Η παιδική διατροφή και η σωματική δραστηριότητα βρίσκονται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης για την υγεία στην Ελλάδα. Η πρόληψη της παιδικής παχυσαρκίας δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως ζήτημα ατομικής επιλογής, αλλά ως ένα σύνθετο κοινωνικό και υγειονομικό θέμα που αφορά τα σχολεία, τις οικογένειες, τους επαγγελματίες υγείας και τις τοπικές κοινότητες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Εθνική Δράση κατά της Παιδικής Παχυσαρκίας επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση από τη θεωρία στην πράξη, δημιουργώντας ένα οργανωμένο δίκτυο παρεμβάσεων σε ολόκληρη τη χώρα. Το πρόγραμμα υλοποιήθηκε από το Υπουργείο Υγείας σε συνεργασία με τη UNICEF, στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης «Ελλάδα 2.0», με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με την ολοκλήρωσή του, ο απολογισμός της δράσης αποτυπώνει όχι μόνο αριθμούς, αλλά και αλλαγές σε καθημερινές συνήθειες γύρω από τη διατροφή, την άσκηση και την πρόληψη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του προγράμματος, περισσότερα από 1.900 παιδιά με υπερβαρότητα ή παχυσαρκία έλαβαν δωρεάν εξατομικευμένη διατροφική υποστήριξη. Συνολικά πραγματοποιήθηκαν πάνω από 13.000 συνεδρίες με τη συμμετοχή 60 διαιτολόγων-διατροφολόγων.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι περίπου 8 στα 10 παιδιά βελτίωσαν σημαντικά την εικόνα του σωματικού τους βάρους και του δείκτη μάζας σώματος. Παράλληλα, παιδιά με συνοδά προβλήματα υγείας, όπως διαβήτη, υπέρταση ή αυξημένη χοληστερόλη, εμφάνισαν βελτιωμένους κλινικούς δείκτες, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφηκε και μείωση της φαρμακευτικής αγωγής.
Η δράση έδωσε ιδιαίτερη έμφαση και στην έγκαιρη παρακολούθηση μέσα από το σύστημα υγείας. Συνολικά εκπαιδεύτηκαν 1.124 παιδίατροι και επαγγελματίες υγείας, ενώ δημιουργήθηκε ψηφιακή πλατφόρμα παραπομπών, με στόχο την καλύτερη σύνδεση της πρωτοβάθμιας φροντίδας με εξειδικευμένες υπηρεσίες υποστήριξης.
Ενδεικτικό της ενίσχυσης της πρόληψης είναι ότι η συχνότητα καταγραφής βάρους και ύψους κατά την παιδιατρική επίσκεψη αυξήθηκε από 69% σε 72,5%.
Μεγάλο μέρος της παρέμβασης μεταφέρθηκε στο σχολικό περιβάλλον, εκεί όπου διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό οι καθημερινές συνήθειες των παιδιών. Μέσα από το πρόγραμμα «Τροφή για Δράση», το οποίο θεσμοθετήθηκε πανελλαδικά μέσω διυπουργικής εγκυκλίου, περισσότεροι από 7.600 εκπαιδευτικοί και γονείς συμμετείχαν σε εκπαιδευτικές δράσεις, ψηφιακά εργαλεία και σεμινάρια για τη σωστή διατροφή και τη φυσική δραστηριότητα.
Παράλληλα, 31 σχολεία λειτούργησαν ως «Health Hubs», δηλαδή ως πρότυποι χώροι εφαρμογής πρακτικών υγιεινής διατροφής και άσκησης. Στις δράσεις αυτές συμμετείχαν περισσότερα από 3.400 παιδιά και σχεδόν 1.400 γονείς. Επιπλέον, 694 καθηγητές φυσικής αγωγής εκπαιδεύτηκαν ώστε να αξιοποιούν τον αθλητισμό ως εργαλείο ενίσχυσης υγιεινών συνηθειών μέσα και έξω από το σχολείο.
Σημαντική ήταν και η προσπάθεια βελτίωσης της πρόσβασης των παιδιών σε πιο υγιεινές διατροφικές επιλογές. Στο πλαίσιο της δράσης διανεμήθηκαν περισσότερα από 130.000 υγιεινά γεύματα και φρέσκα φρούτα σε μαθητές 435 δημοτικών σχολείων, με στόχο την εξοικείωση των παιδιών με πιο ισορροπημένες επιλογές στην καθημερινότητά τους.
Η διατροφή συνδέθηκε επίσης με τη βιωματική μάθηση και την κοινωνική συμμετοχή. Μέσα από το πρόγραμμα «Το Ταξίδι της Τροφής», περίπου 100.000 έφηβοι συμμετείχαν σε σχεδόν 4.900 εργαστήρια σε περισσότερα από 1.600 σχολεία.
Σε συνεργασία με 23 δήμους πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις σε λαϊκές αγορές, όπου οι μαθητές συνέλεξαν και διέθεσαν περισσότερους από 20 τόνους πλεοναζόντων τροφίμων σε ευάλωτες οικογένειες. Με αυτόν τον τρόπο, η εκπαίδευση γύρω από τη διατροφή συνδέθηκε με την κοινωνική προσφορά και την έννοια της υπεύθυνης κατανάλωσης.
Ένα από τα πιο ουσιαστικά ευρήματα της δράσης αφορά τη σωματική δραστηριότητα. Περισσότερα από 135.000 παιδιά συμμετείχαν δωρεάν σε αθλητικές δραστηριότητες, ενώ τα στοιχεία δείχνουν θετικές μεταβολές στις συνήθειες άσκησης.
Η συμμετοχή σε οργανωμένες αθλητικές δραστηριότητες αυξήθηκε από 52,5% σε 60%, ενώ το ποσοστό των παιδιών που παραμένουν δραστήρια τουλάχιστον μία ώρα την ημέρα αυξήθηκε από 49,9% σε 52,8%.
Αλλαγές καταγράφηκαν και στις διατροφικές επιλογές. Η συχνή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών αυξήθηκε, ενώ μειώθηκε η συχνή κατανάλωση γλυκών, σοκολάτας και σφολιατοειδών. Σύμφωνα με τους ειδικούς, τέτοιες μεταβολές αποτελούν σημαντικό δείκτη αλλαγής συνηθειών ήδη από την παιδική ηλικία.
Καθοριστική φαίνεται πως ήταν και η συμμετοχή των γονέων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δράσης, το 73,5% των οικογενειών δήλωσε ότι είχε κάποια μορφή εμπλοκής ή επαφής με τις υπηρεσίες και τα εργαλεία του προγράμματος. Παράλληλα, αυξήθηκε η ενημέρωση των γονέων γύρω από τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τη διατροφή και τη φυσική δραστηριότητα παιδιών και εφήβων.

Όπως ανέφερε η Αναπληρώτρια Υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη, στόχος της δράσης ήταν να δημιουργηθούν σταθερές βάσεις πρόληψης και να ενισχυθούν καθημερινές συνήθειες που επηρεάζουν τη μελλοντική υγεία των παιδιών.
Η επόμενη ημέρα, σύμφωνα με τον σχεδιασμό του Υπουργείου Υγείας, περιλαμβάνει τη διατήρηση ψηφιακών εργαλείων, όπως η εφαρμογή «Healthy Kids», καθώς και ένα πλαίσιο 19 νομοθετικών προτάσεων για τη μακροπρόθεσμη πρόληψη της παιδικής παχυσαρκίας.
Το μεγάλο στοίχημα, πλέον, δεν είναι μόνο η ολοκλήρωση μιας μεγάλης παρέμβασης, αλλά η συνέχειά της. Το ζητούμενο είναι αν οι συνήθειες που χτίστηκαν σε σχολεία, οικογένειες και κοινότητες μπορούν να παραμείνουν ενεργές τα επόμενα χρόνια και να συμβάλουν ουσιαστικά στη βελτίωση της υγείας των παιδιών στην Ελλάδα.



