Το εμβληματικό καφενείο «Μουριά» κλείνει ύστερα από 111 χρόνια: «Ενταφιάζεται η πολιτική μας νιότη»
Παρά τις περισσότερες από 6.000 υπογραφές και την ομόφωνη στήριξη του Δημοτικού Συμβουλίου, δεν υπάρχει δεσμευτική απόφαση για την αναγνώρισή της ως μνημείου

Τα τραπεζάκια της Μουριάς στα Εξάρχεια είναι γεμάτα καθημερινά τις τελευταίες ημέρες. Το παραδοσιακό καφενείο είχε πάντα τους θαμώνες του, όμως τώρα η κίνηση έχει ξεχωριστό χαρακτήρα.
Ύστερα από 111 χρόνια παρουσίας, το εμβληματικό καφενείο «Μουριά» ετοιμάζεται να κλείσει. Όσοι το αγάπησαν περνούν για να τιμήσουν με την παρουσία τους έναν χώρο που υπήρξε ένα από τα τελευταία αυθεντικά σημεία της πόλης όπως ήταν παλιότερα, αλλά και για να τον απολαύσουν για λίγο ακόμη.
Η πρώτη γνωστοποίηση, τον περασμένο Μάιο, ότι η Μουριά κινδυνεύει να κλείσει έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία στη γειτονιά. Όπως και σε άλλες περιοχές του κέντρου, η εικόνα της έχει αλλάξει σημαντικά: τα Airbnb και τα ξενοδοχεία έχουν επηρεάσει την κατοικία, ενώ τα μαγαζιά για brunch και τα wine bars έχουν μεταβάλει τους χώρους συνάντησης και διασκέδασης. Ακόμη και μέσα σε αυτή τη δίνη των αλλαγών, οι πιο απαισιόδοξοι θεωρούσαν τη Μουριά μια σταθερά που δεν κλονίζεται. Ποιος θα μπορούσε να τα βάλει με το κύρος της και την ιστορία που άρχισε να γράφεται το 1915;
Κι όμως, από την επόμενη κιόλας εβδομάδα, η συμβολή των οδών Χαριλάου Τρικούπη και Καλλιδρομίου θα μοιάζει λειψή. Η ταυτότητα των Εξαρχείων μεταβάλλεται, καθώς πέφτει ένα από τα τελευταία οχυρά της γειτονιάς· πλέον, αυτή η αλλαγή αποτυπώνεται και στο σημείο που συμβολίζει ίσως περισσότερο από κάθε άλλο τη μεταμόρφωση.
Η γειτονιά αντέδρασε δυναμικά, όπως και όσοι είχαν περάσει από τη Μουριά και την κράτησαν στη μνήμη τους. Στο πλευρό τους βρέθηκαν και άνθρωποι χωρίς ιδιαίτερο δεσμό με το καφενείο, που αντιλήφθηκαν τι σημαίνει η άδικη απώλεια ενός τοπόσημου, χαρακτηρισμός που δικαιολογούν οι βαθιές ρίζες του στον χρόνο. Σε λίγες μόλις ημέρες συγκεντρώθηκαν περισσότερες από 6.000 υπογραφές, με αίτημα να αναγνωριστεί το εμβληματικό καφενείο ως νεότερο μνημείο σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς και να εξασφαλιστεί η συνέχιση της παρουσίας του. Το αίτημα ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της γειτονιάς.
Τον Ιούνιο του 2026, το Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας τάχθηκε ομόφωνα υπέρ του αιτήματος του ιδιοκτήτη του καφενείου. Στήριξη στη Μουριά προσέφεραν και φορείς, μεταξύ των οποίων η Ένωση Επαγγελματιών Εστίασης Αθήνας. Ωστόσο, η θεσμική διαδικασία για την αναγνώρισή της ως μνημείου είναι χρονοβόρα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μέχρι στιγμής απόφαση δεσμευτική για την ιδιοκτησία. Αύριο, Σάββατο (31.10), η Μουριά κλείνει με αποχαιρετιστήριο γλέντι, ενώ την Κυριακή ο Χρήστος Βάνας, που εργάζεται στο καφενείο εδώ και 44 χρόνια και το λειτουργεί, θα παραδώσει τα κλειδιά στην ιδιοκτησία του ακινήτου.
Οι θαμώνες αποχαιρετούν τη Μουριά μέσα από τις ιστορίες τους
Οι θαμώνες περιγράφουν το κλείσιμο του αιωνόβιου καφενείου ως το τέλος ενός χώρου όπου οι άνθρωποι συναντιούνταν όχι ως καταναλωτές, αλλά ως μέλη μιας κοινότητας. Στο Orange Press Agency εξηγούν τη σημασία που είχε η Μουριά στην καθημερινότητά τους και τονίζουν ότι η απογοήτευσή τους δεν αφορά απλώς το πού θα πιουν καφέ. Το λουκέτο, λένε, σηματοδοτεί μια διαφορετική εποχή για τη ζωή στις αθηναϊκές γειτονιές και για τις σχέσεις των ανθρώπων με τους γύρω τους.
Παρηγοριά, που αφήνει όμως και πικρή γεύση, είναι πως όσα έζησαν οι άνθρωποι στη Μουριά δεν θα σβήσουν. Η πορεία της για περισσότερο από έναν αιώνα αποτελεί από μόνη της ένα σπάνιο επίτευγμα, ενώ όσοι συμμετείχαν σε αυτή θα έχουν ξεχωριστή θέση στις αφηγήσεις του μέλλοντος. Έτσι, από τραπέζι σε τραπέζι, κάθε θαμώνας είχε να αφηγηθεί μια προσωπική ιστορία από τη δική του Μουριά, σαν έναν τρόπο αποχαιρετισμού.
Στέλιος Γούτης: «Όποια ώρα και να περνούσες έβρισκες γνωστούς σου ανθρώπους»
Στο ευρύ κοινό, ο Στέλιος Γούτης είναι κυρίως γνωστός από την ενσάρκωση του παπά-Τριαντάφυλλου στο «Καφέ της Χαράς». Στη Μουριά, όμως, δεν εμφανίζεται με ιερατικά ρούχα· στην προσωπική του ζωή έχει συνδεθεί με την καθημερινότητα που αναπτύσσεται γύρω από ένα καφενείο.
Ερωτηθείς για το πώς βιώνει το κλείσιμο, ο Στ. Γούτης μίλησε ανοιχτά για τη στενοχώρια του και εξήγησε τι έκανε τη Μουριά τόσο ξεχωριστή: την οικειότητα, ένα σπάνιο αγαθό στις μέρες μας. «Δεν ξέρω τι να πω για τη Μουριά που κλείνει. Δεν είναι ευχάριστο. Αρκετά στενάχωρο, αλλά είχε ένα μοναδικό καλό. Οποιαδήποτε ώρα περνούσες, κυρίως το μεσημέρι, έβρισκες μερικούς ανθρώπους γνωστούς και είχες κάτι να πεις. Έτσι χάνουμε τώρα τη Μουριά, αλλά τον Βάνα δεν θα τον χάσουμε. Κάπου θα τον συναντήσουμε. Στα Πράματα, στα Άγναντα, στα Μάλαντα», λέει. Θυμάται, ωστόσο, πως ακόμη και στις δύσκολες στιγμές το καφενείο γινόταν μια αγκαλιά, ενώ το τσούγκρισμα έδινε άλλο νόημα στον θάνατο: «Και όταν δε κάποιος από την ομήγυρη αναχωρούσε για τον αγύριστο, ε, είχαμε δυο τρεις μέρες κάποιος να κεράσει τα τσίπουρα. Αυτά τα ολίγα και πολλά είναι».
«Παππού τώρα πού θα πίνεις εσύ τον καφέ σου και εγώ την πορτοκαλάδα μου πια;»
Από τότε που έκλεισε η Μουριά, ο Θανάσης σκέφτεται περισσότερο την απορία που του εξέφρασε ο εγγονός του: «Παππού τώρα πού θα πίνεις εσύ τον καφέ σου και εγώ την πορτοκαλάδα μου πια;». Τα λόγια αυτά δείχνουν πως, μέσα στις δεκαετίες, η αγάπη για το καφενείο πέρασε κυριολεκτικά από γενιά σε γενιά. Ο ίδιος περιγράφει τη δική του εμπειρία:
«Εγώ εδώ έφερνα την κόρη μου και έπινε πορτοκαλάδα. Η κόρη μου είναι 43 – 44 ετών. Όταν ήταν παιδάκι έξι, εφτά χρονών. Εδώ και δυο τρία χρόνια φέρνω τον εγγονό μου και πίνει και αυτός την πορτοκαλάδα του. Πρόσφατα που του είπα ότι το καφενείο θα κλείσει, μου λέει «’Παππού τώρα πού θα πίνεις εσύ τον καφέ σου και εγώ την πορτοκαλάδα μου πια;’»
Ο Θανάσης τοποθετεί την πρώτη του επίσκεψη στη Μουριά στις αρχές της δεκαετίας του ’70. «Πρωτοήρθα… Απ’ το χωριό ήρθα στην Αθήνα το ’71 και από το ’73 σε εκείνο το τραπεζάκι στη γωνία ήπια τον πρώτο μου καφέ». Όπως λέει, το καφενείο έφερε κοντά ανθρώπους με διαφορετικές διαδρομές και επαγγέλματα, ξεπερνώντας τους συνηθισμένους διαχωρισμούς. «Πέραν του ότι είναι ένα καφενείο παραδοσιακό είναι και το στέκι πολλών ανθρώπων, τεχνικών, ανθρώπων των γραμμάτων, γενικότερα».
«Μένουμε όλοι ξεκρέμαστοι»
Για τον ίδιο, το βασικό πρόβλημα δεν είναι να βρεθεί άλλο καφέ στα Εξάρχεια, αλλά η διάλυση ενός ολόκληρου κοινωνικού κύκλου. «Λέω στα Εξάρχεια υπάρχουν δέκα καφέ που μπορώ να πιω καφέ οπουδήποτε. Τους ανθρώπους που έκανα παρέα δεν μπορώ να βρω και δεν θα τους βρίσκω. Αυτό είναι το πιο άσχημο πράγμα. Με τον Χρήστο (σ.σ ιδιοκτήτης της Μουριάς) είμαστε φίλοι σχεδόν πενήντα χρόνια. Εκεί που ήπια τον καφέ μου την πρώτη φορά ο Χρήστος σερβίριζε εδώ, το είχαν δύο ηλικιωμένοι κύριοι. Μετά το πήρε ο Χρήστος το μαγαζί. Θα μας λείψει όσο δεν μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Ήταν ένα στέκι και είναι μέχρι το Σάββατο ένα στέκι το οποίο είναι αναντικατάστατο. Τέρμα, τελείωσε. Έχει φτάσει σε κάποιο σημείο κάποτε να έρχονται εδώ, να κλείνονται δουλειές. Ο υδραυλικός, εγώ σαν ψυκτικός, ο άλλος ηλεκτρολόγος. Γίνονταν χίλια πράγματα και τώρα πλέον είμαστε όλοι, ειλικρινά σου μιλάω, ξεκρέμαστοι. Γιατί το να πάω να πιω κάπου ένα καφέ δεν μου λέει τίποτα. Τίποτα απολύτως. Καφέ πίνω οπουδήποτε. Οκ, αλλά δεν θα βρω το φίλο μου τον Ορέστη, τον Λευτέρη. Δεν πρόκειται να τους βρω για να πιούμε καφέ μαζί. Γιατί; Εδώ ήταν το στέκι μας. Τέρμα και τελείωσε».
«Ήταν ένα καφενείο που άνοιξε και για μας τις γυναίκες»
Η Μουριά είχε επίσης ιδιαίτερη αξία, καθώς αμφισβήτησε τα στερεότυπα γύρω από τη γυναικεία παρουσία σε έναν χώρο που συνήθως κυριαρχούσαν οι άντρες. Σε αντίθεση με άλλα στέκια, για τη Ζωή ήταν «ένας τόπος που έκανε φίλους και την έκανε να νιώθει καλά».
«Η αγαπημένη μας Μουριά θα κλείσει, θα μας εγκαταλείψει. Είναι ένας τόπος για μένα τέχνης και αξιόλογων ανθρώπων. Από μια απλή αφίσα, από έναν πίνακα ζωγραφικής που κάποιος καλλιτέχνης άφησε ή που εμπνεύστηκε. Έκανα φίλους εδώ. Είναι η γειτονιά μου. Ήταν ένα καφενείο που άνοιξε και για μας τις γυναίκες και αισθανόμασταν και πολύ καλά. Οι παρουσιάσεις των βιβλίων που γίνονταν εδώ και πολιτικές συγκεντρώσεις και πολιτικές προσωπικότητες, αλλά πραγματικά και οι καλλιτέχνες που δημιούργησαν ιστορικές φωτογραφίες από ιστορικά γεγονότα, όπως παραδείγματος χάρη την ανοιχτή συνέλευση της Νομικής, την ανοιχτή συνέλευση με ανοιχτή ψηφοφορία, ένα ντοκουμέντο που υπήρχε εδώ μέσα σε αυτό το μαγαζί».
Πολλά μαγαζιά υπάρχουν γύρω, όμως κανένα δεν έχει την ψυχή της Μουριάς
Στο ίδιο τραπέζι κάθεται ο Κώστας μαζί με τη σκυλίτσα του, τη Ζέλντα, η οποία έχει και τη δική της καρέκλα στο μαγαζί. «Το όνομά της το έγραψε από πίσω ο ίδιος ο Χρήστος». «Η Ζέλντα εδώ μεγάλωσε», λέει ο κ. Κώστας, που θεωρεί ότι «ακόμη ένα έμψυχο μαγαζί φεύγει». Όπως παρατηρεί, «υπάρχουν πολλά μαγαζιά γύρω γύρω», αλλά «κανένα δεν έχει την ψυχή της Μουριάς». Την ψυχή αυτή διαμόρφωσε η «οικογενειακή ατμόσφαιρα που υπάρχει εδώ». «Με άλλους είμαστε φίλοι, με άλλους δεν είμαστε φίλοι, αλλά όλοι είμαστε γνωστοί. Μιλάμε, συζητάμε. Είναι ένα κέντρο επικοινωνίας, ανταλλαγής ιδεών, απόψεων», τονίζει ο Κώστας.
Ο Αργύρης αναφέρεται επίσης στον κοινοτικό ρόλο των καφενείων στα Εξάρχεια. «Έτσι όπως είναι και διασπαρμένα, αποτελούν ένα κοινοτικό σημείο ζωής, το οποίο έχει τους δικούς του θαμώνες που είναι πιστοί, τον δικό του τρόπο σκέψης και τον δικό του τρόπο αντίληψης πάνω στα πράγματα».
Για τον Αργύρη, το κλείσιμο της Μουριάς σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής, καθώς μαζί με το ιστορικό καφενείο χάνεται σταδιακά και μια ολόκληρη κουλτούρα. «Το πώς περνάς από τους χώρους οι οποίοι ζυμώνανε μια κοινοτική συμβίωση και έναν κοινοτικό τρόπο σκέψης, γιατί αυτό είναι στην ουσία που σηματοδοτούν τα καφενεία και το βλέπουμε και γενικότερα στα Εξάρχεια. Άλλα ήταν αριστερά, άλλα ήταν δεξιά, άλλα ήταν μεικτά. Δυστυχώς με το gentrification και αυτά που γίνονται στην ευρύτερη περιοχή σηματοδοτεί μια αλλαγή και μας δείχνει ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου έρχονται οι νέοι αναπληρωτές. Είναι οι τουρίστες, είναι οι ξένοι, είναι οι πιο trendy, οι χίπστερς. Δεν ξέρω πόσα ονόματα μπορούμε να τους πούμε, που έρχονται να αναπληρώσουν το παραδοσιακό κομμάτι που υπήρχε στην περιοχή».
Το επόμενο trendy στέκι δεν θα δημιουργήσει κοινότητα
Ο Αργύρης ξεκαθαρίζει σε αυτό το σημείο ότι ο προβληματισμός του για την πορεία της περιοχής δεν προέρχεται από νοσταλγία για το παρελθόν. Καθοριστικό θεωρεί το ότι «το επόμενο trendy στέκι που θα δημιουργηθεί εδώ, σε αυτόν τον χώρο, με το υψηλότερο ενοίκιο, δεν πρόκειται ποτέ να φτιάξει κοινότητα, δεν πρόκειται ποτέ να αποκτήσει θαμώνες και δεν πρόκειται ποτέ να συνδεθεί με τη γειτονιά. Και αυτό είναι το σημαντικό που πρέπει να καταλάβουμε».
Για τον Αργύρη, μεγαλύτερη σημασία έχει να παραμείνουν ζωντανές στη συλλογική μνήμη τόσο η ιστορία της Μουριάς όσο και της περιοχής. «Όχι πένθος ούτε θρήνος, γιατί είναι ένα κομμάτι μέρος της ιστορίας μας. Αυτό και θα παραμείνει. Ούτως ή άλλως τα Εξάρχεια έχουν μάθει και να νικάνε και έχουν μάθει τις περισσότερες φορές να χάνουν. Ένα κομμάτι που δεν έχασε ποτέ, αλλά είναι ένα κομμάτι νίκης του κοινωνικού επί του εμπορικού, είναι το κομμάτι της Μουριάς. Ας μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό».
«Οι δημοσιογράφοι ποτέ δεν μαθαίνουν ένα νέο, αν δεν μαθευτεί πρώτα στη Μουριά»
Ο Επαμεινώνδας παρουσιάζει τη Μουριά ως καφενείο της γειτονιάς, όπου «βλέπεις γνωστούς, φίλους και συμπαθείς και αντιπαθείς, κατά κανόνα συμπαθείς». Η παρουσία ανθρώπων με διαφορετικές καταβολές και χαρακτηριστικά, όπως λέει, έκανε το καφενείο και άτυπο πολιτικό βαρόμετρο. «Εδώ μάθαινες δέκα μέρες πριν από τις εκλογές ποιο κόμμα θα βγει πρώτο, άσχετα αν αυτοί δεν το ψήφιζαν ή όχι», αναφέρει, προσθέτοντας: «Οι δημοσιογράφοι ποτέ δεν μαθαίνουν ένα νέο αν πρώτα δεν μαθευτεί στη Μουριά».
«Ενταφιάζεται η πολιτική μας νιότη»
Ο Στρατής μοιράζεται ακόμη μία ανάμνηση από τα παλιά, όταν, όπως λέει, ήταν ο μικρός του καφενείου. «Ήμουν σαράντα χρονών τότε και είχαμε ένα κεντρικό τραπεζάκι όπου καθόντουσαν οι θαμώνες μόνο οι θαμώνες. Δηλαδή δεν χρειαζόταν να βρεις παρέα. Ήξερες ότι θα καθίσεις εκεί στο κέντρο που έρχονταν οι θαμώνες, εκ των οποίων τουλάχιστον έξι, εφτά έχουν φύγει από τη ζωή πια δεν υπάρχουν».
Από τις αμέτρητες κουβέντες στις οποίες συμμετείχε, θυμάται ιδιαίτερα εκείνες που εξελίσσονταν σε «ομηρικές μάχες για τον ίδιο τον Όμηρο, για την Ιλιάδα ή την Οδύσσεια και μετά βεβαίως για την πολιτική και μετά για τη λογοτεχνία. Πραγματικά, ένα φαινόμενο που εκλείπει πια από την Αθήνα, δεν υπάρχουν παραδοσιακά καφενεία και όσα υπάρχουν έχουν και στοιχεία μοντέρνα, τα οποία έχουν αλλοιώσει την πραγματική ψυχογνωμία των καφενείων».
Μια χαρακτηριστική ιστορία που θυμάται αφορά έναν οικοδόμο, «ο οποίος ήταν στην παρέα των μόνιμων θαμώνων». «Κάθε Παρασκευή μαζευόμαστε από το μεσημέρι και γινόμαστε τύφλα στο μεθύσι. Μεγάλοι και μικροί όλοι. Κάποια στιγμή λοιπόν ένας θαμώνας λέει σε αυτόν τον φίλο μου, τον φίλο μας, τον οικοδόμο, να τον πάει σπίτι. Ξεκινάνε τύφλα στο μεθύσι με ένα παπάκι από δω για να πάνε προς την Πανόρμου. Κρεμασμένος ο άλλος από πίσω οδοντίατρος, ο άλλος από πίσω του λέει ‘σε παρακαλώ, από δω δεξιά είναι το σπίτι μου’, λέει. Γυρνάει νευριασμένος πίσω και του λέει ‘Άκου να σου πω κάτι. Εμένα το μηχανάκι μου δεν πάει ποτέ δεξιά’ και έκανε πολλούς κύκλους μέχρι να τον πάει σπίτι και τον πήγε τελικά, αλλά έκανε δύο τρία χιλιόμετρα παραπάνω!».
Με εμφανή συγκίνηση, ο Στρατής αποχαιρετά τη Μουριά και τις στιγμές που έζησε εκεί, εκφράζοντας παράλληλα την ελπίδα να πάρουν ξανά τα πράγματα τον δρόμο τους. «Είναι ένας χώρος που ενταφιάζεται, να το πω, η πολιτική μας νιότη. Είναι ένα καφενείο με πολιτικοποιημένους ανθρώπους. Δεν λέω κομματικοποιημένους μόνο, εννοώ και πολιτικοποιημένο κόσμο. Έχουν περάσει ιστορικές μορφές από εδώ, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, καλλιτέχνες. Κάπου κλείνει ένα κεφάλαιο ζωής, που ελπίζω και εύχομαι να ανοίξει ένα καινούργιο που να έχει το ίδιο ενδιαφέρον και να δημιουργήσει καινούργιες αναμνήσεις».
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.

















// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.