ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εταιρικά δάνεια: Η συγκέντρωση σε λίγες επιχειρήσεις αυξάνει το ρίσκο

Η συγκέντρωση του 42,9% των εταιρικών τραπεζικών χορηγήσεων σε μόλις 1,2% των επιχειρήσεων δημιουργεί ανησυχία τόσο για την οικονομία όσο και για πιθανά μελλοντικά προβλήματα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΩΡΑΪΤΗ – ΠΗΓΗ: Realnews

Σταθερή αιτία διαρθρωτικού προβληματισμού για τους διεθνείς οργανισμούς που επιτηρούν την ελληνική οικονομία και το τραπεζικό σύστημα παραμένει το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των εταιρικών δανείων κατευθύνεται στις μεγάλες επιχειρήσεις. Αυτό συμβαίνει είτε μέσω απευθείας τραπεζικής χρηματοδότησης είτε, τα τελευταία χρόνια, από το δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι λίγες επιχειρήσεις διογκώνονται υπέρμετρα. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μάλιστα, τις υπολογίζει σε μόλις δέκα, εξέλιξη που δεν ενισχύει το άνοιγμα της αγοράς και περιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξης των μικρότερων. Σε περίπτωση δε σοβαρών αναταράξεων σε μία ή περισσότερες ισχυρές εταιρείες, οι αρνητικές επιδράσεις θα μπορούσαν να συμπαρασύρουν το σύνολο της αγοράς.

Ο εγκλωβισμός των επιχειρήσεων στους servicers

Τραπεζικές πηγές αποδίδουν το περιορισμένο εύρος των εταιρικών χορηγήσεων στο ότι, στη δεκαετή οικονομική κρίση, πολλές επιχειρήσεις αποκλείστηκαν από τον τραπεζικό δανεισμό εξαιτίας της υπερχρέωσής τους και, στη συνέχεια, επειδή δεν διέθεταν επενδυτικό αναπτυξιακό σχέδιο. Από την άλλη πλευρά, επισημαίνεται ότι αρκετές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, παρότι αντιμετώπισαν πράγματι σοβαρά ζητήματα βιωσιμότητας στη σφοδρή κρίση που έπληξε την ελληνική οικονομία και πέρασαν στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, δηλαδή στους γνωστούς servicers, σήμερα έχουν ρυθμίσει τα δάνειά τους και τα εξυπηρετούν κανονικά. Εντούτοις, παραμένουν αποκλεισμένες από την τραπεζική χρηματοδότηση, εγκλωβισμένες στα γρανάζια των servicers. Γι’ αυτό προκύπτει η ανάγκη να επιστρέψουν στην κανονικότητα, ώστε να αποκτήσουν ξανά πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό.

Οι προειδοποιήσεις του ΔΝΤ για το τραπεζικό σύστημα

Στην πιο πρόσφατη έκθεσή του για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, τον Μάιο του 2026, το ΔΝΤ προειδοποίησε ότι η αλληλεξάρτηση αυτή συνιστά σοβαρό κίνδυνο (highly correlated risk), παρότι οι δέκα μεγάλες εταιρείες έχουν σήμερα υγιείς και ισχυρούς ισολογισμούς. Αν μια γεωπολιτική κρίση, ένα ενεργειακό σοκ ή μια αιφνίδια οικονομική αναταραχή οδηγήσει ταυτόχρονα σε οικονομική δυσχέρεια περισσότερες από μία από αυτές τις λίγες επιχειρήσεις, ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα της χώρας θα βρεθεί αντιμέτωπο με εξαιρετικά σοβαρές συνέπειες, λόγω της έλλειψης διαφοροποίησης (diversification) στο πελατολόγιό του. Για τον λόγο αυτό, το ΔΝΤ κάλεσε την Τράπεζα της Ελλάδος, στο πλαίσιο του εποπτικού της ρόλου, να παρακολουθεί πολύ στενά αυτούς τους μεγάλους κοινούς οφειλέτες -κυρίως πρόκειται για κοινοπρακτικά δάνεια που χορηγούνται από όλες τις τράπεζες- και να είναι έτοιμη να επιβάλει μακροπροληπτικά μέτρα αύξησης των κεφαλαιακών αποθεμάτων.

Το 1,2% των εταιρειών συγκεντρώνει το 42,9%

Εκτός από τους δέκα επιχειρηματικούς ομίλους που κυριαρχούν στις κοινοπρακτικές χρηματοδοτήσεις και για τους οποίους το ΔΝΤ εκφράζει ανησυχία, τα επίσημα δεδομένα της βάσης AnaCredit της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι στις 30 Ιουνίου 2026 ο δανεισμός 701 μεγάλων επιχειρήσεων αντιστοιχούσε στο 42,9% του συνόλου των επιχειρηματικών χορηγήσεων. Οι 701 αυτές εταιρείες αποτελούν μόλις το 1,2% όσων λαμβάνουν τραπεζικά δάνεια, ενώ έχουν λάβει συνολικά χρηματοδοτήσεις 36 δισ. ευρώ. Η έντονη αύξηση της δανειακής ροής προς τους λίγους συνδέεται με την έναρξη του Ταμείου Ανάκαμψης το 2021. Ενδεικτικά, το 2019 οι μεγάλες επιχειρήσεις με τραπεζικό δανεισμό ήταν 559 και τα συνολικά υπόλοιπα των δανείων τους έφταναν τα 21,4 δισ. ευρώ. Μέχρι τον Ιούνιο του 2026, ο αριθμός τους είχε αυξηθεί κατά 25,4%, ενώ το ύψος των δανείων τους είχε ενισχυθεί κατά 68,4%.

Η χρηματοδότηση μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης

Η πρακτική των αυξημένων χρηματοδοτήσεων προς λίγους ισχυρούς επιχειρηματικούς ομίλους ακολουθήθηκε και στα δάνεια μέσω του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης, συχνά μάλιστα με τη μορφή κοινοπρακτικού δανεισμού, δηλαδή με τη συμμετοχή του συνόλου των τραπεζών. Οι τράπεζες, από την πλευρά τους, αναφέρουν ότι η χρηματοδότηση δόθηκε με αυστηρά πιστοληπτικά κριτήρια που εφαρμόζονται σε όλους. «Οσες επιχειρήσεις είχαν επενδυτικό πλάνο και μπορούσαν να καταβάλουν την ίδια συμμετοχή είναι αυτές που χρηματοδοτήθηκαν μέσα από το μικρό σχήμα 50% από το ταμείο, 30% απευθείας τραπεζικό δάνειο και 20% ίδια συμμετοχή», αναφέρουν τραπεζικές πηγές. Για τις μικρές επιχειρήσεις, η περιορισμένη συγκριτικά χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης θα προέλθει από τα 2 δισ. ευρώ που μεταφέρθηκαν στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, με τα δάνεια που θα χορηγηθούν να διαθέτουν κρατική εγγύηση.

Πιθανοί κίνδυνοι και προβληματισμοί πίσω από τα αποτελέσματα εξαμήνου της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

Ο όμιλος ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ καταγράφει υψηλό δανεισμό, ο οποίος, βάσει της λογιστικής κατάστασης εξαμήνου, έφθασε στις 30 Ιουνίου 2026 τα 6,015 δισ. ευρώ, έναντι 4,602 δισ. ευρώ στις 30 Ιουνίου 2025, παρουσιάζοντας αύξηση 30,7%, ενώ το προσαρμοσμένο καθαρό χρέος ανήλθε σε 3,82 δισ. ευρώ. Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν τους κινδύνους και τις προκλήσεις με τους οποίους βρίσκονται αντιμέτωποι οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι στην Ελλάδα. Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν μετά την πρόσφατη προειδοποίηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) σχετικά με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Όπως επισημαίνει το Ταμείο, το 81% των μεγάλων εταιρικών δανείων στη χώρα έχει συγκεντρωθεί σε μια περιορισμένη ομάδα ισχυρών επιχειρήσεων, γεγονός που ενδέχεται μελλοντικά να θέσει σε κίνδυνο το τραπεζικό σύστημα. Η συγκεκριμένη έκθεση, σε συνδυασμό με τις οικονομικές επιδόσεις του ομίλου, αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο μια κερδοφόρα εταιρεία εντάσσεται οργανικά στον πυρήνα ενός πιθανού χρηματοοικονομικού προβληματισμού. Η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ συγκαταλέγεται σε αυτόν τον στενό κύκλο ομίλων που περιγράφει το ΔΝΤ, μολονότι στις 30 Ιουνίου άντλησε 0,659 δισ. ευρώ με αύξηση μετοχικού κεφαλαίου.

Οι χρηματοδοτικές δεσμεύσεις της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

Στο μέλλον, οι ελληνικές τράπεζες είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν κινδύνους εξαιτίας της μεγάλης έκθεσής τους. Σε περίπτωση οποιουδήποτε μελλοντικού κραδασμού για τον όμιλο, θα αναγκαστούν να καταχωρίσουν τεράστιες ζημιές, με άμεσες συνέπειες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας. Παράλληλα, τίθεται σε λειτουργία ο επικίνδυνος μηχανισμός του «Too big to fail» (πολύ μεγάλος για να αποτύχει). Ο όμιλος έχει αποκτήσει τέτοια κυριαρχία, καθώς ελέγχει υποδομές κρίσιμες για τη χώρα και αντλεί τεράστιους όγκους τραπεζικής ρευστότητας, ώστε η βιωσιμότητά του να έχει συνδεθεί άρρηκτα με την εθνική οικονομία.

Άμεσα συνδεδεμένο με την υπέρμετρη εξάρτηση από τις παραχωρήσεις είναι το μοντέλο Project Finance, το οποίο λειτουργεί σαν δίκοπο μαχαίρι. Ο συγκεκριμένος κλάδος παρήγαγε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 το 63% της λειτουργικής κερδοφορίας (EBITDA). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αναλογία χρέους προς κερδοφορία προκαλεί έντονο προβληματισμό. Μολονότι το EBITDA κινήθηκε ανοδικά κατά 12,2% στο πρώτο εξάμηνο, η αγορά παρακολουθεί προσεκτικά κατά πόσο αυτός ο ρυθμός μεγέθυνσης μπορεί, σε βάθος χρόνου, να καλύψει με ασφάλεια την απότομη αύξηση του συνολικού δανεισμού.

Στα 9,3 δισ. ευρώ προσεγγίζει πλέον το συνολικό ποσό των χρηματοδοτικών δεσμεύσεων και των δυνητικών υποχρεώσεων που απορρέουν από τις δραστηριότητες του ομίλου. Αυτό το τεράστιο βάρος επιμερίζεται σε ένα ευρύ χαρτοφυλάκιο παραχωρήσεων και έργων υποδομής εντός της χώρας. Ειδικότερα, οι δεσμεύσεις φθάνουν τα 2,6 δισ. ευρώ για τη Νέα Αττική Οδό, τα 1,9 δισ. ευρώ για την Εγνατία Οδό, περίπου τα 1,4 δισ. ευρώ για τον Βόρειο Οδικό Άξονα Κρήτης (ΒΟΑΚ), τα 1,039 δισ. ευρώ για τον αυτοκινητόδρομο Κεντρικής Ελλάδος (Ε65), τα 891 εκατ. ευρώ για το Νέο Αεροδρόμιο Καστελίου και τα 644 εκατ. ευρώ για τη διαχείριση των απορριμμάτων στην Περιφέρεια Πελοποννήσου. Μια πιθανή μελλοντική αστοχία ή αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους δεν θα περιοριζόταν στις διαστάσεις ενός εταιρικού προβλήματος. Θα συνιστούσε συστημική απειλή, αναγκάζοντας το Δημόσιο ή τις τράπεζες να προχωρήσουν σε δαπανηρή διάσωση, ώστε να αποτραπεί ένα γενικευμένο οικονομικό ντόμινο.

Η διαχείριση των μεγάλων έργων υποδομής

Προβληματισμό ως προς την αποδοτικότητα της επένδυσης προκαλεί η στρατηγική απόφαση του ομίλου να επικρατήσει στον διαγωνισμό για την Εγνατία Οδό, προσφέροντας το υπέρογκο τίμημα των 1,275 δισ. ευρώ, το οποίο μετά τη βελτιωμένη προσφορά διαμορφώθηκε σε 1,496 δισ. ευρώ. Το ποσό ήταν υπερδιπλάσιο από τη δεύτερη προσφορά, ύψους 500 εκατ. ευρώ. Την ίδια ώρα, ζήτημα κοινωνικού προβληματισμού αποτελεί και η ορθή διαχείριση του έργου, δεδομένου ότι, στην παρούσα φάση, σήραγγες της οδού δεν έχουν τις απαραίτητες πιστοποιήσεις ασφαλείας. Ως αποτέλεσμα επιβάλλονται διαρκείς κυκλοφοριακές παρεμβάσεις και μονοδρομήσεις. Φορείς όπως το ΤΕΕ Ηπείρου καταγγέλλουν καθυστερήσεις, επισημαίνοντας ότι για την ολοκλήρωση των μεγάλων παρεμβάσεων αναβάθμισης και αδειοδότησης των σηράγγων, προϋπολογισμού 500 εκατ. ευρώ, θα απαιτηθούν έως και 36 μήνες. Το συγκεκριμένο λειτουργικό τέλμα καταδεικνύει στην πράξη ότι ο κίνδυνος κατά την εκτέλεση των έργων μπορεί να υποβαθμίσει την ποιότητα της υποδομής και, κατ’ επέκταση, να επηρεάσει τη σταθερότητα των εσόδων μέσω των οποίων εξοφλούνται τα δάνεια.

Παρόμοια τακτική εφαρμόζει ο όμιλος και στην κατασκευή του αεροδρομίου Ηρακλείου στο Καστέλι της Κρήτης. Αφού υπέβαλε εξαιρετικά χαμηλή προσφορά για να αναλάβει το έργο, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος τόσο με καθυστερήσεις όσο και με διαδοχικές ανοδικές αναθεωρήσεις του προϋπολογισμού. Ήδη το κόστος έχει ενισχυθεί κατά 455 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή κατά 73% σε σύγκριση με τον αρχικό προϋπολογισμό. Οι αυξήσεις αυτές, σε συνδυασμό με την εύρεση αρχαιοτήτων και την ανάγκη επανασχεδιασμού της χάραξης για τις οδικές συνδέσεις, προκάλεσαν μεγάλες χρονικές μετατοπίσεις. Οι καθυστερήσεις μεταφράζονται σε υπέρογκες επιβαρύνσεις για το δημόσιο ταμείο, ενώ η επίσημη λειτουργία του αεροδρομίου μεταφέρεται για τα τέλη του 2028.

Οι κίνδυνοι από το ανεκτέλεστο έργων του ομίλου

Αμφιβολίες για το κατά πόσο μπορεί να αποφέρει κέρδη εκφράζουν παράγοντες της αγοράς ακόμη και για τον πιο πρόσφατο διαγωνισμό έργου στη βόρεια Ελλάδα, στον οποίο ο όμιλος ανακηρύχθηκε ανάδοχος. Το τίμημα ήταν ιδιαίτερα χαμηλό, ενώ η απόσταση από την προσφορά του δεύτερου ήταν τεράστια.

Παράλληλα, επισημαίνεται σοβαρή απουσία γεωγραφικής αντιστάθμισης, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του ανεκτέλεστου έργων του ομίλου συγκεντρώνεται αποκλειστικά στην Ελλάδα. Η συνθήκη αυτή αυξάνει τον συστημικό κίνδυνο: σε περίπτωση νέου πλήγματος στην εγχώρια οικονομία, δεν υπάρχει επαρκής διεθνής δραστηριότητα ώστε να καλυφθούν οι απώλειες, με συνέπειες και για τους εγχώριους πιστωτές του.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο ΔΕΔΟΜΕΝΟ.

ΣΧΟΛΙΑ

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *.

Εταιρικά δάνεια: Η συγκέντρωση σε λίγες επιχειρήσεις αυξάνει το ρίσκο