Πόρτα εξόδου για 100.000 ασφαλισμένους ανοίγει το 2026, καθώς παραμένουν ενεργές διατάξεις προηγούμενων χρόνων που επιτρέπουν τη συνταξιοδότηση πριν από τα γενικά όρια ηλικίας. Παρά την αυστηροποίηση του ασφαλιστικού συστήματος και την καθιέρωση της πλήρους σύνταξης στα 62 έτη με 40 χρόνια ασφάλισης ή στα 67 με τουλάχιστον 15 έτη, χιλιάδες ασφαλισμένοι εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να αποχωρήσουν νωρίτερα, αξιοποιώντας μεταβατικές διατάξεις που δεν έχουν ακόμη κλείσει.
Στο επίκεντρο βρίσκονται όσοι έχουν κατοχυρώσει ή θεμελιώσει δικαιώματα τα προηγούμενα χρόνια, κυρίως την περίοδο 2010-2012, αλλά και ασφαλισμένοι που μπορούν να συμπληρώσουν τον απαιτούμενο χρόνο μέσω πλασματικών ετών ή να αξιοποιήσουν τη διαδοχική ασφάλιση. Δημόσιοι υπάλληλοι, εργαζόμενοι με ένσημα στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, γονείς ανηλίκων και ασφαλισμένοι με «μεικτό» ασφαλιστικό βίο σε περισσότερα ταμεία συνθέτουν τον βασικό κορμό των δικαιούχων.
Σε πολλές περιπτώσεις, η αξιοποίηση αυτών των εργαλείων μπορεί να οδηγήσει σε έξοδο έως και πέντε ή ακόμη και δέκα χρόνια νωρίτερα από τα γενικά όρια ηλικίας, καθιστώντας το 2026 χρονιά-ορόσημο για όσους βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση.
Την ίδια στιγμή, το νέο καθεστώς απασχόλησης των συνταξιούχων αλλάζει τα δεδομένα. Η δυνατότητα συνδυασμού σύνταξης και εργασίας, με συγκεκριμένους όρους και περιορισμούς, ενισχύει το τελικό εισόδημα και οδηγεί όλο και περισσότερους ασφαλισμένους στην επιλογή της ταχύτερης εξόδου από την αγορά εργασίας.
Σύμφωνα με τον δικηγόρο Διονύση Ρίζο, παρά τη σταδιακή ενοποίηση των κανόνων και την αυστηροποίηση των ορίων ηλικίας, οι μεταβατικές διατάξεις εξακολουθούν να προσφέρουν ουσιαστικές δυνατότητες εξόδου. Ωστόσο, κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και απαιτεί προσεκτική εξέταση. Η σωστή αξιολόγηση του ασφαλιστικού ιστορικού, η αξιοποίηση των πλασματικών ετών και η χρήση της διαδοχικής ασφάλισης μπορούν να κάνουν τη διαφορά, οδηγώντας είτε σε άμεση αποχώρηση είτε σε πολυετή καθυστέρηση. Για χιλιάδες ασφαλισμένους, η επόμενη χρονιά μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για το μέλλον τους.
Τα πλασματικά
Στο επίκεντρο των επιλογών παραμένει η βασική διάταξη που προβλέπει πλήρη σύνταξη στο 62ο έτος της ηλικίας με 40 χρόνια ασφάλισης. Ωστόσο, στην πράξη, η δυνατότητα εξαγοράς πλασματικών ετών αποτελεί το βασικό εργαλείο επιτάχυνσης της συνταξιοδότησης.
Στον ιδιωτικό τομέα, οι ασφαλισμένοι μπορούν να αναγνωρίσουν έως επτά πλασματικά έτη, ενώ στο Δημόσιο η δυνατότητα αυτή επεκτείνεται έως και τα δώδεκα. Αυτό σημαίνει ότι ο απαιτούμενος πραγματικός χρόνος εργασίας μπορεί να μειωθεί αισθητά. Ετσι, ένας μισθωτός μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα με περίπου 33 χρόνια πραγματικής ασφάλισης, ενώ ένας δημόσιος υπάλληλος ακόμη και με 28 χρόνια υπό προϋποθέσεις.
Το κόστος εξαγοράς εξαρτάται από την ασφαλιστική ιδιότητα. Για τους μισθωτούς υπολογίζεται στο 20% των αποδοχών που αντιστοιχούν στην κύρια σύνταξη, ενώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες συνδέεται με την ασφαλιστική κατηγορία. Παρά το κόστος, για πολλούς ασφαλισμένους η εξαγορά λειτουργεί ως «επένδυση», καθώς επιτρέπει την ταχύτερη ενεργοποίηση της σύνταξης και την εξασφάλιση σταθερού εισοδήματος.
Ιδιαίτερα ευνοημένοι εμφανίζονται όσοι έχουν γεννηθεί έως και το 1964, καθώς σε πολλές περιπτώσεις μπορούν να συμπληρώσουν εντός του 2026 τόσο το απαιτούμενο όριο ηλικίας όσο και τον αναγκαίο χρόνο ασφάλισης.
Οι διατάξεις για το Δημόσιο
Στο Δημόσιο εξακολουθούν να ισχύουν κρίσιμες διατάξεις που επιτρέπουν συνταξιοδότηση πριν από τα γενικά όρια ηλικίας, εφόσον έχουν κατοχυρωθεί οι απαιτούμενες προϋποθέσεις σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους.
Οι βασικές κατηγορίες αφορούν την 35ετία, την 36ετία και την 37ετία. Στην περίπτωση της 35ετίας, δημόσιοι υπάλληλοι που είχαν συμπληρώσει 35 χρόνια ασφάλισης έως το τέλος του 2021 και παράλληλα το 58ο έτος της ηλικίας τους μπορούν να αποχωρήσουν με μεταβατικό όριο που φτάνει έως τα 61 έτη και 6 μήνες. Ο απαιτούμενος χρόνος μπορεί να συμπληρωθεί και με πλασματικά έτη από τέκνα ή στρατιωτική θητεία.
Αντίστοιχα για την 36ετία, η διάταξη αφορά όσους είχαν 25ετία το 2011 και μπορούν να συμπληρώσουν 36 χρόνια ασφάλισης έως το τέλος του 2021. Και σε αυτή την περίπτωση, το όριο ηλικίας κινείται έως τα 61 έτη και 6 μήνες. Για την 37ετία, η οποία αφορά όσους είχαν 25ετία έως το 2010, το όριο ηλικίας διαμορφώνεται περίπου στα 61 έτη και 2 μήνες, εφόσον συμπληρώνεται ο απαιτούμενος χρόνος έως το 2021.
Παράλληλα, εξακολουθεί να ισχύει η δυνατότητα μειωμένης σύνταξης για συγκεκριμένες κατηγορίες ασφαλισμένων. Η βασική προϋπόθεση είναι η συμπλήρωση 25ετίας έως το 2012 και του αντίστοιχου ηλικιακού ορίου έως το τέλος του 2022. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η έξοδος μπορεί να γίνει από τα 55, τα 56 ή τα 57 έτη, ανάλογα με το έτος θεμελίωσης.
Αν όμως το ηλικιακό όριο συμπληρώνεται μετά την 1η Ιανουαρίου του 2023, τότε η δυνατότητα πρόωρης εξόδου μεταφέρεται στο 62ο έτος. Πρόκειται για μία κρίσιμη λεπτομέρεια, καθώς σε πολλές περιπτώσεις καθορίζει εάν ο ασφαλισμένος μπορεί να αποχωρήσει άμεσα ή θα χρειαστεί να παραμείνει στην εργασία για αρκετά χρόνια ακόμη.
Κατηγορίες στο ΙΚΑ
Στον ιδιωτικό τομέα, οι δυνατότητες πρόωρης συνταξιοδότησης έχουν περιοριστεί σημαντικά, ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένες βασικές κατηγορίες που διατηρούν ευνοϊκά όρια.
Η πρώτη αφορά τα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Για ασφαλισμένους με 10.500 ημέρες ασφάλισης, εκ των οποίων οι 7.500 στα βαρέα, προβλέπεται δυνατότητα εξόδου στο 60ό έτος με μειωμένη σύνταξη ή στο 62ο έτος με πλήρη. Η διαφορά στη σύνταξη μεταξύ μειωμένης και πλήρους θεωρείται σχετικά περιορισμένη, γεγονός που οδηγεί αρκετούς ασφαλισμένους στην επιλογή της ταχύτερης αποχώρησης.
Στη δεύτερη περίπτωση, για όσους έχουν 4.500 ημέρες ασφάλισης συνολικά και 3.600 στα βαρέα, η πλήρης σύνταξη καταβάλλεται στο 62ο έτος. Σε όλες τις περιπτώσεις απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 1.000 βαρέα ένσημα μέσα στα τελευταία 17 χρόνια πριν από την αίτηση συνταξιοδότησης.
Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι γυναίκες ασφαλισμένες στα βαρέα, οι οποίες είχαν θεμελιώσει δικαίωμα σε προηγούμενα έτη. Για όσες είχαν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις το 2010, το όριο ηλικίας ήταν τα 55, για το 2011 τα 56 και για το 2012 τα 57, ενώ από το 2013 και μετά ισχύει το 62ο έτος.
Παράλληλα, σημαντικές δυνατότητες εξακολουθούν να έχουν και οι μητέρες ανηλίκων με 5.500 ημέρες ασφάλισης. Εφόσον είχαν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο και υπήρχε ανήλικο τέκνο σε κρίσιμα έτη πριν από το 2012, μπορούν να αποχωρήσουν με χαμηλότερα όρια ηλικίας, ακόμη και σήμερα, εφόσον έχουν κατοχυρώσει το δικαίωμα.
Τα πιο ευνοϊκά καθεστώτα
Μία από τις σημαντικότερες κατηγορίες ασφαλισμένων που μπορούν να αποχωρήσουν πριν από τα γενικά όρια είναι οι γονείς ανηλίκων. Οι διατάξεις αυτές καλύπτουν εργαζομένους στο Δημόσιο, σε ΔΕΚΟ και τράπεζες, αλλά και στο ΙΚΑ, με διαφορετικές προϋποθέσεις.
Για όσους είχαν 25ετία και ανήλικο τέκνο το 2010, το αρχικό όριο ηλικίας ήταν το 50ό έτος, για το 2011 το 52ο και για το 2012 το 55ο. Αν και τα όρια αυτά αυξήθηκαν με τις μεταβατικές διατάξεις, εξακολουθούν να οδηγούν σε συνταξιοδότηση αρκετά πριν από τα γενικά όρια.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι διατάξεις για τρίτεκνους, ιδίως στο Δημόσιο και στις ΔΕΚΟ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όσοι είχαν συμπληρώσει 20ετία έως το 2010 μπορούσαν να αποχωρήσουν χωρίς όριο ηλικίας, ενώ για μεταγενέστερες θεμελιώσεις ισχύουν μεταβατικά όρια που παραμένουν χαμηλότερα από τα γενικά.
Το μεγάλο «πλεονέκτημα»
Από τα πιο ισχυρά εργαλεία του ασφαλιστικού συστήματος παραμένει η διαδοχική ασφάλιση. Η δυνατότητα αυτή επιτρέπει τη συνταξιοδότηση με βάση τις ευνοϊκότερες διατάξεις προηγούμενου ταμείου, ακόμη και αν ο τελευταίος φορέας ασφάλισης προβλέπει αυστηρότερους όρους.
Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ασφαλισμένοι που έχουν περάσει από περισσότερα ταμεία μπορούν να επιλέξουν το ευνοϊκότερο καθεστώς και να αποχωρήσουν έως και πέντε ή δέκα χρόνια νωρίτερα. Η δυνατότητα αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για όσους έχουν χρόνο ασφάλισης σε ΙΚΑ και ΟΑΕΕ ή στο Δημόσιο και σε άλλα ταμεία.
Παράλληλα, το ισχύον καθεστώς απασχόλησης των συνταξιούχων ενισχύει ακόμη περισσότερο την επιλογή της ταχύτερης εξόδου. Η δυνατότητα συνδυασμού σύνταξης και εργασίας δημιουργεί ένα μεικτό εισόδημα που για πολλούς ασφαλισμένους είναι πιο συμφέρον από την παραμονή στην εργασία χωρίς σύνταξη.



