ΔΙΕΘΝΗ

Πρώην στέλεχος της CIA αποκαλύπτει: «Είναι μια μέτρια υπηρεσία»

Το βιβλίο «The Pickle Factory» του πρώην αξιωματικού Sam R. Oyken περιγράφει το πρόγραμμα deep-cover της CIA ως σύστημα με συστημική δυσλειτουργία.

Ένα βιβλίο πρώην αξιωματικού της CIA, η έκδοση του οποίου είχε παλαιότερα απαγορευτεί, σκιαγραφεί με σατιρικό και καυστικό τρόπο την εικόνα του προγράμματος πρακτόρων βαθιάς κάλυψης (deep-cover), περιγράφοντάς το ως ένα σύστημα που υποφέρει από συστημική δυσλειτουργία.

Το «The Pickle Factory» υπογράφεται από τον Sam R. Oyken, ψευδώνυμο πρώην πράκτορα της CIA που εργαζόταν υπό μη επίσημη κάλυψη (NOC), και παρουσιάζεται ως έργο μυθοπλασίας. Παρότι μεγάλο μέρος του είναι φανταστικό, πρώην στελέχη της υπηρεσίας αναφέρουν ότι στο βιβλίο έχουν ενσωματωθεί, με μικρές παραλλαγές, πραγματικά στοιχεία για τον τρόπο διεξαγωγής των κατασκοπευτικών επιχειρήσεών της.

Ο τρόπος δράσης των πρακτόρων NOC της CIA

Το λεγόμενο «επίσημο προκάλυμμα» (official cover) χρησιμοποιείται από τους περισσότερους αξιωματικούς της CIA, οι οποίοι στο εξωτερικό συνήθως παριστάνουν τους Αμερικανούς διπλωμάτες. Αντίθετα, οι πράκτορες NOC εμφανίζονται συχνά ως σύμβουλοι ή επιχειρηματίες, χωρίς καμία εμφανή σχέση με την αμερικανική κυβέρνηση, και έτσι επιχειρούν δίχως διπλωματική ασυλία.

Οι αποστολές των NOC παραμένουν ένα από τα πιο αυστηρά φυλασσόμενα μυστικά στους κόλπους της CIA, τόσο εξαιτίας των κινδύνων που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν όσο και λόγω της κρυφής εμπλοκής αμερικανικών επιχειρήσεων, οι οποίες προσφέρουν κάλυψη στους συγκεκριμένους αξιωματικούς.

Πίσω από την κυκλοφορία του «The Pickle Factory» στα τέλη Ιουλίου βρίσκεται μια μάχη πολλών ετών με τους λογοκριτές της CIA, όπως την περιέγραψε ο ίδιος ο συγγραφέας. Η υπηρεσία είχε απορρίψει αρχικά την έκδοση του χειρογράφου το 2014. Η Washington Post χρησιμοποιεί το ψευδώνυμό του, επειδή ο πρώην πράκτορας εξακολουθεί να βρίσκεται υπό κάλυψη.

Τα εμπόδια της CIA στην έκδοση του βιβλίου

Κάθε έργο πρώην υπαλλήλου της CIA που μπορεί να συνδέεται με τη σταδιοδρομία του στην υπηρεσία πρέπει να κατατίθεται στο Συμβούλιο Αναθεώρησης Ταξινόμησης Προδημοσίευσης της CIA. Σκοπός της διαδικασίας είναι να αφαιρεθεί οποιοδήποτε στοιχείο θεωρείται απόρρητο.

«Επέμεναν για χρόνια αφού υπέβαλα το χειρόγραφο του μυθιστορήματός μου ότι δεν μπορούσα να δημοσιεύσω ούτε μία λέξη, μια ευθεία παραβίαση της Πρώτης Τροπολογίας [του Συντάγματος]», δήλωσε ο Oyken σε συνέντευξή του.

Το 2017, η τότε Εκτελεστική Διευθύντρια της CIA, Meroe Park, ακύρωσε την πλήρη απαγόρευση. Κατόπιν, όμως, η υπηρεσία «προσπάθησε να διαγράψει πάνω από το μισό βιβλίο, κάτι που πολέμησα πρόταση προς πρόταση, μέχρι που υποχώρησαν», όπως ανέφερε ο Oyken.

Σε αίτημα να σχολιάσει την υπόθεση δεν απάντησε η Meroe Park, ενώ εκπρόσωπος της CIA επέλεξε να μην κάνει καμία δήλωση.

Η δικαστική προσπάθεια του Oyken από το 2015

Η υπόθεση του βιβλίου έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό το 2015. Τότε ο Oyken, ο οποίος στα δικαστικά έγγραφα χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Mack Charles, προσέφυγε στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Περιφέρειας της Κολούμπια καταθέτοντας αγωγή ύψους 25 εκατομμυρίων δολαρίων εναντίον της CIA. Ο επί 13 χρόνια βετεράνος της υπηρεσίας ισχυρίστηκε ότι στελέχη της συνωμότησαν για την απόλυσή του, επειδή αποδοκίμαζαν τη ρομαντική σχέση του με άλλη πράκτορα βαθιάς κάλυψης. Οι δυο τους ήταν αρραβωνιασμένοι και εκείνη ήταν κατά είκοσι χρόνια νεότερή του.

Η CIA απέλυσε τον Oyken τον Δεκέμβριο του 2010. Στη μηνυτήρια αναφορά που κατέθεσε το 2015, εκείνος υποστήριξε ότι η υπηρεσία κρατούσε το βιβλίο του μακριά από τη δημοσιότητα ως μέρος μιας ευρύτερης επιχείρησης εκδίκησης.

Για δικονομικούς λόγους, η αγωγή του Oyken σε βάρος της CIA απορρίφθηκε τον Μάρτιο του 2016. Με το πέρασμα των ετών και τις αλλαγές στην ηγεσία της υπηρεσίας, οι επιφυλάξεις για το βιβλίο φαίνεται πως περιορίστηκαν. Έτσι, στις αρχές του 2026, η CIA έδωσε την οριστική άδεια για την έκδοση του «The Pickle Factory». Άλλωστε, βιβλία που γράφουν πρώην πράκτορες NOC αντιμετωπίζουν συχνά ισχυρές αντιδράσεις στο εσωτερικό της υπηρεσίας.

Έντονες αντιδράσεις είχε προκαλέσει το 2019 και η κυκλοφορία του «Life Undercover», των απομνημονευμάτων της πρώην πράκτορος Amaryllis Fox Kennedy, όταν έγινε γνωστό ότι το βιβλίο εκδόθηκε χωρίς την τελική έγκριση της CIA. Η Fox Kennedy, η οποία μέχρι πρόσφατα κατείχε ανώτερες θέσεις στο Γραφείο του Διευθυντή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και στο Γραφείο Διαχείρισης και Προϋπολογισμού επί διακυβέρνησης Τραμπ, δεν φαίνεται να τιμωρήθηκε από την υπηρεσία.

Σε διαφορετική περίπτωση, πάντως, η CIA κινήθηκε δικαστικά εναντίον άλλου πρώην πράκτορα NOC, ο οποίος έγραφε με το ψευδώνυμο Ishmael Jones. Αιτία ήταν η έκδοση, το 2008, ενός επικριτικού βιβλίου για όσα είχε ζήσει ο ίδιος στο πρόγραμμα βαθιάς κάλυψης. Το έργο του, με τίτλο «The Human Factor», δεν είχε περάσει από τον έλεγχο των λογοκριτών της υπηρεσίας. Το 2012, ομοσπονδιακός δικαστής διέταξε τον Ishmael Jones να παραχωρήσει οποιοδήποτε κέρδος προέκυπτε από μελλοντικές πωλήσεις του βιβλίου.

Το «The Pickle Factory» και οι αποκαλύψεις για τη CIA

Με το «The Pickle Factory» επανέρχεται στο προσκήνιο μια περίοδος που αρκετοί βετεράνοι της CIA αντιμετωπίζουν ως δυσάρεστο κομμάτι του προγράμματος κάλυψης σε βάθος. Το βιβλίο, πέρα από την κριτική του σε πρώην υψηλόβαθμους που είχαν την ευθύνη της ομάδας NOC —με τις βιογραφίες τους, και ορισμένες φορές ακόμη και τα ονόματά τους, ελάχιστα αλλαγμένα στη μυθοπλασία—, περιγράφει την κίνηση της υπηρεσίας μετά την 11η Σεπτεμβρίου να αποκτήσει, ίσως και να διοχετεύσει κρυφά σε άλλες χρήσεις, δισεκατομμύρια δολάρια που το Κογκρέσο είχε εγκρίνει για τη μαζική επέκταση του προγράμματος NOC.

Η επέκταση του προγράμματος NOC της CIA μετά την 11η Σεπτεμβρίου

Πρώην συνεργάτης του Oyken χαρακτήρισε την ανάπτυξη του NOC μετά την 11η Σεπτεμβρίου πραγματικό «φιάσκο». Μιλώντας ανώνυμα, ώστε να τοποθετηθεί ελεύθερα για ευαίσθητες κατασκοπευτικές επιχειρήσεις, ανέφερε ότι επρόκειτο για επιχειρήσεις «όπου τα αποτελέσματα ήταν δευτερεύουσας σημασίας, οι αποδείξεις ήταν το παν και η σπατάλη ήταν ο απόλυτος βασιλιάς».

Σημαντικό τμήμα της θητείας του Oyken στην υπηρεσία εξακολουθεί να καλύπτεται από απόρρητο. Κατά τον πρώην συνάδελφό του, η καριέρα του γεφύρωσε δύο εποχές στη CIA: το περιορισμένο και εξειδικευμένο πρόγραμμα κάλυψης σε βάθος, πριν από την 11η Σεπτεμβρίου 2001, και το διογκωμένο πρόγραμμα NOC που ήρθε αργότερα, όταν νεότεροι και ανεπαρκώς εκπαιδευμένοι πράκτορες αναπτύσσονταν βιαστικά στο πεδίο.

Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας αυτής, ομάδες από τους νέους NOC τοποθετήθηκαν σε περίπου δώδεκα μυστικές «πλατφόρμες» εκτός ΗΠΑ. Έως το 2008, σχεδόν κάθε μία από αυτές τις απόπειρες είχε αποτύχει.

Η ένταξη του Oyken στη CIA και η πρώτη του αποστολή

Το 1996, ο Oyken προσλήφθηκε στη CIA ως γαλλόφωνος πτυχιούχος της Νομικής του Χάρβαρντ, αφού είχε προηγουμένως εργαστεί στην αναγνωρισμένη δικηγορική εταιρεία Covington & Burling. Αυτό προκύπτει από σειρά αποχαρακτηρισμένων εγγράφων που μελέτησε η Post.

Το 1999 επελέγη για αποστολή κάλυψης σε βάθος στο εξωτερικό με ορίζοντα 20 ετών, διάρκεια ασυνήθιστα εκτεταμένη για στελέχη NOC. Τα έγγραφα, κάποια από τα οποία περιλαμβάνουν διαγραφές, παραπέμπουν σε τοποθέτηση σε χώρα της Ευρώπης.

Για λόγους που δεν αποσαφηνίζονται στα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα τα οποία εξέτασε η Washington Post, η αποστολή διακόπηκε απότομα. Άλλος πρώην αξιωματούχος της CIA, υπό καθεστώς ανωνυμίας, είπε ότι τερματίστηκε εξαιτίας ζητήματος αντικατασκοπείας, χωρίς αυτό να συνδέεται με την απόδοση του Oyken. Κατόπιν, όπως καταγράφεται στα έγγραφα, ο Oyken ανέλαβε την εκπαίδευση νεοσύλλεκτων της CIA.

Αργότερα επιλέχθηκε για θέση διοίκησης στο πρόγραμμα NOC. Στα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα, ο Oyken αναφέρεται ως «QRN», χαρακτηρισμός που, σύμφωνα με παλιούς συναδέλφους του, σημαίνει «Quick Reaction NOC» (NOC Ταχείας Αντίδρασης) – μια επίλεκτη ομάδα πρακτόρων κάλυψης σε βάθος, οι οποίοι χρησιμοποιούν συχνά διαβατήρια άλλων χωρών για αποστολές συλλογής πληροφοριών ή παρακολούθησης εξαιρετικής ευαισθησίας στο εξωτερικό.

Δικαστικά έγγραφα δείχνουν ότι μετά την περίοδό του ως εκπαιδευτή, ο Oyken υπηρέτησε ως αρχηγός των QRN. Σε αυτά αναφέρεται πως «ασκούσε εποπτική εξουσία σε περισσότερους από 80 υφισταμένους, συμπεριλαμβανομένων άλλων επιχειρησιακών αξιωματικών NOC στην ομάδα του».

Η απομάκρυνση του Oyken από τη CIA εξελίχθηκε σε υπόθεση με ένταση και πικρία. Οι ανώτεροί του τού απέδωσαν οικονομικές παρατυπίες, ανάρμοστες ερωτικές σχέσεις με υφισταμένους, αδικαιολόγητη απουσία από τα διοικητικά καθήκοντά του και εκφοβισμό υφισταμένων. Παράλληλα, στελέχη της υπηρεσίας έδειξαν ενόχληση επειδή δεν είχε προχωρήσει σε στρατολογήσεις νέων πρακτόρων.

Αποχαρακτηρισμένο υπηρεσιακό υπόμνημα περιέγραφε την υπόθεση ως «χρόνια περίπτωση μακροχρόνιας συμπεριφοράς που έχει διαβρώσει πλήρως την εμπιστοσύνη της διοίκησης σε αυτόν τον αξιωματικό». Ο Oyken αντέδρασε έντονα στις καταγγελίες. Σε συνέντευξή του δήλωσε: «Μου επιτέθηκαν σαν αγέλη άγριων σκυλιών».

Τα ευρήματα των αποχαρακτηρισμένων εγγράφων για τον Oyken

Τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα δείχνουν ότι διεξήχθη επιθετική έρευνα εις βάρος του Oyken, η οποία επεκτάθηκε και στα οικονομικά του. Σε email του 2009, με τμήματα διαγραμμένα, ο νέος τότε επικεφαλής του NOC κατακεραύνωνε τη «χαλαρή προσέγγιση» στις αναπτύξεις πρακτόρων και δεσμευόταν πως ο Oyken «θα επιστρέψει σπίτι την πρώτη μέρα που θα καθίσω στην καρέκλα». Ο μελλοντικός προϊστάμενος έγραφε ότι ήταν «το είδος των πιάτων που ανυπομονώ να σπάσω» μόλις έπαιρνε στα χέρια του το πρόγραμμα.

Το πρόγραμμα κάλυψης σε βάθος της CIA έχει γίνει αγκυλωμένο και χρειάζεται επειγόντως μεταρρύθμιση, όπως το παρουσιάζει ο Oyken. «Υπάρχει ένα συγκεκριμένο είδος διευθυντή στη CIA που προτιμά οι NOC να είναι λογιστές πλήρους απασχόλησης παρά κατάσκοποι που παίρνουν ρίσκα», δήλωσε. «Εν τω μεταξύ, οι ίδιοι σπαταλούν δισεκατομμύρια δολάρια και κάνουν τα στραβά μάτια την ώρα που οι κολλητοί τους φεύγουν με στοίβες από ράβδους χρυσού».

Oyken για τη CIA: «Μια μέτρια υπηρεσία…»

Ο David J. Rush, υψηλόβαθμο στέλεχος της CIA που απασχολούνταν σε άκρως απόρρητα προγράμματα συλλογής πληροφοριών, συνελήφθη τον Μάιο του 2026 με την κατηγορία ότι υπεξαίρεσε δημόσιο χρήμα. Στην υπόθεση περιλαμβάνεται και η φερόμενη κλοπή από την υπηρεσία ράβδων χρυσού, συνολικής αξίας 40 εκατομμυρίων δολαρίων.

Μολονότι τυπικά αποτελεί έργο μυθοπλασίας, το «The Pickle Factory» θέτει με σαφήνεια στο στόχαστρο την πραγματική CIA. «Είναι σχεδόν αδύνατον για τους απ’ έξω να καταλάβουν πόσο μέτρια έχει γίνει η υπηρεσία», δήλωσε ο Oyken. «Μόνο μια πραγματεία σε μέγεθος μυθιστορήματος θα μπορούσε να αποδώσει δικαιοσύνη στο θέμα».

Πληροφορίες: Washington Post

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο ΔΕΔΟΜΕΝΟ.

ΣΧΟΛΙΑ

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *.

Πρώην στέλεχος της CIA αποκαλύπτει: «Είναι μια μέτρια υπηρεσία»