Foreign Policy: Η αθόρυβη αναβάθμιση των σχέσεων ασφάλειας ΗΠΑ και Κύπρου
Η Λευκωσία επιδιώκει αποτροπή έναντι μελλοντικής τουρκικής απειλής και ενίσχυση της διεθνούς της θέσης, ενώ η Άγκυρα παρακολουθεί με επιφύλαξη

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εξελιχθεί την τελευταία δεκαετία σε σημαντικό εταίρο ασφάλειας για τις ΗΠΑ, σε μια αθόρυβη μεταβολή της σχέσης τους, υποστηρίζουν σε ανάλυσή τους στο Foreign Policy ο Άλαν Μακόφσκι και ο Τζόνα Μπρόντι. Όπως σημειώνουν, η Ουάσιγκτον έβλεπε επί δεκαετίες το νησί σχεδόν αποκλειστικά ως πρόβλημα προς επίλυση, ενώ η αρχική ώθηση για τη στενότερη συνεργασία ήρθε από τη Λευκωσία.
Οι δύο αναλυτές εκτιμούν ότι, παρά τη συνεχιζόμενη διαίρεσή της, η Κύπρος αναδεικνύεται σε παράγοντα που συνεισφέρει στην ασφάλεια των ΗΠΑ και της Δύσης. Για τη Λευκωσία, η σχέση λειτουργεί αποτρεπτικά έναντι μιας μελλοντικής τουρκικής απειλής, ενισχύει τη διεθνή της θέση και προσφέρει κάλυψη στις αυξανόμενες εξοπλιστικές και άλλες σχέσεις ασφάλειας με χώρες όπως η Γαλλία και το Ισραήλ. Η Τουρκία παρακολουθεί με επιφύλαξη, χωρίς μέχρι στιγμής δυναμική αντίδραση, αναφέρουν.
Ο Μακόφσκι είναι ανώτερος ερευνητής στο Center for American Progress και έχει εργαστεί στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων. Ο Μπρόντι είναι αναλυτής πολιτικής στο Jewish Institute for National Security of America.
Από τη διαίρεση του νησιού στη στροφή προς τις ΗΠΑ
Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, η Κυπριακή Δημοκρατία κυβερνά τα νότια δύο τρίτα του νησιού και αναγνωρίζεται σχεδόν καθολικά ως η νόμιμη κυβέρνηση ολόκληρης της Κύπρου, με εξαίρεση δύο κυρίαρχες βρετανικές βάσεις που αποτελούν λιγότερο από το 3% του νησιού. Η Τουρκία κατέχει το βόρειο τρίτο, όπου το 1983 ανακηρύχθηκε η «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου», την οποία αναγνωρίζει μόνο η Άγκυρα. Οι τουρκικές δυνάμεις εκεί εκτιμώνται σε 30.000-40.000 στρατιώτες.
Ο πληθυσμός στις περιοχές που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία, στη συντριπτική του πλειονότητα Ελληνοκύπριοι, είναι λίγο μικρότερος από ένα εκατομμύριο, ενώ ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός στον βορρά ανέρχεται περίπου στο ένα τέταρτο αυτού του αριθμού.
Η Κύπρος ήταν ιδρυτικό μέλος του Κινήματος των Αδεσμεύτων το 1961 και παρέμεινε σε αυτό έως την ένταξή της στην ΕΕ το 2004. Ακόμη και μετά την ένταξη διατήρησε αρχικά στενούς δεσμούς με τη Μόσχα. Η Ουάσιγκτον, ανησυχώντας για την αντίδραση της Τουρκίας και τις προοπτικές επανένωσης, είχε επιβάλει εμπάργκο όπλων στην Κύπρο το 1987.
Η ισορροπία Ανατολής και Δύσης άρχισε να αλλάζει αισθητά το 2013, με την εκλογή του φιλοδυτικού Νίκου Αναστασιάδη στη θέση του Δημήτρη Χριστόφια, που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τη Μόσχα και αντιτασσόταν στο ΝΑΤΟ. Ο Αναστασιάδης επιδίωξε την ανάπτυξη σχέσης με τις ΗΠΑ, προβάλλοντας τη θέση της Κύπρου ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, τους υπεράκτιους ενεργειακούς πόρους και τις διπλωματικές της σχέσεις στην περιοχή.
Η Ουάσιγκτον ανταποκρίθηκε και το 2014 ο τότε αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν είχε χαρακτηρίσει δημόσια τη διμερή σχέση «στρατηγική εταιρική σχέση». Η μεταστροφή επιταχύνθηκε κατά την πρώτη προεδρία Τραμπ, πιθανότατα και λόγω της κατάρρευσης της τελευταίας διπλωματικής προσπάθειας επανένωσης τον Ιούλιο του 2017. Ακολούθησαν διμερής δήλωση προθέσεων το 2018 και ο αμερικανικός νόμος του 2019 για την ασφάλεια και την ενεργειακή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο, που χαρακτήρισε την Κύπρο «βασικό στρατηγικό εταίρο» και άνοιξε τον δρόμο για την αναστολή του εμπάργκο.
Η επιδείνωση των σχέσεων Ουάσιγκτον και Άγκυρας
Κατά τους συντάκτες, το αμερικανικό άνοιγμα αντανακλούσε μια νέα θεώρηση της περιοχής, την οποία επιτάχυνε η επιδείνωση των σχέσεων με την Τουρκία τη δεκαετία του 2010. Ο πρώην βοηθός υπουργός Εξωτερικών για ευρασιατικές υποθέσεις Α. Γουές Μίτσελ, που θεωρείται ευρέως αρχιτέκτονας της αλλαγής, υποστήριξε σε κατάθεσή του στο Κογκρέσο το 2018 ότι οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν επί δεκαετίες λανθασμένα την Ανατολική Μεσόγειο ως σταθεροποιημένη περιοχή με άξονα την Τουρκία και την Κύπρο απλώς ως ζήτημα συνομιλιών επανένωσης.
Ο Μίτσελ περιέγραφε την περιοχή ως «αναδυόμενο θαλάσσιο σύνορο» και θεωρούσε ότι η Ελλάδα και η Κύπρος προσέφεραν στρατηγικές ευκαιρίες στις ΗΠΑ, αλλά και αντιστάθμισμα απέναντι σε μια ολοένα πιο απρόβλεπτη Τουρκία.
Για τη Λευκωσία, γράφουν οι δύο αναλυτές, η στροφή ήταν και υπαρξιακή: πέρα από την αναστολή του εμπάργκο, αναζητούσε μια αίσθηση στρατηγικής ένταξης. Η Κύπρος είναι το μοναδικό μέλος της ΕΕ εκτός ΝΑΤΟ και εκτός του προγράμματος «Συνεταιρισμός για την Ειρήνη» της Συμμαχίας.
Ο πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι επιθυμεί την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ. Γνωρίζει, ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, ότι λόγω του τουρκικού βέτο αυτό είναι σχεδόν αδιανόητο χωρίς λύση του Κυπριακού. Παρουσιάζει πάντως τη συνεργασία με τις ΗΠΑ ως μέσο προσαρμογής της Εθνικής Φρουράς στα πρότυπα της Συμμαχίας.
Ασκήσεις, υποδομές και περιφερειακές αποστολές
Η συνεργασία έχει συμβάλει στον επαγγελματικό εκσυγχρονισμό των κυπριακών δυνάμεων και στην αναβάθμιση υποδομών. Αμερικανικές και κυπριακές δυνάμεις εκπαιδεύονται μαζί, μεταξύ άλλων σε ασκήσεις ειδικών επιχειρήσεων. Το 2021 και το 2024, Αμερικανοί SEALs και η υποβρύχια ομάδα του κυπριακού ναυτικού εκπαιδεύτηκαν από κοινού στην αντιμετώπιση της θαλάσσιας τρομοκρατίας και σε επιχειρήσεις επιβίβασης σε πλοία. Από το 2022 η Κύπρος συνεργάζεται με την Εθνοφρουρά του Νιου Τζέρσεϊ στην εκπαίδευση και την αντιμετώπιση καταστροφών.
Τον Δεκέμβριο του 2024 το Κογκρέσο κατέστησε την Κύπρο επιλέξιμη για πολυμερή εκπαίδευση χρηματοδοτούμενη από τις ΗΠΑ, μοναδική χώρα εκτός ΝΑΤΟ και του «Συνεταιρισμού για την Ειρήνη» με αυτό το καθεστώς. Το 2025 η Ευρωπαϊκή Διοίκηση των ΗΠΑ χρηματοδότησε με περίπου 588.000 δολάρια μελέτη για την προσαρμογή της αεροπορικής βάσης Ανδρέας Παπανδρέου στα πρότυπα του ΝΑΤΟ. Η μελέτη συνέστησε νέο χώρο στάθμευσης αεροσκαφών βαρέων μεταφορών και επέκταση του διαδρόμου, έργα που θα χρηματοδοτήσει η Κύπρος.
Νέο ελικοδρόμιο στη ναυτική βάση Ευάγγελος Φλωράκης, με αμερικανική χρηματοδότηση, θα υποδέχεται μεγάλα ελικόπτερα τύπου Chinook, ενώ το υπουργείο Άμυνας εξετάζει επέκταση για τη φιλοξενία οκτώ μεγάλων πολεμικών πλοίων. Η Λεμεσός αποτελεί τακτικό σταθμό του αμερικανικού ναυτικού: έχει υποδεχθεί 22 πλοία από το 2022, εκ των οποίων 15 από το 2024.
Η Κύπρος αξιοποιεί επίσης τη θέση της για την απομάκρυνση αμάχων από εμπόλεμες περιοχές. Το 2024 Αμερικανοί πεζοναύτες και αεροσκάφη Osprey αναπτύχθηκαν στη βάση Ανδρέας Παπανδρέου για ενδεχόμενες εκκενώσεις από τον Λίβανο, ενώ τον Ιούνιο του 2025 η Κύπρος λειτούργησε ως σημείο διέλευσης για όσους έφευγαν από το Ισραήλ κατά τη σύγκρουση με το Ιράν.
Σε συνεργασία με τον ΟΗΕ, η Κύπρος έχει υποστηρίξει την αποστολή περισσότερων από 37.000 μετρικών τόνων ανθρωπιστικών εφοδίων στη Γάζα. Έως το 2025, το χρηματοδοτούμενο από τις ΗΠΑ κυπριακό Κέντρο Ασφάλειας Ξηράς, Ανοικτής Θάλασσας και Λιμένων στη Λάρνακα είχε εκπαιδεύσει περισσότερα από 2.000 στελέχη από περισσότερες από 20 χώρες σε θέματα ασφάλειας και αντιτρομοκρατίας.
Η Τουρκία, το Ισραήλ και η αποτρεπτική διάσταση
Οι συντάκτες συγκρίνουν την τουρκική αντίδραση σε δύο κυπριακές εξοπλιστικές επιλογές. Το 1997, όταν η Κύπρος επιχείρησε να εγκαταστήσει ρωσικούς πυραύλους αεράμυνας S-300, η Άγκυρα απείλησε να βομβαρδίσει τις συστοιχίες. Η Ουάσιγκτον πίεσε τη Λευκωσία να τους μεταφέρει στην Ελλάδα, η οποία τους αποθήκευσε στην Κρήτη.
Όταν η Κύπρος αγόρασε το ισραηλινό σύστημα Barak MX το 2024, η Τουρκία προειδοποίησε για επικίνδυνες συνέπειες, χωρίς όμως να απειλήσει με άμεση στρατιωτική επέμβαση για να εμποδίσει την εγκατάστασή του. Οι Μακόφσκι και Μπρόντι θεωρούν ότι, μεταξύ πολλών παραγόντων, η νέα σχέση ασφάλειας με τις ΗΠΑ και η περιορισμένη αλλά σταθερή παρουσία αμερικανικών δυνάμεων στην Κύπρο συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους λόγους της συγκρατημένης αντίδρασης.
Το Ισραήλ έχει επίσης αναδειχθεί σε σημαντικό εταίρο ασφάλειας της Κύπρου. Οι δύο χώρες και η Ελλάδα πραγματοποιούν τακτικές συνόδους και συνεργάζονται σε τομείς όπως η ενέργεια. Η τριμερής σχέση προκαλεί ανησυχία στην Τουρκία, αλλά έχει τη στήριξη των ΗΠΑ, οι οποίες συμμετέχουν περιστασιακά από την πρώτη θητεία Τραμπ στο σχήμα «3+1». Η Κύπρος έχει αναπτύξει σημαντικές σχέσεις και με την Αίγυπτο, την Ιορδανία και κράτη του Περσικού Κόλπου.
Οι κίνδυνοι της στενότερης συνεργασίας
Η στρατηγική αυτή ενέχει κινδύνους και για τις δύο πλευρές, υποστηρίζουν οι αναλυτές. Το νησί φιλοξενεί σήμερα περισσότερα όπλα από οποιαδήποτε στιγμή εδώ και δεκαετίες, ενώ κάθε προτεινόμενη αμερικανική μεταφορά απαιτεί εκτίμηση για το αν ενισχύει ή υπονομεύει τη σταθερότητα. Σημειώνουν ότι η Ουάσιγκτον δεν έχει ακόμη ενεργήσει επί κυπριακού αιτήματος για πλεονάζον αμυντικό υλικό που υποβλήθηκε πριν από περισσότερο από έναν χρόνο.
Για τις ΗΠΑ, η πρόκληση είναι να αξιοποιήσουν τη θέση της Κύπρου χωρίς να εντείνουν τους τουρκικούς φόβους έως το σημείο αναζωπύρωσης παλαιών εχθροπραξιών. Για τη Λευκωσία, ο κίνδυνος είναι ένας πολύ ισχυρότερος εταίρος να θελήσει μελλοντικά να εξαπολύσει επιχειρήσεις από το νησί, παρασύροντάς το σε συγκρούσεις που θα προτιμούσε να αποφύγει. Υπάρχει όμως και το ενδεχόμενο μια πιο απομονωτική Αμερική να εγκαταλείψει τη σχέση ασφάλειας.
Οι στενότεροι δεσμοί με το Ισραήλ αυξάνουν την έκθεση της Κύπρου, καθώς η επιδείνωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων από τις 7 Οκτωβρίου 2023 μπορεί να καταστήσει το νησί πεδίο τριβής. Τον Μάρτιο του 2026, drone που πιθανότατα εκτοξεύθηκε από τη Χεζμπολάχ από τον Λίβανο έπληξε κυρίαρχη βρετανική βάση στον νότο, λίγα χιλιόμετρα από έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπενθυμίζοντας ότι η Κύπρος μπορεί να γίνει στόχος σε συγκρούσεις που δεν προκάλεσε η ίδια.
Η Λευκωσία θέλει οι ΗΠΑ να τη βλέπουν ως φυσικό σύμμαχο και παράγοντα ασφάλειας, παρότι δεν υπάρχει σχετική συνθήκη. Η μεταμόρφωση παραμένει ατελής, επισημαίνουν οι συντάκτες: η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να λαμβάνει υπόψη τις τουρκικές ευαισθησίες, αν και λιγότερο από ό,τι πριν από μία δεκαετία, ενώ η Κύπρος τονίζει ότι δεν επιτρέπει σε ξένες δυνάμεις να εξαπολύουν επιθετικές επιχειρήσεις από το έδαφός της.
Η Κύπρος δεν είναι επίσημος σύμμαχος των ΗΠΑ, δεν φιλοξενεί μόνιμες αμερικανικές βάσεις και παραμένει εκτός ΝΑΤΟ. Η άλυτη διαίρεση πιθανότατα θα συνεχίσει να περιορίζει το εύρος της συνεργασίας. Αν η προοπτική επανένωσης χαθεί εντελώς, η στρατηγική ασάφεια που επέτρεψε την αθόρυβη εμβάθυνσή της μπορεί να γίνει δυσκολότερο να διατηρηθεί, καταλήγουν οι αναλυτές.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.



































// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.