Ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου: «Ώρα μηδέν» για το καλώδιο, με το βλέμμα στην Κάσο και την αντίδραση της Τουρκίας
Η τουρκική αντι-NAVTEX αμφισβητεί τις έρευνες και ζητά συνεννόηση με την Άγκυρα, ενώ η Αθήνα θα καθορίσει τη στάση της ανάλογα με τις κινήσεις της

Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου περνά και πάλι σε κρίσιμη φάση, καθώς οι διπλωματικές διαβεβαιώσεις και τα τεχνικά σχέδια δοκιμάζονται στη θάλασσα. Έχει εκδοθεί η ελληνική NAVTEX, η Κύπρος έχει ανακοινώσει το δικό της τμήμα των ερευνών και η Τουρκία έχει ήδη απαντήσει με αντι-NAVTEX. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην αναχώρηση του γαλλικού Abeille Marengo και, κυρίως, στην πορεία του προς τη θαλάσσια περιοχή νοτιοανατολικά της Κάσου.
Το βασικό ερώτημα είναι αν η Άγκυρα θα μείνει στην καταγραφή των διεκδικήσεών της ή θα προσπαθήσει να τις επιβάλει στην πράξη. Εξετάζεται το ενδεχόμενο να υπάρξουν προειδοποιήσεις από ασυρμάτου, τουρκικά πολεμικά πλοία στην περιοχή ή ακόμη και απόπειρα να εμποδιστούν οι έρευνες.
Ως τώρα, η αντι-NAVTEX καταγράφει τη θέση της Τουρκίας, χωρίς να επιβεβαιώνει ότι έχει ληφθεί απόφαση για συγκεκριμένη επιχειρησιακή κίνηση. Ωστόσο, δείχνει να βρίσκεται ένα επίπεδο πιο ψηλά από την αναμενόμενη απάντηση, καθώς η Άγκυρα δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν έχει συναινέσει στις έρευνες στην περιοχή, την οποία θεωρεί τμήμα της τουρκικής υφαλοκρηπίδας.
Η Αθήνα επιδιώκει να προχωρήσει ένα ενεργειακό έργο ευρωπαϊκής σημασίας, χωρίς να εξελιχθεί σε στρατιωτική κρίση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η ελληνική πλευρά παρακολουθεί όσα συμβαίνουν και προτίθεται να καθορίσει την αντίδρασή της ανάλογα με τις τουρκικές κινήσεις. Στόχος είναι σαφής: αν σημειωθεί κλιμάκωση, η ευθύνη να αποδοθεί σε εκείνον που θα αποπειραθεί να σταματήσει τις εργασίες.

Η αντι-NAVTEX εντείνει την πίεση
Η τουρκική αναγγελία 1105/26 αναφέρεται ρητά στην ελληνική 1411/26. Κατά την τουρκική θέση, τμήμα της περιοχής όπου θα γίνουν οι έρευνες βρίσκεται στην τουρκική υφαλοκρηπίδα, όπως αυτή έχει δηλωθεί από την Άγκυρα στον ΟΗΕ, με το έγγραφο A/74/757 της 18ης Μαρτίου 2020.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η επισήμανση ότι οι τουρκικές αρχές δεν έχουν δώσει συγκατάθεση για τη συγκεκριμένη ερευνητική δραστηριότητα. Ταυτόχρονα, η Άγκυρα ζητεί κάθε έρευνα σε θαλάσσιες περιοχές που θεωρεί πως υπάγονται στη δικαιοδοσία της να γίνεται σε συνεννόηση με τις αρμόδιες τουρκικές αρχές.
Η συγκεκριμένη διατύπωση ενδέχεται να εκληφθεί ως ενισχυμένη πολιτική πίεση, αφού παρουσιάζει τη συγκατάθεση της Τουρκίας ως όρο για να πραγματοποιηθούν οι εργασίες. Δεν περιορίζεται σε διαφωνία για το ποια πλευρά εκδίδει τη ναυτική αναγγελία, αλλά επεκτείνεται στη διεκδίκηση ελέγχου της ίδιας της δραστηριότητας.
Με αυτόν τον τρόπο, η Άγκυρα μετατοπίζει το ζήτημα από την ενημέρωση των πλοίων στην αποδοχή των δικών της διεκδικήσεων. Το ζητούμενο είναι αν θα επιχειρήσει να μετατρέψει την απαίτησή της σε πράξη, όταν το ερευνητικό πλοίο πλησιάσει στην επίμαχη θαλάσσια ζώνη.
Οι NAVTEX που εξέδωσαν Αθήνα και Λευκωσία
Στις 6 Νοεμβρίου, ο σταθμός Ηρακλείου εξέδωσε την ελληνική NAVTEX 1411/26, η οποία ορίζει έρευνες από το Abeille Marengo για την τοποθέτηση υποθαλάσσιου καλωδίου, από τις 6 Νοεμβρίου 2026 μέχρι τις 6 Μαρτίου 2027. Η πορεία ξεκινά από την Κρήτη και κατευθύνεται προς την Ανατολική Μεσόγειο. Στα πλοία που βρίσκονται κοντά ζητείται να κρατήσουν απόσταση δύο ναυτικών μιλίων.

Πριν από την έκδοση της αναγγελίας είχε ολοκληρωθεί η ελληνική διαδικασία αδειοδότησης, κατόπιν αιτήματος της Nexans εκ μέρους της εταιρείας GSI και θετικής εισήγησης από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή. Στη συνέχεια εκδόθηκε από τον σταθμό Λάρνακας η κυπριακή NAVTEX 345/26, που αφορά το ερευνητικό σκέλος στην κυπριακή ΑΟΖ.

Με τις αναγγελίες ορίζεται το πλαίσιο των εργασιών και ενημερώνονται τα πλοία που κινούνται στην περιοχή. Δεν προκύπτει, όμως, πως το ερευνητικό έχει ήδη περάσει από όλα τα σημεία της διαδρομής ή ότι ξεκινά άμεσα η πόντιση του καλωδίου. Πρώτα θα γίνει η ερευνητική αποστολή, για να χαρτογραφηθεί με ακρίβεια ο βυθός και να καθοριστεί οριστικά η όδευση.
Τι μπορεί να συμβεί όταν το ερευνητικό προσεγγίσει την Κάσο
Σύμφωνα με το πρώτο σενάριο, η Τουρκία περιορίζεται σε ανακοινώσεις και ναυτικές αναγγελίες, συνεχίζοντας να προβάλλει τις αξιώσεις της χωρίς να σταματά τις έρευνες. Τότε, η αντιπαράθεση θα παραμείνει κατά κύριο λόγο σε διπλωματικό επίπεδο.
Το δεύτερο σενάριο προβλέπει την παρουσία τουρκικού πλοίου και προειδοποιήσεις μέσω ασυρμάτου προς το ερευνητικό. Έτσι, η Άγκυρα θα μπορούσε να καταγράψει επιχειρησιακά την αμφισβήτησή της και να ζητήσει να σταματήσουν ή να συντονιστούν οι εργασίες, χωρίς να επιχειρήσει φυσικό αποκλεισμό.
Στο τρίτο σενάριο, τουρκικά πολεμικά πλοία αναπτύσσονται στην περιοχή για επίδειξη ισχύος. Μια τέτοια παρουσία θα ενίσχυε την πίεση προς το πλήρωμα, τον ανάδοχο και τις κυβερνήσεις, ακόμη κι αν το ερευνητικό συνέχιζε κανονικά την αποστολή του.
Το ενδεχόμενο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία είναι να επιχειρηθεί ουσιαστικά να εμποδιστούν οι έρευνες, με ενέργειες που θα δυσκολέψουν ή θα καταστήσουν επικίνδυνη τη συνέχισή τους. Μια τέτοια εξέλιξη θα άλλαζε το επίπεδο της υπόθεσης και θα αύξανε τον κίνδυνο θερμού επεισοδίου. Το μέγεθος της ελληνικής αντίδρασης θα εξαρτηθεί από το αν πρόκειται για απλή παρακολούθηση, παρενόχληση ή παρεμπόδιση.
Ετοιμότητα χωρίς στόχο μια στρατιωτική κρίση
Η Αθήνα πρέπει να διασφαλίσει ότι οι εργασίες θα προστατευθούν, χωρίς να επιτρέψει να προκύψει ανεξέλεγκτη αντιπαράθεση. Η επιτήρηση της περιοχής και η ετοιμότητα για αντίδραση ανταποκρίνονται σε αυτή την ανάγκη, χωρίς αυτό να σημαίνει επιλογή στρατιωτικοποίησης.
Η Ελλάδα επιμένει ότι το έργο δεν χρειάζεται τουρκική άδεια, ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έχει διευκρινίσει πως δεν κατατέθηκε σχετικό αίτημα προς την Άγκυρα. Πολιτικά, η Αθήνα επιδιώκει να προβάλει τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα της διασύνδεσης και να αναδείξει την ευθύνη όποιου θα επιχειρούσε να τη σταματήσει. Ο επιχειρησιακός κίνδυνος, ωστόσο, παραμένει. Το πλαίσιο αυτό καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο επιχειρεί να κινηθεί η Ελλάδα: να προχωρήσουν οι έρευνες, να μην επιβληθούν τετελεσμένα και η παρουσία του ναυτικού να μην καταστεί αυτοσκοπός.
Η αφετηρία του EuroAsia το 2012
Η σημερινή δοκιμασία αποτελεί το τελευταίο σημείο μιας πορείας που άρχισε το 2012, όταν ξεκίνησε η πρωτοβουλία EuroAsia Interconnector. Το αρχικό σχέδιο αφορούσε τη διασύνδεση Ισραήλ, Κύπρου και Ελλάδας με ηλεκτρικό καλώδιο, ώστε να δημιουργηθεί νέα ενεργειακή οδός μεταξύ της Ανατολικής Μεσογείου και της ευρωπαϊκής αγοράς.
Το έργο συμπεριλήφθηκε το 2013 στον πρώτο κατάλογο ευρωπαϊκών Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος. Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκαν μελέτες και προχώρησαν οι αδειοδοτικές και ρυθμιστικές διαδικασίες. Το 2016 εξασφαλίστηκε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για την προετοιμασία, ενώ το 2017 οι ρυθμιστικές αρχές της Ελλάδας και της Κύπρου κατέληξαν σε συμφωνία για τον διασυνοριακό επιμερισμό του κόστους.
Ο αρχικός σχεδιασμός μεταβλήθηκε στην πορεία. Το έργο της σύνδεσης Κρήτης – Αττικής προχώρησε αυτοτελώς υπό τον ΑΔΜΗΕ, ενώ το κρίσιμο επόμενο βήμα παρέμεινε η διασύνδεση Κρήτης – Κύπρου, με προοπτική να επεκταθεί προς το Ισραήλ. Τα επιμέρους σκέλη αποτελούν ξεχωριστές διασυνδέσεις, καθεμία με διαφορετικό στάδιο προόδου και διαδικασία υλοποίησης.
Η ευρωπαϊκή επιχορήγηση και η σύμβαση της Nexans
Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ υπέγραψαν το 2021 μνημόνιο συνεργασίας για την προώθηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης, ενώ την ίδια περίοδο ο ΑΔΜΗΕ ανέλαβε καθήκοντα τεχνικού συμβούλου. Σημαντική χρηματοδοτική ώθηση δόθηκε τον Ιανουάριο του 2022, με την έγκριση ευρωπαϊκής επιχορήγησης ύψους 657 εκατομμυρίων ευρώ από τον μηχανισμό Connecting Europe Facility. Η απόφαση ενίσχυσε το ευρωπαϊκό αποτύπωμα του έργου, αλλά δεν κάλυψε το σύνολο των κεφαλαίων που απαιτούνται.
Σύμβαση ύψους 1,43 δισεκατομμυρίων ευρώ για το καλωδιακό σκέλος Ελλάδας – Κύπρου ανακοίνωσε η Nexans τον Ιούλιο του 2023. Το σχέδιο προβλέπει σύστημα συνεχούς ρεύματος υψηλής τάσης 525 kV, αποτελούμενο από δύο καλώδια, καθένα μήκους περίπου 900 χιλιομέτρων, τα οποία θα τοποθετηθούν σε βάθος μεγαλύτερο των 3.000 μέτρων.
Η αρχική δυναμικότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας υπολογίζεται σε 1.000 MW, ενώ προβλέπεται να μπορεί να αυξηθεί αργότερα. Οι απαιτήσεις της τεχνολογίας καθιστούν κρίσιμη την έρευνα του βυθού, καθώς τα ευρήματά της επηρεάζουν τη χάραξη, την προστασία του καλωδίου και τον τρόπο εγκατάστασης, αλλά και το τελικό κόστος.
Ο ΑΔΜΗΕ αναλαμβάνει και η δοκιμασία του 2024
Το φθινόπωρο του 2023 η ευθύνη υλοποίησης πέρασε στον ΑΔΜΗΕ και το έργο εισήλθε στη νέα του φάση, ως Great Sea Interconnector. Παράλληλα, ιδρύθηκε εταιρεία ειδικού σκοπού και ξεκίνησαν οι προσπάθειες για την εξασφάλιση χρηματοδότησης με βιώσιμους όρους.
Το 2024 κατέδειξε ότι η τεχνική προετοιμασία δεν ήταν δυνατό να διαχωριστεί από τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Τον Ιούλιο, οι έρευνες του ιταλικού Ievoli Relume στην περιοχή Κάσου – Καρπάθου οδήγησαν σε τουρκική ναυτική κινητοποίηση. Στην ευρύτερη περιοχή έφτασαν έως και πέντε τουρκικά πολεμικά πλοία, ενώ στην περιοχή βρέθηκαν και ελληνικές ναυτικές δυνάμεις. Η ένταση αντιμετωπίστηκε με διπλωματικές επαφές. Στις 24 Ιουλίου, ο ΑΔΜΗΕ γνωστοποίησε ότι το ερευνητικό σκάφος είχε ολοκληρώσει τις προγραμματισμένες εργασίες στα διεθνή ύδατα ανάμεσα στην Κάσο και την Κάρπαθο.
Η ανακοίνωση αναφερόταν στη συγκεκριμένη αποστολή και όχι στην ολοκλήρωση όλων των ερευνών που απαιτούνται για τη διασύνδεση. Το περιστατικό, παρ’ όλα αυτά, έστειλε σαφές μήνυμα για τη συνέχεια: η Άγκυρα ήταν έτοιμη να υποστηρίξει τις διεκδικήσεις της με την παρουσία πολεμικών πλοίων.

Οικονομικά ζητήματα και καθυστερήσεις το 2025
Το καλώδιο βρέθηκε, το φθινόπωρο του 2024, στο επίκεντρο των οικονομικών συνομιλιών Αθήνας και Λευκωσίας. Οι συζητήσεις αφορούσαν την ανάκτηση του κόστους κατά την κατασκευή, τους τρόπους χρηματοδότησης, το ενδεχόμενο συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας στο μετοχικό κεφάλαιο και τον επιμερισμό του γεωπολιτικού κινδύνου. Στη συμφωνία του Σεπτεμβρίου προβλέφθηκε κυπριακή συνεισφορά 125 εκατομμυρίων ευρώ μέσα σε πέντε χρόνια, μαζί με ρυθμίσεις για την κατανομή του κινδύνου. Οι προβλέψεις αυτές ανέδειξαν το κύριο ζήτημα.
Η επενδυτική βιωσιμότητα προϋπέθετε, επίσης, ότι οι εργασίες θα προχωρούσαν χωρίς να διακόπτονται για μεγάλα διαστήματα.
Οι εκκρεμότητες παρέμεναν και το 2025, όταν τον Μάρτιο έγινε γνωστή η προσωρινή αναστολή των πληρωμών του ΑΔΜΗΕ προς τη Nexans, εν μέσω αβεβαιότητας για την πορεία του έργου. Την ίδια ώρα οι κυβερνήσεις εξακολουθούσαν να διαβεβαιώνουν ότι η διασύνδεση θα προχωρήσει, ενώ σχεδίαζαν την επανέναρξη των ερευνών. Κατά τη διάρκεια της χρονιάς φάνηκε ότι οι δηλώσεις προθέσεων δεν επαρκούσαν για την ταυτόχρονη αντιμετώπιση των χρηματοδοτικών, ρυθμιστικών και γεωπολιτικών εμποδίων. Οι καθυστερήσεις στη θάλασσα επηρέαζαν κάθε φορά το χρονοδιάγραμμα των επόμενων βημάτων.
Το 2026 φέρνει ενισχυμένη γαλλική συμμετοχή
Στις 6 Ιανουαρίου 2026, η Nexans ανακοίνωσε επίσημα ότι επαναπρογραμμάτιζε δραστηριότητες σε συνεννόηση με τον πελάτη της. Η εταιρεία ανέφερε πως οι αλλαγές θα επηρέαζαν τον χρόνο παράδοσης, τονίζοντας παράλληλα ότι εξακολουθεί να δεσμεύεται για την εκτέλεση της σύμβασης.
Η 5η Αυγούστου αποτέλεσε έναν ακόμη σημαντικό σταθμό. Στο Μέγαρο Μαξίμου υπογράφηκε η συμφωνία με την οποία ο γαλλικός επενδυτικός όμιλος Meridiam εισήλθε ως πλειοψηφών μέτοχος στην GSI, μαζί με τη συμφωνία μεταξύ ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans για τις θαλάσσιες έρευνες. Στη σημερινή μετοχική σύνθεση, το 66% ανήκει στη Meridiam και το 34% στον ΑΔΜΗΕ. Με την εξέλιξη αυτή διευρύνθηκε η γαλλική οικονομική παρουσία, καθώς δίπλα στον κατασκευαστικό ρόλο της Nexans προστέθηκε ένας σημαντικός επενδυτής. Έτσι ενισχύεται το γαλλικό ενδιαφέρον για την εξέλιξη του έργου, χωρίς αυτό να εγγυάται από μόνο του συγκεκριμένη στρατιωτική εμπλοκή του Παρισιού.
Τον Σεπτέμβριο, ο Νίκος Χριστοδουλίδης δήλωσε δημόσια ότι η πληρωμή της κυπριακής συνεισφοράς των 25 εκατομμυρίων ευρώ συνδεόταν με την έκδοση NAVTEX για να ξαναρχίσουν οι έρευνες. Τον Οκτώβριο ξεκίνησε η διαδικασία αδειοδότησης της νέας αποστολής.
Η πορεία του έργου θα κριθεί ξανά στη θάλασσα
Δεκατέσσερα χρόνια από την αρχική πρωτοβουλία, το καλώδιο βρίσκεται και πάλι σε ένα κρίσιμο σημείο: η πρόοδος εξαρτάται από το αν οι εργασίες μπορούν πράγματι να εκτελεστούν. Για την Κύπρο, στόχος είναι να τερματιστεί η ηλεκτρική απομόνωση· για την Ελλάδα, να ενισχυθεί ο ενεργειακός της ρόλος· και για την Ευρώπη, να ολοκληρωθεί μια υποδομή για την οποία έχουν ήδη δεσμευτεί σημαντικοί πόροι.
Η αναχώρηση του Abeille Marengo δεν πρόκειται να διευθετήσει αυτόματα όλες τις οικονομικές και τεχνικές εκκρεμότητες. Αποτελεί όμως την πρώτη ουσιαστική δοκιμασία της νέας προσπάθειας. Όσο το πλοίο θα κατευθύνεται ανατολικά, το βλέμμα θα είναι στραμμένο στο αν η τουρκική αμφισβήτηση θα μείνει στα χαρτιά ή θα οδηγήσει σε κινήσεις παρεμπόδισης.
Σε αυτό θα κριθεί το επόμενο στάδιο: αν η διασύνδεση θα περάσει στην κατασκευή ή αν η Άγκυρα θα επιλέξει να πυροδοτήσει νέα κρίση γύρω από ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό έργο.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.





































// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.