Ο Γεωργιάδης «διορθώνει» τον Άρειο Πάγο για να δικαιολογήσει τα γυαλιά-κάμερες

Όταν ένας υπουργός θέλει να νομιμοποιήσει κάτι που τον βολεύει, το πιο πρόσφορο εργαλείο δεν είναι πάντα ο νόμος —είναι η ελεύθερη ερμηνεία του νόμου, κατά προτίμηση με αναφορές σε δικαστικές αποφάσεις που, αν τις διαβάσει κανείς προσεκτικά, λένε κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτό ακριβώς καταγγέλλει ο δικηγόρος Θανάσης Καμπαγιάννης για τον Άδωνι Γεωργιάδη και τη χρήση των γυαλιών-καταγραφικών της Meta, σε μια ανάρτηση που δεν διστάζει να μιλήσει για «κατασκευασμένο περιεχόμενο δικαστικής απόφασης».
Η παράγραφος που δεν υπάρχει
Η καταγγελία είναι συγκεκριμένη: ο υπουργός επικαλέστηκε απόσπασμα απόφασης του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το οποίο η καταγραφή δημόσιου γεγονότος «στρέφεται εναντίον του ίδιου του προσώπου που καταγράφει» και η συμμετοχή σε δημόσια εκδήλωση «μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και ως σιωπηρή συναίνεση». Το πρόβλημα, όπως σημειώνει ο Καμπαγιάννης, είναι ότι αυτή η παράγραφος απλά δεν υπάρχει πουθενά στο κείμενο της απόφασης. Δεν πρόκειται για ελεύθερη απόδοση ή παρερμηνεία· πρόκειται, λέει, για επινόηση εκ του μηδενός, βαφτισμένη ως νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Το ειρωνικό της υπόθεσης είναι πως η πραγματική απόφαση του Αρείου Πάγου καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα από αυτό που της αποδίδεται. Αφορά υπόθεση φωτογράφισης σε μπαρ, όπου το δικαστήριο έκρινε ότι ούτε η επαγγελματική συμμετοχή σε θέαμα ούτε η σιωπηρή ανοχή στη λήψη φωτογραφιών συνεπάγονται αυτόματα συγκατάθεση για δημοσίευσή τους. Δηλαδή το ακριβώς αντίστροφο από το «όποιος συμμετέχει σε δημόσιο γεγονός αποδέχεται σιωπηρά την καταγραφή του», που υποτίθεται πως στηρίζει τη χρήση των γυαλιών-κάμερες χωρίς συναίνεση των καταγραφόμενων.
Υπουργοί, δικαστές, εισαγγελείς
Η σάτιρα του Καμπαγιάννη πατά σε ένα ευρύτερο σχήμα που έχει ήδη τεκμηριωθεί: υπουργοί και βουλευτές της κυβέρνησης, γράφει, λειτουργούν ήδη ως «αυτοδιορισμένοι εισαγγελείς των εαυτών τους» απέναντι στις διώξεις που ζητά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Τώρα, προσθέτει καυστικά, έχουν αναλάβει και ρόλο δικαστή, «συγγράφοντας» δικαστικές αποφάσεις κατά παραγγελία. Το σχόλιο για τον «φελλό υπουργό» δεν αφήνει περιθώρια παρεξήγησης ως προς τον τόνο, αλλά η ουσία της καταγγελίας είναι νομική, όχι απλώς πολιτική: αν όντως η παράγραφος δεν υπάρχει, δεν μιλάμε για ερμηνευτική διαφορά αλλά για διασπορά ψευδούς περιεχομένου με την υπογραφή υπουργού.
Η αναφορά στον «Εκπρόσωπο Τύπου του Αρείου Πάγου» —θέση που κατείχε ο νυν πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου— λειτουργεί ως ερώτημα προς το ίδιο το δικαστικό σώμα: θα αντιδράσει επίσημα σε μια περίπτωση όπου η νομολογία του παρουσιάζεται αλλοιωμένη για να στηρίξει μια πρακτική αμφισβητούμενης νομιμότητας; Το ζήτημα των γυαλιών-καταγραφικών δεν είναι απλώς τεχνικό· αγγίζει την προστασία προσωπικών δεδομένων πολιτών που καταγράφονται χωρίς να το γνωρίζουν. Η επίκληση ανακριβούς νομολογίας για να καλυφθεί αυτό το κενό δεν λύνει το πρόβλημα· απλώς δείχνει πόσο εύκολα η εξουσία διαλέγει ποια «δικαιοσύνη» της βολεύει.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.