύξηση του ορίου κατά 40.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο τέκνο.

Ενδεικτικά, το περιουσιακό όριο για έγγαμο νοικοκυριό με ένα παιδί ανέρχεται σε 300.000 ευρώ. Παρά την αύξηση του επιδόματος, δεν διευρύνονται συνολικά τα κριτήρια με αντίστοιχο τρόπο, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σημαντικά ο κύκλος των πιθανών δικαιούχων. Για τις οριστικές προϋποθέσεις και τις προθεσμίες της περιόδου 2026–2027, οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να ενημερώνονται από την ΑΑΔΕ.

Σημεία προσοχής για τους καταναλωτές

Για να περιορίσει το κόστος αγοράς πετρελαίου, ο καταναλωτής χρειάζεται να συγκρίνει τις πραγματικές τιμές που προσφέρουν οι προμηθευτές και να εξακριβώνει ότι η έκπτωση αφαιρείται από την τελική τιμή. Όσοι ζητούν επίδομα θέρμανσης πρέπει να ελέγξουν αν πληρούν τις προϋποθέσεις, να κάνουν εγκαίρως την αίτηση στην πλατφόρμα myΘέρμανση και να διασταυρώσουν τα στοιχεία κατοικίας, ηλεκτροδότησης και τραπεζικού λογαριασμού. Για τις πολυκατοικίες με κεντρική θέρμανση πετρελαίου χρειάζεται επίσης ορθή καταχώριση των δεδομένων της πολυκατοικίας και των διαμερισμάτων, καθώς και των αποδείξεων αγοράς. Η έκπτωση στην τιμή και το επίδομα αποτελούν ξεχωριστές παρεμβάσεις: ένα νοικοκυριό μπορεί να αγοράσει πετρέλαιο σε μειωμένη τιμή και, αν δικαιούται, να λάβει παράλληλα το επίδομα θέρμανσης.

Τέσσερα στα δέκα νοικοκυριά μένουν χωρίς επίδομα – Γιατί χρειάζεται διεύρυνση των κριτηρίων

Με βάση τις εκτιμήσεις που ανακοινώθηκαν παράλληλα με τα νέα μέτρα, δικαιούχο επίδομα είναι περίπου το 60% των νοικοκυριών που χρησιμοποιούν πετρέλαιο για θέρμανση. Κατά συνέπεια, περίπου τέσσερα στα δέκα νοικοκυριά δεν λαμβάνουν την ενίσχυση, παρότι αυτή αυξήθηκε κατά 30%. Ιδιαίτερα έντονο είναι το ζήτημα των περιουσιακών ορίων: ένα ζευγάρι ενδέχεται να έχει την κύρια κατοικία του και ένα μικρό ακίνητο που κληρονόμησε, με συνολική αντικειμενική αξία πάνω από 260.000 ευρώ, χωρίς υψηλές αποδοχές ή αξιόλογες αποταμιεύσεις. Το ίδιο ισχύει για συνταξιούχο που διαμένει σε ακίνητο με υψηλή αντικειμενική αξία, αλλά δυσκολεύεται να πληρώσει τη θέρμανση. Η αξία της ακίνητης περιουσίας δεν αποτελεί ένδειξη του διαθέσιμου εισοδήματος, ούτε μπορεί να καλύψει τον λογαριασμό πετρελαίου. Επιπλέον, τα σημερινά κριτήρια δεν αποτυπώνουν επαρκώς τις πραγματικές ενεργειακές ανάγκες των κτιρίων.

Σε ψυχρές περιοχές, μια παλιά και αμόνωτη κατοικία μπορεί να καταναλώνει πάνω από τη διπλάσια ενέργεια σε σχέση με ένα σύγχρονο διαμέρισμα που έχει αναβαθμιστεί ενεργειακά. Γι’ αυτό χρειάζεται ουσιαστική αλλαγή των κριτηρίων: να αυξηθούν τα ιδιαίτερα χαμηλά εισοδηματικά και περιουσιακά όρια και να λαμβάνονται περισσότερο υπόψη οι πραγματικές ενεργειακές ανάγκες.

Το επίδομα να αξιοποιείται πλήρως και να μην αποκλείονται όσοι το έχουν ανάγκη

Για τον χειμώνα του 2026–2027, ο προϋπολογισμός του επιδόματος που έχει ανακοινωθεί προβλέπεται να φτάσει τα 225 εκατομμύρια ευρώ, από περίπου 173 εκατομμύρια. Πρόκειται για θετική αύξηση, όμως η απόδοση ενός κοινωνικού μέτρου κρίνεται τόσο από τις πραγματικές πληρωμές όσο και από τα νοικοκυριά που τελικά στηρίζει, όχι μόνο από το αρχικό κονδύλι. Για την περίοδο 2025–2026, τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η ΑΑΔΕ καταγράφουν συνολικές πληρωμές περίπου 173,26 εκατομμυρίων ευρώ. Χρειάζεται πλήρης απολογισμός και διαφάνεια σχετικά με τον εγκεκριμένο προϋπολογισμό, τις αιτήσεις, τις εγκρίσεις και απορρίψεις, αλλά και τα ποσά που καταβλήθηκαν. Τυχόν αδιάθετα χρήματα πρέπει να κατευθύνονται στην ένταξη περισσότερων δικαιούχων, αντί να μένουν αναξιοποίητα την ώρα που νοικοκυριά αδυνατούν να ζεστάνουν τα σπίτια τους. Στις αλλαγές πρέπει να περιλαμβάνονται υψηλότερα περιουσιακά όρια, εισοδηματικά κριτήρια που ανταποκρίνονται στο πραγματικό κόστος ζωής και σταδιακή περικοπή του επιδόματος για όσους ξεπερνούν λίγο τα όρια, αντί του πλήρους αποκλεισμού τους. Επιδίωξη πρέπει να είναι να απορροφάται αποτελεσματικά όλο το εγκεκριμένο ποσό, με δικαιότερη κατανομή και περισσότερους δικαιούχους.

Το βάρος της φορολογίας και η συζήτηση για μείωση του ΕΦΚ

Για κάθε 1.000 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης είναι 280 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε 28 λεπτά ανά λίτρο. Στον φόρο προστίθεται ΦΠΑ 24%, ο οποίος υπολογίζεται και πάνω στον ΕΦΚ. Με ενδεικτική λιανική τιμή 1,95 ευρώ το λίτρο, η συνολική επιβάρυνση από τους δύο φόρους διαμορφώνεται περίπου στα 65,7 λεπτά ανά λίτρο. Έτσι, το Δημόσιο αποκομίζει σημαντικά έσοδα από κάθε λίτρο, ενώ παράλληλα διαθέτει χρήματα για επιδοτήσεις που μειώνουν προσωρινά την τελική τιμή. Το δεδομένο αυτό καθιστά αναγκαία τη σοβαρή εξέταση μιας πιο μόνιμης φορολογικής λύσης. Αν, για παράδειγμα, ο ΕΦΚ περιοριζόταν κατά 50%, από τα 28 στα 14 λεπτά ανά λίτρο, η τιμή θα μπορούσε να υποχωρήσει κατά περίπου 17,4 λεπτά, συνυπολογίζοντας τον ΦΠΑ, εφόσον η μείωση περνούσε εξ ολοκλήρου στον καταναλωτή. Σε αγορά 1.500 λίτρων, η εξοικονόμηση θα έφτανε περίπου τα 260 ευρώ. Ένα βασικό πλεονέκτημα της παρέμβασης θα ήταν η δυνατότητα να διατηρηθεί περισσότερο από μια επιδότηση περιορισμένης διάρκειας.

Τα στοιχεία για τα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου

Για κατανάλωση πετρελαίου θέρμανσης που υπολογίζεται ενδεικτικά σε περίπου 1 δισεκατομμύριο λίτρα τον χρόνο, τα θεωρητικά έσοδα από τον ΕΦΚ φτάνουν σχεδόν τα 300 εκατομμύρια ευρώ. Αν ο φόρος μειωνόταν κατά 50%, τα έσοδα από αυτόν θα υποχωρούσαν αρχικά κατά περίπου 147 εκατομμύρια ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι η κατανάλωση θα έμενε ίδια. Συνυπολογίζοντας και τον ΦΠΑ, η αρχική απώλεια από τους δύο φόρους θα πλησίαζε τα 182 εκατομμύρια ευρώ. Η μείωση της τιμής αναμένεται να τονώσει τις πωλήσεις και να ανακτήσει μέρος των φορολογικών εσόδων. Η ζήτηση, ωστόσο, επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τον καιρό, την ενεργειακή κατάσταση των κτιρίων και τις πραγματικές ανάγκες των νοικοκυριών, γεγονός που καθιστά αβέβαιη την ελαστικότητά της. Απαιτείται συνολική δημοσιονομική αξιολόγηση, με αντιπαραβολή του κόστους των επιδοτήσεων και των αποτελεσμάτων που θα έφερνε μια σταδιακή μείωση του ΕΦΚ.

Η μείωση της φορολογίας στα καύσιμα ως ευρύτερο αναπτυξιακό μέτρο

Η φορολόγηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο θέρμανσης. Οι υψηλοί φόροι στη βενζίνη και στο πετρέλαιο κίνησης επιβαρύνουν άμεσα τις μεταφορές, την αγροτική παραγωγή, τη διακίνηση προϊόντων και τις επιχειρήσεις, με τελικό αντίκτυπο στις τιμές για τους καταναλωτές. Όταν ακριβαίνει η μεταφορά τροφίμων, πρώτων υλών και εμπορευμάτων, σημαντικό μέρος του κόστους περνά στην οικονομία. Μια μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα κίνησης, εφόσον σχεδιαστεί δημοσιονομικά, θα μπορούσε να περιορίσει τις δαπάνες παραγωγής και μεταφοράς, να συγκρατήσει τις τιμές και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα. Τα νοικοκυριά θα μπορούσαν να διαθέσουν το πρόσθετο εισόδημά τους για άλλες καταναλωτικές ανάγκες, ενώ οι επιχειρήσεις θα είχαν περισσότερους πόρους για τη λειτουργία και τις επενδύσεις τους. Η ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας ενδέχεται να αποφέρει πρόσθετα φορολογικά έσοδα, καλύπτοντας μέρος των αρχικών απωλειών. Η φορολογία των καυσίμων δεν αφορά μόνο τα κρατικά έσοδα, αλλά και το κόστος ζωής, την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη.

Η ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων περιορίζει μόνιμα το κόστος

Για να μειωθούν οι δαπάνες θέρμανσης, δεν αρκεί να υποχωρήσει η τιμή του καυσίμου. Στην Ελλάδα πολλά κτίρια δεν διαθέτουν επαρκή θερμομόνωση, έχουν παλιά κουφώματα και συστήματα με χαμηλή ενεργειακή απόδοση, με αποτέλεσμα οι ανάγκες θέρμανσης να παραμένουν μεγάλες ακόμη και όταν το πετρέλαιο γίνεται φθηνότερο. Ενδεικτικά, κατοικία με ετήσια κατανάλωση 2.000 λίτρων, στην τιμή των 1,55 ευρώ ανά λίτρο, έχει δαπάνη 3.100 ευρώ. Αν οι κατάλληλες εργασίες περιορίσουν την κατανάλωση στα 1.200 λίτρα, το κόστος πέφτει στα 1.860 ευρώ. Έτσι, με αμετάβλητη την τιμή του καυσίμου, η εξοικονόμηση για έναν χρόνο είναι 1.240 ευρώ. Το παράδειγμα είναι ενδεικτικό και δείχνει πόσο σημαντικό είναι να μειωθούν οι πραγματικές ενεργειακές ανάγκες. Η μόνωση του κελύφους, η αλλαγή κουφωμάτων, η συντήρηση των εγκαταστάσεων και η χρήση αποδοτικών συστημάτων θέρμανσης μπορούν να αποδώσουν οικονομικά σε βάθος χρόνου.

Η αναβάθμιση των κτιρίων ως επένδυση στην ανάπτυξη

Πέρα από τη μείωση των λογαριασμών θέρμανσης, η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων αποτελεί παραγωγική δραστηριότητα με σημαντικά αναπτυξιακά οφέλη για την ελληνική οικονομία. Εργασίες όπως η θερμομόνωση, η τοποθέτηση νέων κουφωμάτων, τα σύγχρονα συστήματα θέρμανσης και ψύξης, οι αυτοματισμοί και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δημιουργούν απασχόληση για μηχανικούς, τεχνίτες, κατασκευαστικές εταιρείες, βιομηχανίες δομικών υλικών, εμπόρους και εγκαταστάτες.

Ταυτόχρονα, η χαμηλότερη κατανάλωση ενέργειας μειώνει την εξάρτηση από καύσιμα που εισάγονται, ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια και αφήνει στα νοικοκυριά περισσότερα χρήματα για άλλες ανάγκες και δραστηριότητες.

Κάθε ευρώ που επενδύεται σωστά στην ενεργειακή αναβάθμιση μπορεί να αποφέρει διαχρονικό όφελος: χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, αναβαθμισμένη ακίνητη περιουσία, περισσότερες θέσεις εργασίας και ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής.

Χρειάζεται, επομένως, μια σταθερή πολιτική ενεργειακής αναβάθμισης με πολυετή ορίζοντα. Δεν αρκούν προγράμματα επιδότησης που διαρκούν λίγο· απαιτούνται επίσης ουσιαστικά φορολογικά κίνητρα, πρόσβαση σε χρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους και απλούστερες διαδικασίες. Προτεραιότητα πρέπει να έχουν οι παλιές πολυκατοικίες και τα σπίτια με χαμηλή ενεργειακή απόδοση, καθώς εκεί οι ανάγκες είναι αυξημένες και τα περιθώρια εξοικονόμησης μεγάλα.

Η χαμηλότερη φορολογία στα καύσιμα μπορεί να ανακουφίσει άμεσα τους πολίτες και να μειώσει τις δαπάνες μεταφοράς και παραγωγής. Αντίθετα, η ενεργειακή αναβάθμιση οδηγεί σε μόνιμη μείωση της κατανάλωσης που απαιτείται.

Εφαρμοζόμενες μαζί, οι δύο πολιτικές μπορούν να ενισχύσουν το διαθέσιμο εισόδημα, την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, την απασχόληση και την ανάπτυξη, αντί η στήριξη να περιορίζεται κάθε χρόνο σε προσωρινές επιδοτήσεις.

Μετάβαση από τις προσωρινές επιδοτήσεις σε ολοκληρωμένη ενεργειακή και αναπτυξιακή πολιτική

Οι νέες παρεμβάσεις κατευθύνονται προς τη σωστή πλευρά και προσφέρουν άμεση ανακούφιση.

Η προσωρινή αποκλιμάκωση της τιμής και η ενίσχυση του επιδόματος, ωστόσο, δεν λύνουν συνολικά το ζήτημα του κόστους θέρμανσης. Η προσαύξηση κατά 30% δεν επαρκεί, καθώς περίπου τέσσερα στα δέκα νοικοκυριά που χρησιμοποιούν πετρέλαιο για θέρμανση δεν καλύπτουν τα κριτήρια. Χρειάζεται να διευρυνθεί ουσιαστικά ο κύκλος των δικαιούχων, ώστε να αξιοποιείται ολόκληρος ο διαθέσιμος προϋπολογισμός και να ενισχύονται περισσότερες οικογένειες. Ταυτόχρονα, απαιτείται σταδιακή μείωση της φορολογίας στα καύσιμα, με τεκμηρίωση και αξιολόγηση των ευρύτερων οικονομικών συνεπειών, αλλά και σημαντική στήριξη της ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων. Σκοπός δεν είναι απλώς να ανακοινώνονται υψηλότερα επιδόματα, αλλά να καταλήγουν σε όσους έχουν πραγματική ανάγκη. Δεν αρκεί να επιδοτούμε κάθε χρόνο το υψηλό κόστος θέρμανσης. Χρειάζεται να μειωθούν οι φόροι όπου αυτό είναι εφικτό, να διευρυνθεί η κοινωνική προστασία και, πάνω απ’ όλα, να περιοριστούν μόνιμα οι ενεργειακές ανάγκες των ελληνικών κτιρίων. Σε αυτά στηρίζεται μια ενεργειακή πολιτική αποτελεσματική, δίκαιη κοινωνικά και προσανατολισμένη στην ανάπτυξη.

*Του Μάνου Κρανίδη, Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, MSc, CEO, Ενεργειακού Επιθεωρητή, της τεχνικής εταιρείας – Διαχείριση ακινήτων «KRAMA PROPERTY», Γραμματέα Ενημέρωσης και μέλους ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ, Δημοτικού Συμβούλου Χαλανδρίου

[email protected]

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο ΔΕΔΟΜΕΝΟ.

ΣΧΟΛΙΑ

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *.

Πετρέλαιο θέρμανσης: Πώς εφαρμόζονται τα νέα μέτρα, από τις επιδοτήσεις έως τη μείωση φόρων και την ενεργειακή αναβάθμιση