Ευάγγελος Βενιζέλος: Ο Πρωθυπουργός ανέπτυξε πλήρως τις ελληνικές θέσεις για το τουρκολιβυκό μνημόνιο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ
Στην ανάλυσή του, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών περιγράφει την Τουρκία ως βασική απειλή για την ελληνική ασφάλεια, παρότι ανήκει στην ίδια Συμμαχία

Οι μεταβολές στο διεθνές γεωπολιτικό σκηνικό φέρνουν ξανά στο επίκεντρο την εθνική στρατηγική της Ελλάδας και τις αποφάσεις που απαιτούνται για την προάσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της. Μέσα σε συνθήκες έντονης αβεβαιότητας και αλλαγών στις διεθνείς σχέσεις, η χώρα εξετάζει τόσο την αποτελεσματικότητα των διαχρονικών συμμαχιών της όσο και τις προοπτικές που ανοίγουν οι νέες μορφές περιφερειακής συνεργασίας.
Τους συγκεκριμένους προβληματισμούς θέτει στο άρθρο του με τίτλο «Η προεκλογική δοκιμασία της εθνικής στρατηγικής» ο Ευάγγελος Βενιζέλος, πρώην αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών, πρώην υπουργός Εθνικής Άμυνας και ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Το κείμενό του δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ».
Ολόκληρο το άρθρο του Ευάγγελου Βενιζέλου
«Η διαχείριση του χρόνου αποτελεί βασικό στοιχείο της εθνικής στρατηγικής. Αν εξετάσουμε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε διάστημα άνω των διακοσίων ετών (1821-2026), διακρίνουμε τη βαθμιαία, αλλά τελικά εντυπωσιακή, επέκταση της ελληνικής επικράτειας. Στον ορίζοντα ενός αιώνα, καθοριστικό ρόλο παίζουν οι συνθήκες που οδήγησαν στη Συνθήκη της Λωζάνης και όσα αυτή προβλέπει. Σε βάθος πενήντα ετών, ο καθοριστικός παράγοντας είναι το πραξικόπημα της χούντας στην Ελλάδα και η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η οποία συνιστά και στρατιωτική ήττα της Ελλάδας.
Κατά τα τελευταία 52 χρόνια, δύο κομβικά θέματα βρίσκονται στην αφετηρία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: το κυπριακό, ως διεθνές ζήτημα κατοχής του βόρειου τμήματος της νήσου, και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, όπως ορίζονται από την εθνική μας αφήγηση και αποτιμώνται στο πλαίσιο της στρατηγικής μας. Σήμερα, τα δύο αυτά ζητήματα εντάσσονται στο δύσκολο περιβάλλον της γενικευμένης διεθνούς αστάθειας και, ιδίως, της κρίσης που διαπερνά τη Δύση ως ιστορική, αξιακή, οικονομική, στρατιωτική και τελικά στρατηγική οντότητα. Οι σχέσεις ΕΕ – ΗΠΑ, αλλά κυρίως οι δεσμοί καθενός από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ με την Αμερική, δοκιμάζονται διαρκώς και αναζητούν ισορροπία. Σε αυτή τη στάση επιδρούν το μέγεθος και το ειδικό βάρος κάθε χώρας, η γεωγραφία της, το αίσθημα ασφάλειας και η ιστορική αυτοσυνειδησία της.
Στη δική μας περίπτωση υπάρχει επίσης μια σχεδόν γενετική αντίφαση. Η βασική απειλή για την εθνική ασφάλεια, η οποία καθορίζει το αμυντικό δόγμα, τα εξοπλιστικά προγράμματα και τις αμυντικές δαπάνες επί περισσότερο από μισό αιώνα, δεν είναι η κοινή απειλή που κατά καιρούς ενώνει τη Βορειοατλαντική Συμμαχία. Προέρχεται από την Τουρκία, δηλαδή από ένα κράτος που ανήκει στην ίδια Συμμαχία, τα μέλη της οποίας δεσμεύονται συλλογικά ως προς την άμυνα μέσω του άρθρου 5 της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού.
Η σύνδεση της εσωτερικής με την εξωτερική πολιτική, ακόμη και στην απλουστευτική και λαϊκιστική εκδοχή της προεκλογικής αξιοποίησης της εξωτερικής πολιτικής, δεν χαρακτηρίζει μόνο την Ελλάδα ή την Τουρκία. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που συνδέεται διαχρονικά με τη λειτουργία της δημοκρατίας και τις επιλογές των ψηφοφόρων, όπως καταδεικνύουν οι κλασικές σχολές σκέψης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Στα δικά μας ζητήματα, το «σύνδρομο Ζυρίχης – Λονδίνου», όπως έχω αποκαλέσει τη βαθιά επιφυλακτικότητα απέναντι σε σημαντικές πολιτικές πρωτοβουλίες για τα εθνικά θέματα, έχει τις ρίζες του στον τρόπο με τον οποίο η «συνείδηση του έθνους» προσέλαβε τη δημιουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960. Δεν είναι απλώς προσαρμογή της εξωτερικής πολιτικής στις ανάγκες μιας εκλογικής περιόδου, αλλά κάτι βαθύτερο: η υποχώρησή της μπροστά στον φόβο για τον τρόπο που θα καταγραφεί η Ιστορία.
Στον δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα φαίνεται σήμερα να επικρατεί η άποψη ότι όσα δεν καταφέραμε να εξασφαλίσουμε τα τελευταία πενήντα χρόνια μέσω της συμμετοχής μας στο ΝΑΤΟ, όπου μετέχει και η Τουρκία, ούτε μέσω της συμμετοχής μας στην ΕΕ —με την οποία η Τουρκία έχει τελωνειακή ένωση και συνεργάζεται στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα— ούτε χάρη στη στρατηγική εταιρική σχέση με τις ΗΠΑ, μπορούν να τα προσφέρουν διμερείς συνεργασίες ή τριμερείς συνεργασίες με τη συμμετοχή της Κύπρου, όταν αποκτούν συγκεκριμένο αντικείμενο. Οι ΗΠΑ επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό την εξοπλιστική ισορροπία Ελλάδας – Τουρκίας, όπως δείχνει πιο πρόσφατα η υπόθεση των F-35, ενώ διαχρονικά παρεμβαίνουν σε κάθε στρατιωτική ένταση μεταξύ των δύο χωρών, ώστε τα επεισόδια να αποκλιμακώνονται και να ακολουθεί διπλωματική διαδικασία:
Η συνεργασία Ελλάδας – Ισραήλ στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την προμήθεια της αντιαεροπορικής «Ασπίδας του Αχιλλέα». Το σύστημα είναι συμβατό με τον νατοϊκό σχεδιασμό και αποτελεί επιλογή εθνικής ασφάλειας, όχι αντιτουρκική κίνηση. Η συνεργασία αυτή, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα αναθέτει στο Ισραήλ τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Το Ισραήλ έχει δικές του ζωτικές προτεραιότητες στην άμυνα και την ασφάλεια, ενώ διαμορφώνει τις σχέσεις του με την Τουρκία με βάση αυτές· οι σχέσεις αυτές δοκιμάζονται σε διάφορα πεδία, από τη Συρία μέχρι τη Σομαλία.
Η συμμετοχή επιχειρήσεων γαλλικών συμφερόντων στο σχέδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ (GSI) είναι ιδιαίτερα έντονη. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως η Ελλάδα έχει αναθέσει στη Γαλλία τον χειρισμό των θεμάτων της που αφορούν τις θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η Γαλλία είναι εταίρος της Ελλάδας στην ΕΕ, μεσογειακή χώρα, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και πυρηνική δύναμη. Η συνεργασία Ελλάδας και Γαλλίας στο συγκεκριμένο σχέδιο έχει μεγάλη σημασία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι σχέσεις Γαλλίας – Τουρκίας δεν επηρεάζονται από πολλές διαφορετικές παραμέτρους.
Η Βουλή της Λιβύης κύρωσε το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο είναι καταφανώς παράνομο βάσει του Διεθνούς Δικαίου. Μετά την εξέλιξη αυτή διατυπώνεται η πρόταση να ξεπεραστεί η εκκρεμότητα της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, καθώς και μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης — την οποία η Τουρκία επιχείρησε να προκαταλάβει με τη σύναψη του παράνομου μνημονίου με τη Λιβύη — μέσω επέκτασης της συμφωνίας μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας – Αιγύπτου. Η συμφωνία του 2020 επιτρέπει την επέκτασή της, η οποία θα ήταν σκόπιμο να προχωρήσει, βεβαίως μέσα στο πλαίσιο της Διεθνούς Σύμβασης των ΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Σε αντίθεση με το μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης, η συμφωνία Ελλάδας – Αιγύπτου έχει ως πλεονέκτημα τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Αξίζει, πάντως, να επισημανθεί ότι η Λιβύη εξέφρασε μόλις το 2025 αντιρρήσεις για τη συμφωνία Ελλάδας – Αιγύπτου του 2020. Παράλληλα, από το 2019 είχε καλέσει κάθε χώρα που είχε νομικές ενστάσεις για το τουρκολιβυκό μνημόνιο να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η πρόσκληση αυτή έχει όση νομική αξία έχει, καθώς η Λιβύη επικαλέστηκε ότι είχε σεβαστεί τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις οριοθετήσεις με τη Μάλτα και την Τυνησία. Το γεγονός αυτό, βεβαίως, οφείλει να το έχει κατά νου και η ίδια.
Στις 29 Οκτωβρίου 2026, κατά τη διάρκεια ανοιχτής συζήτησης υψηλού επιπέδου στο Συμβούλιο Ασφαλείας, με θέμα «Αναδυόμενες τεχνολογίες και θαλάσσια ασφάλεια: επιπτώσεις στην ειρήνη και την ασφάλεια», ο Πρωθυπουργός παρουσίασε αναλυτικά τις ελληνικές θέσεις για το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η συζήτηση έγινε με πρωτοβουλία της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου. Ο Πρωθυπουργός προήδρευσε, όμως η ομιλία του για το μνημόνιο ήταν εθνική παρέμβαση της Ελλάδας και δεν συνοδευόταν από αίτημα για ψήφισμα του ΣΑ. Η παρέμβαση είχε αναμφίβολα σημασία, αλλά δεν ισοδυναμεί με προσφυγή της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ασφαλείας, όπως εκείνη του 1976. Τότε, το ΣΑ υιοθέτησε το ψήφισμα 395 (1976), το οποίο παρέπεμπε ρητά στο Κεφάλαιο VI του Χάρτη και καλούσε τις δύο κυβερνήσεις να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση, να αποκλιμακώσουν την ένταση και να ξαναρχίσουν απευθείας διαπραγματεύσεις. Παράλληλα, υπογράμμιζε τη συνδρομή των κατάλληλων δικαστικών μέσων, ιδίως του Διεθνούς Δικαστηρίου, στο οποίο η Ελλάδα είχε προσφύγει τότε τόσο με αίτηση προσωρινών μέτρων όσο και με κύρια προσφυγή. Την πορεία των πραγμάτων από το 1976 μέχρι σήμερα την έχουμε βιώσει.
Η Ελλάδα σέβεται τη συμμετοχή της στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, όπως και τις συμμαχίες της: τις παλιές και διαρθρωτικές, όπως αυτή με τις ΗΠΑ, αλλά και τις νεότερες και κρίσιμες, με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και χώρες του Κόλπου. Εδώ και 52 χρόνια, ωστόσο, καθορίζει η ίδια μαζί με την Τουρκία την πορεία και τον ρυθμό των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε διμερές επίπεδο. Υπάρχουν, προφανώς, περίοδοι αποκλιμάκωσης, διαστήματα τριβής και στιγμές έντασης, ορισμένες ακόμη και επεισοδιακές. Συνολικά, όμως, αυτή η διαχείριση έχει αποδειχθεί θετική για την περιφερειακή σταθερότητα.
Το Ισραήλ, με τη διαρκή και υψηλή πολεμική του ετοιμότητα, η Γαλλία με τη γκωλική της παράδοση και η Αίγυπτος, λόγω του μεγέθους που έχει καθοριστική σημασία για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, κατανοούν ότι η Ελλάδα προωθεί και αξιοποιεί συνεργασίες και συμμαχίες, ενώ παράλληλα τις σέβεται. Ωστόσο, καμία άλλη χώρα δεν μπορεί να αναλάβει αντί της Ελλάδας τις πολιτικές πρωτοβουλίες που απαιτούνται, για παράδειγμα, για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ με την Τουρκία, είτε μέσω συμφωνίας είτε με απόφαση διεθνούς δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει και για τον χειρισμό περιόδων στρατιωτικής έντασης, οι οποίες, όπως διδάσκει η Ιστορία, επιταχύνουν διπλωματικές διεργασίες — όπως έχει ήδη αναφερθεί, μέχρι στιγμής με αμερικανική διαμεσολάβηση. Επομένως, η Ελλάδα χρειάζεται προετοιμασία τόσο στην άμυνα όσο και στο πολιτικό και διπλωματικό πεδίο, ενώ το πολιτικό της προσωπικό οφείλει να είναι έτοιμο να επωμιστεί το κόστος που του αναλογεί ή προκύπτει. Η οικονομική κρίση πρέπει να αποτελεί δίδαγμα.
Η προεκλογική περίοδος, που έχει ήδη αρχίσει και αναμένεται μακρά, με ένταση και πάθος, δεν αφήνει περιθώρια ούτε για στρατηγικό αναστοχασμό ούτε για αισιοδοξία ότι θα υπάρξουν ευρύτερες συναινέσεις γύρω από την εθνική στρατηγική, ακόμη κι αν καταγράφονται συγκλίσεις στο εθνικό αφήγημα, οι οποίες έχουν τη δική τους αξία. Οι διεθνείς εξελίξεις, όμως, δεν περιμένουν να ολοκληρωθεί ο εσωτερικός πολιτικός κύκλος. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να έχουμε τουλάχιστον επίγνωση των δεδομένων και των ερωτημάτων, ακόμη κι αν δεν μπορούν να τεθούν άμεσα σε δημόσια συζήτηση με ιστορική και όχι συγκυριακή οπτική.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.

















// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.