Διαμαντίδης: Ιδιοφυΐα ο Ομπράντοβιτς, ο Χέιζ-Ντέιβις του θυμίζει τον εαυτό του – Στο τέλος της χρονιάς θα είμαστε χαρούμενοι
Στη συνέντευξή του στο σερβικό Arena Sport, ο Δημήτρης Διαμαντίδης αναφέρθηκε στη διαδρομή του από την Καστοριά και στο ενδιαφέρον Ολυμπιακού και Άρη πριν από τον Παναθηναϊκό

Ο Δημήτρης Διαμαντίδης παραχώρησε εκτενή συνέντευξη στο σερβικό Arena Sport, κάνοντας αναδρομή στη διαδρομή του στο μπάσκετ, από την Καστοριά έως τις επιτυχίες με τον Παναθηναϊκό και την Εθνική Ελλάδας.
Ο Διαμαντίδης μίλησε με τα καλύτερα λόγια για τον Ομπράντοβιτς, όσα πέτυχαν στον Παναθηναϊκό και τη συνεργασία τους. Αναφέρθηκε ακόμη στο ενδιαφέρον του Ολυμπιακού και του Άρη πριν φορέσει τη φανέλα του «τριφυλλιού», αλλά και στον Χέιζ-Ντέιβις, που του θυμίζει τον εαυτό του.
Η συνέντευξη του Δημήτρη Διαμαντίδη αναλυτικά
Για τα πρώτα του βήματα: «Στα 14 μου άρχισα να αγωνίζομαι σε ομάδα υποδομών. Πριν από αυτό έπαιζα, όπως όλα τα παιδιά, με τους φίλους μου στις αλάνες, μετά το σχολείο. Ο λόγος που ξεκίνησα το μπάσκετ ήταν το Ευρωμπάσκετ του 1987, όταν η Εθνική Ελλάδας κατέκτησε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα.
Δεν ήμουν ο μόνος. Ξαφνικά, όλα τα παιδιά άρχισαν να παίζουν μπάσκετ. Ήταν κάτι εκπληκτικό για μια μικρή χώρα, όπως η Ελλάδα, να κατακτήσει το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Δοκίμασα κι εγώ, μου άρεσε πολύ και συνέχισα. Ξεκίνησα από τα τμήματα υποδομών, πέρασα στις μικρότερες ηλικιακές κατηγορίες και σταδιακά προχώρησα».
Για την εξέλιξή του: «Ποτέ δεν ξέρεις πώς θα εξελιχθεί η ζωή. Το μπάσκετ, πάντως, μου έδινε τεράστια χαρά. Μου άρεσε να παίζω με τους φίλους μου, να ανταγωνίζομαι μαζί τους, να προσπαθώ να γίνομαι καλύτερος. Θεωρώ ότι αυτό είναι μέρος της ζωής. Συνέχισα, έγινα επαγγελματίας και αυτό ήταν κάτι σπουδαίο για εμένα, καθώς από μικρός είχα το όνειρο να γίνω μπασκετμπολίστας. Νομίζω ότι τα κατάφερα σε πολύ μεγάλο βαθμό και αισθάνομαι πραγματικά ευτυχισμένος και ευλογημένος γι’ αυτό».
Για τα μπασκετικά του πρότυπα στα παιδικά του χρόνια: «Μου άρεσαν δύο παίκτες, ο Φάνης Χριστοδούλου και ο Τόνι Κούκοτς. Ήταν αριστερόχειρας, ψηλός και μπορούσε να αγωνιστεί σε πολλές θέσεις. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος παιχνιδιού του. Αυτοί οι δύο ήταν, θα έλεγα, οι πιο εμβληματικοί παίκτες για εμένα εκείνη την εποχή».
Για την αποχώρησή του από την Καστοριά και τη μετακόμιση στη Θεσσαλονίκη για τον Ηρακλή: «Φυσικά και ήταν δύσκολη. Είχα συνηθίσει να αγωνίζομαι σε ένα μικρότερο πρωτάθλημα και ξαφνικά, στα 19 μου χρόνια, έπρεπε να παίξω στην πρώτη κατηγορία με μια ομάδα της Θεσσαλονίκης. Η Καστοριά, όπου γεννήθηκα και έπαιξα τα πρώτα μου χρόνια, ήταν μια μικρή πόλη. Η μετάβαση σε μια μεγαλύτερη πόλη με έκανε να αναρωτιέμαι πώς θα προσαρμοστώ, πού θα μείνω, πώς θα ενταχθώ στην ομάδα.
Επρόκειτο για έναν σύλλογο που βρισκόταν στη μεσαία βαθμίδα του ελληνικού μπάσκετ. Ωστόσο, υπήρχε μόνο ένας δρόμος αν ήθελα να πετύχω: η σκληρή δουλειά. Θυμάμαι ότι τις δύο πρώτες ημέρες, μετά το τέλος της προπόνησης, έφευγα αμέσως από τα αποδυτήρια, ενώ οι συμπαίκτες μου παρέμεναν στο γήπεδο. Ένας από τους καλύτερούς μου φίλους, ο Νίκος, συνέχιζε να σουτάρει. Τότε ο Έλληνας βοηθός προπονητή μού είπε: «Κοίταξέ τον. Αυτό πρέπει να κάνεις κι εσύ.
Αν θέλεις να παίξεις, να βελτιωθείς και να ανταγωνιστείς τους καλύτερους, πρέπει να μένεις στο γήπεδο και να προπονείσαι όλο και περισσότερο. Η πρώτη μου χρονιά ήταν πολύ δύσκολη. Δεν έπαιζα, κάτι που ήταν φυσιολογικό. Τη δεύτερη χρονιά πήρα λίγο περισσότερο χρόνο συμμετοχής, την τρίτη ακόμη περισσότερο και σταδιακά άρχισα να κερδίζω τη θέση μου.
Χρειάστηκαν περίπου πέντε χρόνια μέχρι να καθιερωθώ και να έχω έναν κανονικό ρόλο στην ομάδα. Τότε ολοκληρώθηκε το συμβόλαιό μου και έπρεπε να αποφασίσω για το επόμενο βήμα. Εκείνο το καλοκαίρι ήρθε η πρόταση του Παναθηναϊκού. Μου είπαν ότι με ήθελαν στην ομάδα και ότι επιθυμούσαν να μετακομίσω στην Αθήνα για να αγωνιστώ με την πράσινη φανέλα».
Για τις προτάσεις από άλλες ομάδες πέραν του Παναθηναϊκού: «Ναι, υπήρχαν και άλλες προτάσεις, μεταξύ των οποίων και από τον Άρη. Ωστόσο, ο Παναθηναϊκός ήταν αυτός που μου έδειξε αμέσως πόσο πολύ με ήθελε. Εκείνη την περίοδο είχα συζητήσει αρκετά με τον Φραγκίσκο Αλβέρτη, ο οποίος στη συνέχεια έγινε συμπαίκτης μου και αγωνίστηκε μαζί μου και στην Εθνική ομάδα. Του ζητούσα τη γνώμη του και μου έλεγε: «Έλα, θα βρεις έναν πολύ καλό προπονητή και μια εξαιρετική ομάδα.
Παίζαμε στην EuroLeague, όπου βρίσκαμε απέναντί μας τις καλύτερες ομάδες, και επιδιώκαμε να φτάσουμε στην κορυφή της Ευρώπης. Η προοπτική να ενταχθώ σε αυτή την ομάδα ήταν για εμένα κάτι εκπληκτικό, γι’ αυτό αποφάσισα να πάω στον Παναθηναϊκό. Ενδιαφέρον είχε εκδηλώσει και ο Ολυμπιακός, αλλά δεν προχώρησε σε πρόταση εξαιτίας κάποιων διοικητικών προβλημάτων. Υπήρχε πρόταση και από τον Άρη· όταν, όμως, ο Παναθηναϊκός μού είπε ‘σε θέλω’, θέλησα αμέσως να πάω εκεί.
Για το αν εξαρχής θεωρούσε σωστή την επιλογή του: «Τότε δεν ήμουν 100% σίγουρος. Ωστόσο, όταν έβλεπες τον προπονητή, το τεχνικό επιτελείο, τη διοίκηση, τους φιλάθλους και όλα όσα αντιπροσώπευε ο Παναθηναϊκός σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καταλάβαινες ότι επρόκειτο για τη σωστή απόφαση».
Για το πόσο σύντομα δέθηκε με τον Παναθηναϊκό: «Δεν χρειάστηκαν μερικά χρόνια. Θα έλεγα ότι χρειάστηκαν τρεις, τέσσερις ή πέντε ημέρες! Όταν γνώρισα τον προπονητή και τους συμπαίκτες μου, όταν άκουσα από τον προπονητή ότι με ήθελε στην ομάδα και ότι υπολόγιζε σε εμένα, αισθάνθηκα αμέσως πολύ όμορφα. Από εκεί και πέρα, όπως είπα και προηγουμένως, όλα ήταν θέμα δουλειάς. Έπρεπε να προπονούμαι, να απορροφώ τις πληροφορίες και τις οδηγίες των προπονητών και, πάνω απ’ όλα, να προσέχω την υγεία μου.»
Για το πώς συμβιβάστηκε με το τέλος της επαγγελματικής καριέρας του: «Προφανώς δεν είναι εύκολο. Αλλά έτσι είναι η ζωή. Κάποια στιγμή τα όμορφα πράγματα πρέπει να τελειώνουν και ξεκινά μια διαφορετική περίοδος. Εκείνη την εποχή είχα ήδη αποκτήσει μια κόρη, η οποία ήταν ακόμη μικρή. Αυτό σε κάνει να σκέφτεσαι λίγο διαφορετικά. Βέβαια, όλα αυτά τα χρόνια που αγωνιζόμουν επαγγελματικά, το μπάσκετ ήταν η απόλυτη προτεραιότητά μου. Δεν ήταν εύκολη η μετάβαση στη νέα πραγματικότητα, αλλά σταδιακά βρήκα τα πατήματά μου και τα πράγματα άρχισαν να γίνονται όλο και καλύτερα».
Για το πώς προέκυψε η φανέλα με τον αριθμό «13»: «Η εξήγηση, αν είμαι ειλικρινής, είναι απλή. Όταν εντάχθηκα στον Ηρακλή, δεν ήθελε κανείς τη φανέλα με το 13. Εγώ ήμουν νέος και, όπως συμβαίνει συνήθως, δεν είχα τη δυνατότητα να επιλέξω όποιον αριθμό επιθυμούσα. Από όσους ήταν διαθέσιμοι, μόνο το 13 δεν το διάλεγε κανείς.
Γι’ αυτό πήρα τη συγκεκριμένη φανέλα και ο αριθμός με συνόδευσε σε όλη μου την πορεία. Θυμάμαι και την άφιξη του Σάρας στον Παναθηναϊκό. Φορούσε το 13 τόσο στη Μακάμπι όσο και στην εθνική Λιθουανίας. Μου είπε κάτι σαν: «Μήπως μπορείς να μου δώσεις το νούμερο 13;». Του απάντησα: ‘Σάρας, αυτό είναι το δικό μου νούμερο πλέον!’ Έτσι, τελικά, παρέμεινε σε εμένα».
Για τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς: «Πάντα έβλεπα το μπάσκετ ως κάτι σύνθετο. Σε κάθε αγώνα προσπαθούσα να προσφέρω ό,τι καλύτερο μπορούσα, είτε έπαιζα πλέι μέικερ είτε σούτινγκ γκαρντ είτε σμολ φόργουορντ. Στον Παναθηναϊκό υπήρχαν παίκτες υψηλού επιπέδου. Ο Σπανούλης, ο Σάρας Γιασικεβίτσιους κι εγώ, για παράδειγμα, είχαμε τη δυνατότητα να παίξουμε πλέι μέικερ, ενώ στην ομάδα ήταν και ο Μπατίστ.
Ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς ήταν πραγματικά ιδιοφυΐα. Μπορούσε να χρησιμοποιήσει και τους τρεις μας στην ίδια αρχική πεντάδα και να βρει λύση ώστε να αποδώσει αυτό το σχήμα. Όταν μια επιλογή φέρνει αποτέλεσμα και επιτυχίες, το ζητούμενο είναι να είσαι παρών, να αγωνίζεσαι, να προπονείσαι συνεχώς και να διατηρείς την πνευματική ετοιμότητα να δεχθείς πως κάποιες φορές δεν θα έχεις τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί τη σημασία σου για την ομάδα.
Αυτό επιδίωκα σε όλη μου την καριέρα: να συμβάλλω ως χρήσιμο μέλος της ομάδας. Πιστεύω πως όταν έρχεται η επιτυχία, όλοι οι παίκτες μοιράζονται τη δόξα, όποια κι αν ήταν η προσωπική συνεισφορά τους. Να σου δώσω ένα παράδειγμα: αν σε ρωτήσω, ως δημοσιογράφο, ποιος πέτυχε τους περισσότερους πόντους στην κατάκτηση της EuroLeague το 2007, μάλλον δεν θα το θυμάσαι. Ούτε εγώ μπορώ να θυμηθώ πόσους πόντους σημείωσα στον τελικό.
Εκείνο που δεν ξεχνά κανείς είναι ότι ο Παναθηναϊκός πήρε το ευρωπαϊκό τρόπαιο το 2007, κι αυτό έχει τη μεγαλύτερη σημασία. Το να διατηρείς πάντα αυτή τη νοοτροπία είναι δύσκολο, αλλά τουλάχιστον οφείλεις να προσπαθείς. Ένα από τα σημαντικότερα προτερήματα του Ζέλικο Ομπράντοβιτς, κατά τη γνώμη μου, ήταν ότι έμαθε στους παίκτες να βάζουν πρώτα την ομάδα και μετά τον εαυτό τους. Τελικά, η επιτυχία ανήκει σε όλους».
Για το τρίποντο με την Εθνική στο Ευρωμπάσκετ του Βελιγραδίου το 2005: «Θυμάμαι φυσικά τη διοργάνωση, απλώς δεν θυμάμαι, για παράδειγμα, πόσους πόντους σημείωσα στον τελικό. Ειλικρινά, δεν το θυμάμαι. Το 2005 ήταν κάτι ξεχωριστό. Δεν μπορείς να ξεχάσεις μια τόσο σημαντική στιγμή, όπως η κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος στο Βελιγράδι με την Εθνική ομάδα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη υπερηφάνεια για έναν αθλητή από το να φορά τη φανέλα της πατρίδας του.
Για εμένα αυτό είναι το σημαντικότερο. Το 2005 κατακτήσαμε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, 18 χρόνια μετά τον πρώτο θρίαμβο της Ελλάδας, το 1987. Ήταν κάτι σπουδαίο, πραγματικά εκπληκτικό. Ναι, καταφέραμε να φτάσουμε σε εκείνο το τελευταίο σουτ, το οποίο ήταν και τυχερό. Αλλά έτσι είναι η ζωή. Κάποιες φορές είσαι τυχερός και κάποιες άλλες όχι. Η τύχη είναι κι αυτή μέρος του παιχνιδιού».
Για το πόσο ταπεινός είναι: «Θεωρώ πως η ταπεινότητα σε βοηθά να πετύχεις. Έτσι μπορείς να ακούς τους συμπαίκτες σου, να παίρνεις τις συμβουλές των προπονητών και να βελτιώνεσαι. Σε κάθε τομέα της ζωής, είτε έχεις επιτυχίες στο μπάσκετ είτε εργάζεσαι σε οποιονδήποτε άλλο επαγγελματικό χώρο, πιστεύω ότι η ταπεινότητα είναι το πιο σημαντικό στοιχείο.
Αυτή την αντίληψη την πήρα από την οικογένειά μου και τους γονείς μου. Εκείνοι με δίδαξαν να είμαι ταπεινός και να δείχνω σεβασμό στους άλλους. Προσπαθώ να τηρώ αυτές τις δύο βασικές συμβουλές σε όλη μου τη ζωή, τόσο στο μπάσκετ όσο και γενικότερα».
Για τον παίκτη της EuroLeague που του μοιάζει: «Δεν μου έρχεται τώρα στο μυαλό κάποιος από όλες τις ομάδες της EuroLeague. Οι εποχές είναι διαφορετικές. Αν μιλήσω όμως μόνο για τον Παναθηναϊκό, θα ξεχώριζα τον Νάιτζελ Χέιζ-Ντέιβις, καθώς σε κάποια πράγματα ο τρόπος παιχνιδιού του μου θυμίζει τον δικό μου. Επιθετικά είναι ξεκάθαρα καλύτερος από εμένα, αλλά μου αρέσει πολύ. Κυρίως στην προσέγγισή του στην άμυνα βλέπω κάτι από τον εαυτό μου.
Πρόκειται για έναν πολύ έξυπνο παίκτη, που γνωρίζει τι θέλει να κάνει και καταλαβαίνει τι θα ακολουθήσει στο παιχνίδι πριν καν ολοκληρωθεί η φάση. Είναι μπροστά από τους υπόλοιπους κατά ένα βήμα. Στην επίθεση, πάντως, διαθέτει σίγουρα πολύ μεγαλύτερο ταλέντο από εμένα. Παίζει σε άλλη θέση, κυρίως στο «3» και στο «4», όμως αυτός είναι ο παίκτης που μου έρχεται ως παράδειγμα».
Για το αν θα επέλεγε να αγωνιστεί εκτός Ελλάδας, αν μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω: «Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήθελα ποτέ να φύγω από την Ελλάδα. Ήμουν πάρα πολύ ευτυχισμένος στον Παναθηναϊκό και γενικότερα δεν επιθυμούσα να μετακομίσω σε άλλη χώρα. Βέβαια, η Σερβία είναι μια πολύ όμορφη χώρα. Πιστεύω ότι οι Έλληνες και οι Σέρβοι έχουμε πολλά κοινά στοιχεία. Δεν θα ήταν, λοιπόν, καθόλου κακή ιδέα. Ο κόσμος εδώ αγαπάει πολύ το μπάσκετ, ενώ η Σερβία δεν βρίσκεται μακριά από την Ελλάδα. Υπάρχουν αρκετά θετικά στοιχεία που θα έκαναν μια τέτοια προοπτική ενδιαφέρουσα».
Για την επανένωση στον Παναθηναϊκό με τον Ομπράντοβιτς, τον Μπατίστ και τον Αλβέρτη: «Με κάνει πολύ χαρούμενο το ότι, μετά από τόσα χρόνια, βρισκόμαστε ξανά μαζί, αν και υπηρετούμε διαφορετικούς ρόλους. Ο Φραγκίσκος Αλβέρτης, ο Μάικ κι εγώ έχουμε πλέον διαφορετικές αρμοδιότητες, όμως ο στόχος μας δεν έχει αλλάξει.
Επιδίωξη όλων μας είναι να πηγαίνει καλά ο Παναθηναϊκός, να παίρνει νίκες και να κατακτά τίτλους. Από διαφορετικά πόστα ο καθένας, προσπαθούμε να βοηθήσουμε προς αυτή την κατεύθυνση. Με πολλή δουλειά και υπομονή, πιστεύω πως στο τέλος της χρονιάς θα είμαστε χαρούμενοι με όσα θα έχουμε καταφέρει».
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.





































// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.