ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Καραμανλής: Χρειάζεται πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική – Αιχμές για τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» της Δύσης

Ο Κώστας Καραμανλής, μιλώντας σήμερα, υπεραμύνθηκε της στρατηγικής συνεργασίας με την Κίνα και της συμφωνίας με την COSCO. Ταυτόχρονα, επισήμανε ότι απαιτείται μια περισσότερο σύνθετη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, ενώ άσκησε κριτική στον τρόπο με τον οποίο η Δύση αντιμετωπίζει την Τουρκία.

Ο πρώην πρωθυπουργός τοποθετήθηκε στο πρόγραμμα Executive Master in Business Administration του Πανεπιστημίου Tsinghua, σε ομιλία με τίτλο «20 χρόνια Στρατηγικής Συνεργασίας Ελλάδας–Κίνας και η εμπειρία της COSCO». Όπως τόνισε, η Ελλάδα ανήκει στη Δύση, η οποία, ωστόσο, περνά περίοδο μετασχηματισμού, «ή ακόμη και διχασμού».

Η στρατηγική συνεργασία Ελλάδας και Κίνας

Ως πρωτοποριακή σχέση που ωφελεί αμοιβαία τις δύο πλευρές περιέγραψε ο Κώστας Καραμανλής τη στρατηγική συνεργασία με την Κίνα, εκτιμώντας παράλληλα ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει ως υπόδειγμα για αντίστοιχες συνέργειες με άλλα κράτη της Ασίας. «Η Ελλάδα αποτελεί ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα εποικοδομητικής συνεργασίας μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών και Κίνας, ανοίγοντας παράλληλα τον δρόμο για συνεργασία και με άλλες ασιατικές χώρες», είπε χαρακτηριστικά.

Όπως υπενθύμισε, οι Ολυμπιακοί Αγώνες αποτέλεσαν το σημείο εκκίνησης για την προσέγγιση με την Κίνα. «Η οικονομική ανάπτυξη της Κίνας και η πρόθεσή της να επεκτείνει την οικονομική
της επιρροή πέρα ​​από τα σύνορά της την οδήγησαν να θεωρήσει την Ελλάδα ως μια κατάλληλη πύλη εισόδου προς τις ευρωπαϊκές αγορές. Η προοπτική αυτή συνάντησε τις στρατηγικές προτεραιότητες της κυβέρνησής μου – που εξελέγη το 2004 – οι οποίες εστίαζαν σε μια πιο πολυδιάστατη προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής, πέρα ​​από τις παραδοσιακές μας συμμαχίες. Η πολιτική αυτή έδινε έμφαση στην οικονομική διπλωματία και φιλοδοξούσε να καταστεί η Ελλάδα στρατηγικός κόμβος στην ευρύτερη περιοχή», ανέφερε ο κ. Καραμανλής.

Στάθηκε επίσης στην επένδυση της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά το 2008, τονίζοντας ότι «αποτέλεσε το επιστέγασμα αυτής της σχέσης, υπογραμμίζοντας τον στρατηγικό της χαρακτήρα».

Η αυξανόμενη αστάθεια στο διεθνές περιβάλλον

Κατά την ομιλία του, ο πρώην πρωθυπουργός υποστήριξε ότι, σε σύγκριση με κάθε άλλη περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το σημερινό διεθνές περιβάλλον εμφανίζει τη μεγαλύτερη αστάθεια. «Το διεθνές τοπίο είναι σήμερα πολύ πιο ασταθές από οποιαδήποτε άλλη φάση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ζούμε πλέον σε έναν πολυπολικό κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο απρόβλεπτος, ασταθής και αβέβαιος», είπε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως το διεθνές σύστημα επιστρέφει «σε ένα realpolitik σύστημα σφαιρών επιρροής και ισχύος ως μέσο επίλυσης διεθνών διαφορών, δείχνοντας αυξανόμενη περιφρόνηση για το κράτος δικαίου και τις διεθνείς συνθήκες και οργανισμούς».

Για τις ΗΠΑ επισήμανε ότι επιχειρούν να διαφυλάξουν την πρωτοκαθεδρία τους, αξιοποιώντας τη σαρωτική στρατιωτική υπεροχή που διαθέτουν, «αν και όχι με αξιοσημείωτη επιτυχία», όπως ανέφερε. Πρόσθεσε ότι ιδιαίτερα ο υψηλός πληθωρισμός και το αυξημένο ενεργειακό κόστος κλονίζουν τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζονται οι δυτικές κοινωνίες, υπογραμμίζοντας πως «από μια ευρύτερη οπτική γωνία, ο ευρωσκεπτικισμός στην Ευρώπη αμφισβητεί τις αρχές της ενιαίας αγοράς και της οικονομικής ολοκλήρωσης, ενώ στις ΗΠΑ, τα οφέλη του ελεύθερου εμπορίου αμφισβητούνται ανοιχτά».

Οι αιχμές Καραμανλή για τη στάση της Δύσης

Ο Κώστας Καραμανλής διατύπωσε αιχμές για τη στάση της Δύσης ως προς τον πόλεμο στην Ουκρανία. Μολονότι περιέγραψε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ως «άδικη και παράνομη», υποστήριξε ότι «η προγενέστερη στάση της συλλογικής Δύσης δεν ήταν άμοιρη ευθυνών, δεδομένων των διαφόρων προσπαθειών της να εντάξει την Ουκρανία στο δυτικό στρατόπεδο».

Παράλληλα, αναφέρθηκε στην εφαρμογή δύο μέτρων και δύο σταθμών από τη Δύση, τα οποία «υπονομεύει σοβαρά την αξιοπιστία όσων δηλώνουν υπέρμαχοι αξιών και αρχών, ενισχύοντας την υποψία ότι η στήριξη προς την Ουκρανία δεν υπαγορεύεται από αρχές, αλλά από γεωπολιτικές σκοπιμότητες». Κατόπιν υπογράμμισε ότι η Τουρκία, παρότι εγείρει αναθεωρητικές διεκδικήσεις εις βάρος της Ελλάδας, εκτοξεύει συνεχείς πολεμικές απειλές, χρησιμοποιεί συχνά βία για να προωθήσει τις επιδιώξεις της και διατηρεί υπό παράνομη κατοχή τμήμα της Κύπρου, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από τα περισσότερα δυτικά κράτη ως πολύτιμος σύμμαχος και εταίρος. Την ώρα που η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία καταδικάζεται, συνοδεύεται από κυρώσεις και η πλευρά που αμύνεται υποστηρίζεται με κάθε τρόπο, τα αντίστοιχα δεινά της Κύπρου παραμένουν χωρίς αντιμετώπιση». «Αυτή η ασυνέπεια υπονομεύει την πολιτική, νομική και ηθική υπεροχή του δυτικού αφηγήματος», συμπλήρωσε ο πρώην πρωθυπουργός.

«Το αναδυόμενο πολυπολικό σύστημα επιβάλλει την άσκηση μιας πιο σύνθετης και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, απαλλαγμένης από τις άκαμπτες διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος. Η Ελλάδα είναι αναμφίβολα ευθυγραμμισμένη με τη Δύση, ωστόσο η ίδια η Δύση διέρχεται μια φάση μετασχηματισμού ή ακόμη και διχασμού», σημείωσε, επιπλέον, ο κ. Καραμανλής.

Το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Κώστα Καραμανλή

Αξιότιμε Πρέσβη,

Αξιότιμε Κοσμήτορα,

Κυρίες και κύριοι,

Με ιδιαίτερη χαρά σάς υποδέχομαι στην Ελλάδα, καθώς αρχίζετε σήμερα αυτό το εκπαιδευτικό ταξίδι. Είμαι πεπεισμένος ότι η εμπειρία θα είναι εξαιρετικά χρήσιμη για όλους σας, αφού η χώρα μας συνιστά αξιοσημείωτη περίπτωση δημιουργικής σύμπραξης ανάμεσα στην Κίνα και ευρωπαϊκά κράτη, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει προοπτικές συνεργασίας με άλλες χώρες της Ασίας. Η Ελλάδα έχει πλέον κομβική σημασία ως πύλη σύνδεσης της Κίνας με την Ευρώπη και την ευρύτερη Μεσόγειο. Αποτελεί κέντρο για πολλές σημερινές και μελλοντικές επιχειρηματικές διασυνδέσεις, όπως εκείνες στους τομείς της ναυτιλίας, της ενέργειας και των επικοινωνιών, παρέχοντας συγχρόνως ακόμη περισσότερες δυνατότητες για επενδύσεις. Χάρη στη θέση της σε ένα νευραλγικό σταυροδρόμι, μπορεί να καταδείξει τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες γεωπολιτικές εξελίξεις μετασχηματίζουν το παγκόσμιο επιχειρηματικό περιβάλλον και επιβάλλουν περισσότερο τη συνεργασία παρά τον ανταγωνισμό. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, οι σχέσεις μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών, όπως και η ηγεσία με αυτή την κατεύθυνση, συνιστούν πολύτιμα μέσα για πιο παραγωγικές συνεργασίες. Από αυτή την οπτική, εκπαιδευτικές αποστολές σαν τη δική σας έχουν, κατά την άποψή μου, εξαιρετική σημασία τόσο για την αμοιβαία κατανόηση όσο και για την αναζήτηση νέων ευκαιριών. Επιθυμώ να συγχαρώ το Πανεπιστήμιο Tsinghua, το οποίο προωθεί με συνέπεια ανάλογες πρωτοβουλίες. Παράλληλα, θέλω να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στον Πρέσβη Fang Qiu, που πλέον είναι και προσωπικός μου φίλος, για την αδιάκοπη προσπάθειά του να ενισχύει τη συνεργασία και τη φιλία Ελλάδας και Κίνας, αναζητώντας παράλληλα καινούργιες δυνατότητες.

Πριν από δύο δεκαετίες, Κίνα και Ελλάδα άνοιξαν ένα ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο στις μεταξύ τους σχέσεις. Με τη Στρατηγική Εταιρική Σχέση, την οποία συνάψαμε το 2006, αποτυπώθηκε η κοινή πεποίθηση πως οι χώρες μας, έχοντας αμοιβαίο σεβασμό για τους αρχαίους πολιτισμούς τους, μπορούσαν να στραφούν προς το μέλλον γεφυρώνοντας τις δύο ηπείρους και ενισχύοντας τη συνεργασία. Έως εκείνη την περίοδο, οι πολιτικές επαφές πραγματοποιούνταν αραιά, ενώ οι οικονομικές σχέσεις παρέμεναν εξαιρετικά περιορισμένες. Εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος τι ήταν εκείνο που ενεργοποίησε τη σύνδεση δύο τόσο μακρινών χωρών, με τόσο μεγάλες ανισότητες ως προς την έκταση, τον πληθυσμό, την οικονομική ισχύ και τις στρατηγικές προκλήσεις. Αντίστοιχα, τίθεται το ερώτημα πώς κατόρθωσε αυτή η σχέση να εξελιχθεί μέσα σε τόσο μικρό διάστημα. Η εξήγηση βρίσκεται στη σύμπτωση δύο στοιχείων: των περιστάσεων και του στρατηγικού οράματος.

Οι περιστάσεις συνδέονταν με μια χρονική συγκυρία που ώθησε την Κίνα και την Ελλάδα να προσεγγίσουν η μία την άλλη και να αναζητήσουν κοινές δυνατότητες. Η διαδοχή των Ολυμπιακών Αγώνων, από την Αθήνα το 2004 στο Πεκίνο το 2008, δημιούργησε μια μοναδική δυνατότητα σύμπραξης γύρω από ένα θέμα που οι δύο λαοί σέβονταν και εκτιμούσαν: την αρχαιότητα των πολιτισμών μας. Αντιλαμβανόμενη αυτή την ευκαιρία για την πρώτη διμερή προσέγγιση, η Ελλάδα προσέφερε στην Κίνα τεχνογνωσία και τεχνική συνδρομή, τις οποίες είχε αποκτήσει διοργανώνοντας τους Αγώνες του 2004. Έναν χρόνο αργότερα, το 2005, συγκροτήθηκε από τις δύο πλευρές Κοινή Επιτροπή Ολυμπιακής Συνεργασίας. Παράλληλα, υπογράφηκαν συμφωνίες που κάλυπταν την τεχνολογία και την ασφάλεια. Η συγκεκριμένη συνεργασία δημιούργησε σταδιακά ισχυρή δυναμική, μέσα από επισκέψεις, επαφές και τη διαμόρφωση μιας κοινής βάσης, η οποία επέτρεπε στις δύο χώρες να συνδεθούν και να εργαστούν από κοινού.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, καθεμία από τις δύο χώρες αξιοποίησε τη δυνατότητα που παρουσιάστηκε, κινούμενη από τους δικούς της λόγους. Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύεται ο ρόλος του στρατηγικού οράματος. Η ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας, μαζί με την επιδίωξη της Κίνας να διευρύνει την οικονομική παρουσία της εκτός των συνόρων της, την έκανε να αντιμετωπίσει την Ελλάδα ως κατάλληλη δίοδο πρόσβασης στις αγορές της Ευρώπης. Αυτή η προοπτική συνέπιπτε με τις στρατηγικές επιδιώξεις της κυβέρνησής μου, η οποία είχε εκλεγεί το 2004 και προσανατολιζόταν σε μια περισσότερο πολυδιάστατη άσκηση εξωτερικής πολιτικής, πέρα από το πλαίσιο των παραδοσιακών συμμαχιών της χώρας. Βασικό βάρος δινόταν στην οικονομική διπλωματία, με φιλοδοξία να αναδειχθεί η Ελλάδα σε στρατηγικό κόμβο για την ευρύτερη περιοχή.

Με αφετηρία αυτή την προσέγγιση, για την Κίνα δώσαμε έμφαση στη ναυτιλία, στις εμπορικές συναλλαγές και στον τουρισμό. Η ισχυρή ελληνική ναυτιλιακή βιομηχανία συνιστούσε σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα, καθώς μπορούσε να λειτουργήσει ως σημείο σύγκλισης των βασικών προτεραιοτήτων και συμφερόντων των δύο πλευρών. Η προοπτική αυτή ενδυναμώθηκε από την πρόθεση της κυβέρνησής μου να ιδιωτικοποιήσει σημαντικά λιμάνια. Παράλληλα, η οικονομική διπλωματία μας στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στις ελληνικές εξαγωγές, ιδιαίτερα σε ποιοτικά αγροτικά προϊόντα, όπως το ελαιόλαδο και το κρασί. Στον τουρισμό, που συχνά χαρακτηρίζεται «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας, διακρίναμε μια εξαιρετικά σημαντική ευκαιρία λόγω της προβλεπόμενης ανόδου των αφίξεων από την Κίνα. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι πολιτικές επαφές των δύο χωρών ενισχύθηκαν αισθητά, αρκετές μάλιστα σε ανώτατο επίπεδο, όπως επίσης και οι οικονομικοί και πολιτιστικοί δεσμοί τους. Παράλληλα, το θεσμικό πλαίσιο συνεργασίας διευρυνόταν συνεχώς, καλύπτοντας την οικονομία, το εμπόριο, την επιστήμη, την τεχνολογία, αλλά και κοινωνικά και πολιτιστικά ζητήματα.

Καθοριστική στιγμή για τις διμερείς συμβατικές σχέσεις αποτέλεσε, ωστόσο, η υπογραφή της Ολοκληρωμένης Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης το 2006, την οποία υπέγραψα μαζί με τον Πρωθυπουργό Wen Jiabao, στο πλαίσιο της επίσημης επίσκεψής μας στην Κίνα. Από τις επαφές έγινε ολοφάνερο, ακόμη και σε προσωπικό επίπεδο, πως η κινεζική ηγεσία στο σύνολό της υποστήριζε θερμά και ανέδεικνυε τις δυνατότητες που άνοιγε αυτή η πρωτοφανής αναβάθμιση των σχέσεων. Μας εντυπωσίασε εξίσου ο πρακτικός τρόπος με τον οποίο όλοι αντιμετώπιζαν την επίτευξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων, σε αντίθεση με τις συχνά θεωρητικές συζητήσεις που συνοδεύουν τέτοιου είδους επισκέψεις. Η συμφωνία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι οι δύο χώρες θα ενθάρρυναν, λόγω της ιδιαίτερης βαρύτητας της ναυτιλίας και της ναυπηγικής στις οικονομικές και εμπορικές τους σχέσεις, τη συνεργασία των λιμένων και των ναυτιλιακών επιχειρήσεών τους. Προβλεπόταν ακόμη κοινή συμβολή στη δημιουργία άμεσων θαλάσσιων και διαμετακομιστικών συνδέσεων από τα λιμάνια των δύο χωρών προς γειτονικές περιοχές και κράτη. Επιδίωξη ήταν να αναδειχθεί η Ελλάδα σε βασική πύλη για την είσοδο κινεζικών προϊόντων στις αγορές των Βαλκανίων και της Ευρώπης. Παράλληλα, εξεταζόταν η συναρμολόγηση των προϊόντων αυτών στην Ελλάδα, σε εργοστάσια που θα ιδρύονταν εδώ, πριν από την προώθησή τους στις αγορές, καθώς και η μεταφορά τους στις διεθνείς αγορές με ελληνικά πλοία. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη αποτέλεσε την αφετηρία για τη σημαντικότερη εξελισσόμενη πτυχή των σινο-ελληνικών σχέσεων: τη συνεργασία στον τομέα της ναυτιλίας.

Κυρίες και Κύριοι,

Στον πυρήνα των σινο-ελληνικών σχέσεων βρίσκεται η ναυτιλία, η οποία υπήρξε και βασικός λόγος για το ενδιαφέρον της Κίνας προς την Ελλάδα. Η σύνδεση της ελληνικής ναυτιλίας με την κινεζική οικονομία συνιστά μία από τις ισχυρότερες στρατηγικές συνεργασίες του παγκόσμιου εμπορίου. Ο ελληνόκτητος εμπορικός στόλος, όπως πιθανώς γνωρίζετε, παραμένει ο μεγαλύτερος διεθνώς: αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο της παγκόσμιας χωρητικότητας και σχεδόν στο 60% της χωρητικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εδώ και πολλά χρόνια, βρίσκεται επίσης στην πρώτη θέση ως προς τις παραγγελίες πλοίων. Οι Έλληνες πλοιοκτήτες διέκριναν από νωρίς τις ευκαιρίες που δημιουργούσε η αναπτυσσόμενη και προσανατολισμένη στις εξαγωγές κινεζική οικονομία, καθώς και η ναυπηγική βιομηχανία της χώρας. Πάνω από το 60% των εισαγωγών αργού πετρελαίου της Κίνας μεταφέρεται από ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες. Επιπλέον, ελληνικά πλοία διακινούν περίπου το 50% του συνόλου των κινεζικών εξαγωγών και των αγαθών που μεταφέρονται παγκοσμίως. Συνολικά, η Κίνα στηρίζεται στην ελληνική ναυτιλία τόσο για την ενεργειακή της ασφάλεια όσο και για τη μεταφορά των προϊόντων της. Την ίδια περίοδο, από το 2000 έως σήμερα, Έλληνες πλοιοκτήτες έχουν παραγγείλει και ναυπηγήσει πάνω από 1.000 πλοία σε κινεζικά ναυπηγεία. Γι’ αυτό και αποτελούν τους σημαντικότερους πελάτες των κινεζικών ναυπηγείων.

Η επένδυση της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά το 2008 ήρθε, πέρα από όλα τα παραπάνω, να επισφραγίσει αυτή τη σχέση και να αναδείξει τη στρατηγική σημασία της. Στην επίσημη επίσκεψή μας στην Κίνα το 2006, οργανώθηκε συνάντηση με τον πρόεδρο της COSCO, Πλοίαρχο Wei Jiafu. Στο επίκεντρο βρέθηκαν οι επενδύσεις στα λιμάνια, ζήτημα που ήταν εμφανώς κοινής προτεραιότητας. Από τότε άρχισαν να προχωρούν οι διαπραγματεύσεις για το λιμάνι του Πειραιά. Ο Πλοίαρχος Wei είναι άνθρωπος ιδιαίτερα πρακτικός, με προσανατολισμό στο αποτέλεσμα. Μετά την πρώτη αυτή επαφή, ακολούθησε δεύτερη συνάντηση στην Αθήνα εντός του ίδιου έτους, γεγονός που ανέδειξε την αποφασιστικότητα και το ξεκάθαρο στρατηγικό όραμα αμφότερων των πλευρών. Αφορμή αποτέλεσε η τελετή βάπτισης του «Cosco Hellas», μεγάλου ελληνόκτητου πλοίου μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, το οποίο κατασκευάστηκε στην Κίνα και είχε ναυλωθεί από την COSCO. Στην εκδήλωση απευθύνθηκα προσωπικά στους παρευρισκόμενους, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης να στηρίζει μια συνεργασία αμοιβαίου οφέλους ανάμεσα στις δύο ναυτιλιακές κοινότητες. Την περίοδο εκείνη, πλοία της COSCO ξεκίνησαν να καταπλέουν στα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης. Κατά συνέπεια, το 2008, στην επίσημη επίσκεψη του Προέδρου Hu Jintao στην Αθήνα, υπογράφηκε η συμφωνία με την COSCO: η εταιρεία ανέλαβε, βάσει αυτής, τη λειτουργία και τη διαχείριση δύο τερματικών εμπορευματοκιβωτίων στο κύριο ελληνικό λιμάνι, τον Πειραιά. Κάθε διαπραγμάτευση έχει απαιτήσεις, ωστόσο η πρακτικότητα, η ταχύτητα στις κινήσεις και η αποτελεσματικότητα της COSCO ήταν, πρέπει να πω, εντυπωσιακές.

Η συμφωνία, όπως είναι γνωστό, αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό από εταίρους μας στους γεωπολιτικούς σχηματισμούς όπου μετέχει η Ελλάδα. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι τότε δεν είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για το λιμάνι του Πειραιά κανένας άλλος αξιόπιστος διεθνής παράγοντας. Το σημερινό ενδιαφέρον, μαζί με την έντονη δραστηριότητα από το εξωτερικό για τη δημιουργία ανταγωνιστικών λιμενικών υποδομών, αποτελεί την ισχυρότερη επιβεβαίωση της επιτυχίας εκείνης της στρατηγικής επιλογής. Έπειτα από χρόνια, έγινε γνωστό πως η ετοιμότητα της Ελλάδας να βάλει πρώτη τον Πειραιά στον χάρτη είχε θεωρηθεί χαμένη ευκαιρία από άλλες γειτονικές ευρωπαϊκές χώρες. Επιτρέψτε μου, τέλος, να εκφράσω την ικανοποίησή μου επειδή η Ελλάδα πρωτοστάτησε στις προσπάθειες για πιο στενή συνεργασία των ευρωπαϊκών χωρών με την Κίνα.

Το λιμάνι του Πειραιά συγκαταλέγεται σήμερα στα 50 μεγάλα λιμάνια εμπορευματοκιβωτίων διεθνώς. Ειδικότερα, βρίσκεται περίπου στην 25η θέση του κόσμου, μετά την πολύ μεγάλη άνοδο που κατέγραψε την τελευταία δεκαετία. Παράλληλα, ανήκει στα πέντε μεγαλύτερα λιμάνια της Μεσογείου. Αποτελεί λιμένα διαμετακόμισης για τη ναυτιλία με κατεύθυνση την Ευρώπη, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μεσόγειο Θάλασσα, την Ασία και την Αφρική. Η COSCO, επιπλέον, προωθεί ένα ευρύτερο σχέδιο ανάπτυξης, με σημαντικές προοπτικές και για άλλους ελληνικούς παραγωγικούς κλάδους. Διευρύνει την αλυσίδα αξίας του λιμανιού, δημιουργώντας κέντρα logistics για προϊόντα που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της παραγωγής τους, ώστε από εκεί να διοχετεύονται στις αγορές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι στρατηγικές συνεργασίες με τη Huawei και την Hewlett Packard. Με βάση αυτές, ο Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων Πειραιά της COSCO αποτελεί τον βασικό κόμβο logistics και διανομής των προϊόντων των δύο εταιρειών προς την Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Χάρη στις εν λόγω συνεργασίες, η COSCO κατάφερε να καταστήσει το Λιμάνι του Πειραιά τη «νότια πύλη» για ηλεκτρονικά και τηλεπικοινωνιακά προϊόντα που εισέρχονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με τον συνδυασμό θαλάσσιων μεταφορών και απευθείας σιδηροδρομικών συνδέσεων εμπορευμάτων προς την ηπειρωτική Ευρώπη, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις κερδίζουν σημαντικό χρόνο έναντι των παραδοσιακών βόρειων θαλάσσιων διαδρομών, όπως εκείνων μέσω Ρότερνταμ ή Αμβέρσας. Προσφάτως, η COSCO άλλαξε και το καταστατικό της, επιτρέποντας επενδύσεις σε logistics και υποδομές εκτός των γεωγραφικών ορίων του Πειραιά, κάτι που αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για ευρύτερες επενδύσεις στη Δυτική Αττική. Οφέλη έχει επίσης η ελληνική ναυπηγική βιομηχανία, καθώς η COSCO έχει αναζωογονήσει τις σχετικές υποδομές στον Πειραιά.

Και σε άλλους τομείς, πάντως, παραμένουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης, εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει πολιτική βούληση και από τις δύο πλευρές.

Η διείσδυση των ελληνικών αγροτικών προϊόντων στην κινεζική αγορά αποτελεί σημαντική προτεραιότητα για την Ελλάδα, με τις δύο κυβερνήσεις να έχουν προχωρήσει σε ενεργές διαπραγματεύσεις για τη διεύρυνση των δυνατοτήτων πρόσβασης των Ελλήνων παραγωγών. Ξεχωριστές προοπτικές παρουσιάζει το ποιοτικό ελληνικό κρασί, καθώς μικρά οινοποιεία έχουν αρχίσει να συστήνουν στους Κινέζους καταναλωτές γηγενείς ποικιλίες. Αν και οι εξαγόμενες ποσότητες παραμένουν μικρές σε σχέση με εκείνες άλλων χωρών, οι νέες εμπορικές διαδρομές μέσω του λιμανιού του Πειραιά έχουν περιορίσει τον χρόνο μεταφοράς. Έτσι, τα ελληνικά κτήματα υψηλής ποιότητας μπορούν να αξιοποιούν αποτελεσματικότερα τα δίκτυα διανομής στην Κίνα. Παράλληλα, καταβάλλονται προσπάθειες για την είσοδο και άλλων ελληνικών προϊόντων στην κινεζική αγορά, μεταξύ των οποίων το ελαιόλαδο, το μέλι και οι χυμοί φρούτων.

Μετά τη σύναψη της Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης, η κινεζική πλευρά έδωσε ιδιαίτερη ώθηση στις τουριστικές αφίξεις από την Κίνα προς την Ελλάδα. Το Πεκίνο προέβαλε την Ελλάδα στα κρατικά μέσα ως έναν από τους πλέον ελκυστικούς ευρωπαϊκούς προορισμούς και ανέδειξε τις δύο χώρες ως αρχαίους πολιτισμούς με ισχυρούς πολιτιστικούς δεσμούς. Στο πλαίσιο αυτό, ενισχύθηκαν τα οργανωμένα ταξίδια στο εξωτερικό, οι πολιτιστικές ανταλλαγές και η διεύρυνση των αεροπορικών συνδέσεων με την Ελλάδα. Μετά το τέλος των περιορισμών λόγω COVID, οι Κινέζοι επισκέπτες στη χώρα αυξήθηκαν θεαματικά. Τα διαθέσιμα στοιχεία καταγράφουν ετήσιες αφίξεις που έχουν υπερβεί τα προ πανδημίας μεγέθη, τα οποία κυμαίνονταν περίπου μεταξύ 150.000 και 200.000 τουριστών, καθιστώντας την Κίνα μία από τις σημαντικότερες αγορές με αναπτυξιακή δυναμική για τον ελληνικό τουρισμό.

Η υπογραφή της Εταιρικής μας Σχέσης έδωσε ώθηση και στις ευρύτερες επαφές μεταξύ των δύο λαών. Στην Κίνα καταγράφεται έντονο ενδιαφέρον για τον αρχαίο αλλά και τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό, από τη γλώσσα, την ιστορία και τη λογοτεχνία έως τη φιλοσοφία. Αντίστοιχα, πολλοί Έλληνες στρέφονται στην εκμάθηση της κινεζικής γλώσσας, ενδιαφέρον που συνδέεται και με την αναζήτηση καλύτερων επαγγελματικών προοπτικών. Σε αυτό το πλαίσιο, δημιουργήθηκαν Τμήμα Ελληνικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο Ξένων Γλωσσών του Πεκίνου και Ινστιτούτο Επιχειρήσεων Κομφούκιος στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παράλληλα, οι υποτροφίες, οι φοιτητικές και ακαδημαϊκές ανταλλαγές που πραγματοποιούνται μέσα από διμερή συνέδρια συμβάλλουν στη σύσφιξη των σχέσεων των δύο κοινωνιών, ενώ ελληνικά και κινεζικά πανεπιστήμια έχουν συνάψει πολλές απευθείας συμφωνίες συνεργασίας. Οι δύο χώρες έχουν, έτσι, οργανώσει τις πανεπιστημιακές τους συμπράξεις ως έναν ιστορικό διάλογο ανάμεσα σε δύο αρχαίους πολιτισμούς.

Κυρίες και κύριοι,

Η παγκόσμια κατάσταση έχει καταστεί σήμερα πιο ρευστή από κάθε άλλη περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο πολυπολικός κόσμος στον οποίο ζούμε χαρακτηρίζεται ολοένα περισσότερο από απρόβλεπτες εξελίξεις, αστάθεια και αβεβαιότητα. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το διεθνές σύστημα επιστρέφει στη λογική της realpolitik, των σφαιρών επιρροής και της ισχύος για την αντιμετώπιση των διεθνών διαφορών, ενώ παράλληλα υποβαθμίζεται ο ρόλος του κράτους δικαίου, των διεθνών συνθηκών και των οργανισμών. Οι ΗΠΑ επιχειρούν να διατηρήσουν την ηγεμονική τους θέση στηριζόμενες στη μεγάλη στρατιωτική υπεροχή τους, χωρίς ωστόσο να έχουν επιτύχει εντυπωσιακά αποτελέσματα. Την ίδια ώρα, άλλες σημαντικές δυνάμεις επιδιώκουν μεγαλύτερη παρουσία στη διεθνή σκηνή, διευρύνουν την επιρροή τους και επιχειρούν σταδιακά να ανατρέψουν τη μεταπολεμική τάξη που διαμόρφωσε η Δύση. Χαρακτηριστικά, ο πόλεμος στην Ουκρανία επανέφερε στο κέντρο της Ευρώπης μια παρατεταμένη σύγκρουση μεγάλης έντασης. Σε συνδυασμό με τον παρατεταμένο πόλεμο στη Μέση Ανατολή και την αντιπαράθεση με το Ιράν, η εξέλιξη αυτή μεταφέρει στα δυτικά κράτη τις επιπτώσεις της διαρκούς παγκόσμιας αστάθειας, αλλά και μιας μακράς οικονομικής και κοινωνικής αναστάτωσης. Ιδιαίτερα ο υψηλός πληθωρισμός και το αυξημένο ενεργειακό κόστος κλονίζουν τα θεμέλια των δυτικών κοινωνιών. Σε ευρύτερο επίπεδο, ο ευρωσκεπτικισμός που ενισχύεται στην Ευρώπη θέτει υπό αμφισβήτηση τις αρχές της ενιαίας αγοράς και της οικονομικής ενοποίησης, ενώ στις ΗΠΑ αμφισβητούνται πλέον ανοιχτά τα οφέλη του ελεύθερου εμπορίου.

Ο μακρύς και ιδιαίτερα αιματηρός πόλεμος στην Ουκρανία φέρνει στο προσκήνιο τα νέα δεδομένα, αλλά και τις αντιφάσεις που διαμορφώνουν τη σημερινή διεθνή πραγματικότητα. Η ρωσική εισβολή αποτελεί πράξη άδικη και παράνομη. Την ίδια ώρα, όμως, η στάση που είχε προηγηθεί από τη συλλογική Δύση δεν ήταν απαλλαγμένη από ευθύνες, καθώς είχε επιχειρήσει επανειλημμένα να εντάξει την Ουκρανία στο δυτικό στρατόπεδο. Η αλλαγή ηγεσίας στις ΗΠΑ ανέτρεψε πλήρως τα δεδομένα: η Ουάσιγκτον στράφηκε προς τη συνεννόηση με τη Ρωσία και άσκησε πίεση στο Κίεβο για την αποδοχή ενός επώδυνου συμβιβασμού. Οι Ευρωπαίοι βρέθηκαν έτσι αιφνιδιασμένοι, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Την ίδια στιγμή, τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» που εφαρμόζει η Δύση πλήττουν την αξιοπιστία εκείνων που δηλώνουν υπερασπιστές αρχών και αξιών, καλλιεργώντας την εκτίμηση ότι η υποστήριξη προς την Ουκρανία υπαγορεύεται περισσότερο από γεωπολιτικούς υπολογισμούς παρά από αρχές. Ειδικότερα, η Τουρκία διατυπώνει αναθεωρητικές διεκδικήσεις απέναντι στην Ελλάδα, απειλεί συστηματικά με πόλεμο, χρησιμοποιεί συχνά τη βία για να προωθήσει τις επιδιώξεις της και εξακολουθεί να κατέχει παράνομα μέρος της Κύπρου. Παρ’ όλα αυτά, τα περισσότερα δυτικά κράτη συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν την Άγκυρα ως σημαντικό εταίρο και σύμμαχο. Αντίθετα, για τη ρωσική εισβολή επιβάλλονται κυρώσεις, εκφράζεται καταδίκη και παρέχεται κάθε είδους βοήθεια στην Ουκρανία, ενώ τα δεινά της Κύπρου παραμένουν χωρίς ουσιαστική απάντηση. Η αντίφαση αυτή αποδυναμώνει την πολιτική, νομική και ηθική υπεροχή του δυτικού αφηγήματος.

Στη Μέση Ανατολή, η σύγκρουση ανέδειξε – πιθανώς ακόμη πιο καθαρά από την ουκρανική κρίση – τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται και επηρεάζονται μεταξύ τους οι πόλοι του σύγχρονου πολυπολικού κόσμου. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο, δεν καταφέρνουν όμως εύκολα να επιβάλουν τις επιλογές τους. Η Ρωσία, η Κίνα και μικρότερες δυνάμεις παρεμβαίνουν στις εξελίξεις, διατηρώντας παράλληλα διάλογο και σχέσεις αλληλεπίδρασης με την Ουάσιγκτον. Το σκηνικό αυτό διαμορφώνεται ενώ, ίσως για πρώτη φορά, κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν έχει συνταχθεί με τις ΗΠΑ και το ευρωατλαντικό χάσμα εμφανίζεται βαθύτερο από κάθε άλλη φορά. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, μολονότι σωστά επέλεξε να μην εμπλακεί στον πόλεμο, δεν κατορθώνει να εξελιχθεί σε ουσιαστικό παράγοντα μιας κρίσης που επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα και την ευημερία της.

Κυρίες και κύριοι,

Η εμφάνιση ενός πολυπολικού διεθνούς συστήματος καθιστά αναγκαία μια πιο σύνθετη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, χωρίς τις άκαμπτες γραμμές διαχωρισμού που χαρακτήριζαν το παρελθόν. Η Ελλάδα παραμένει αναμφίβολα προσανατολισμένη προς τη Δύση, η οποία όμως βρίσκεται σε περίοδο μεταμόρφωσης και ενδεχομένως εσωτερικού διχασμού. Την ίδια στιγμή, Αθήνα και Πεκίνο έχουν κοινές ανησυχίες και αμοιβαία συμφέροντα. Η Κίνα στηρίζει με αποφασιστικότητα την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ η Ελλάδα τάσσεται σταθερά υπέρ της αρχής της «μίας Κίνας». Η ναυτιλία συνιστά στρατηγικό τομέα και για τις δύο πλευρές και αποτέλεσε ουσιαστικά τη βάση για την προσέγγισή μας. Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, δημιούργησε ευρύτερη πολιτική βούληση, ενδυναμώνοντας τις διμερείς σχέσεις και ανοίγοντας πρόσθετες δυνατότητες. Παρότι εντασσόμαστε σε διαφορετικά γεωπολιτικά πλαίσια και οι διεθνείς συνθήκες συχνά υπερβαίνουν τις δυνατότητές μας, μας συνδέει ο αμοιβαίος σεβασμός, ο οποίος σχετίζεται και με τις αρχαίες καταβολές των πολιτισμών μας. Πιστεύω ότι ο σύγχρονος κόσμος χρειάζεται λιγότερα διαχωριστικά τείχη και περισσότερη κατανόηση και συνεργασία. Με αυτή την έννοια, η στρατηγική σχέση με την Κίνα, που ξεκινήσαμε πριν από 20 χρόνια, αποδείχθηκε εκ των υστέρων πρωτοποριακή και επωφελής για αμφότερες τις πλευρές. Τώρα είναι δική μας ευθύνη να δυναμώσουμε αυτή τη δυναμική και να αξιοποιήσουμε τις πολλές επιπλέον δυνατότητες συνεργασίας με την Κίνα που, κατά την πεποίθησή μου, θα παρουσιαστούν στο μέλλον. Ειλικρινά θεωρώ ακόμη ότι η συγκεκριμένη συνεργασία μπορεί να λειτουργήσει ως παράδειγμα και για αντίστοιχες σχέσεις με άλλες ασιατικές χώρες.

Κλείνοντας, θέλω να κάνω μια απαραίτητη διευκρίνιση: το ταξίδι μου στην Κίνα τον Ιανουάριο του 2006 δεν αποτέλεσε την πρώτη μου επίσκεψη στη χώρα. Είχε προηγηθεί, τον Νοέμβριο του 1979, η πρόσκληση του τότε Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή να συμμετάσχω στην αντιπροσωπεία που τον συνόδευσε στην ιστορική πρώτη μετάβαση Έλληνα Πρωθυπουργού στην Κίνα. Σε ηλικία μόλις 23 ετών, είχα το ξεχωριστό προνόμιο να παρακολουθήσω από κοντά την Κίνα, όταν ξεκινούσε την προσπάθεια να αποκτήσει διεθνή παρουσία. Παράλληλα, μου δόθηκε η σημαντική δυνατότητα να συναντήσω τον ιστορικό ηγέτη Deng Xiaoping και, βεβαίως, να σχηματίσω ένα μέτρο σύγκρισης για τον πρωτοφανή μετασχηματισμό και την πρόοδο της Κίνας τα χρόνια που ακολούθησαν.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο ΔΕΔΟΜΕΝΟ.

ΣΧΟΛΙΑ

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *.

Καραμανλής: Χρειάζεται πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική – Αιχμές για τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» της Δύσης