Εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας: Συνεχίζεται σιωπηλά με επίκεντρο τις σπάνιες γαίες και την τεχνολογία τεχνητής νοημοσύνης
Η εμπορική εκεχειρία έως τον ερχόμενο Ιανουάριο αποκλιμάκωσε προσωρινά τους δασμούς, αλλά Ουάσινγκτον και Πεκίνο προετοιμάζονται για νέα σύγκρουση γύρω από κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού

Οι εμπορικές συγκρούσεις που πυροδότησε ο Ντόναλντ Τραμπ έχουν σε μεγάλο βαθμό φύγει από την πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Κατά διαστήματα, όμως, οι ανησυχίες για νέους δασμούς επανέρχονται, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος απειλεί, εκτός ελέγχου, να διακόψει τις εμπορικές συναλλαγές των ΗΠΑ με χώρες απέναντι στις οποίες καταγράφεται έλλειμμα, αν η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Federal Reserve) δεν μειώσει τα επιτόκια.
Η προοπτική μιας άμεσης οικονομικής σύγκρουσης ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες παγκοσμίως έχει υποχωρήσει από το προσκήνιο. Την έχουν επισκιάσει περισσότερο ορατοί φόβοι: ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα τερματίσει την αμερικανική δημοκρατία, ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα οδηγήσει στην καταστροφή όλων μας και άλλες παρόμοιες ανησυχίες.
Η φαινομενική αυτή ηρεμία, ωστόσο, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Χωρίς να βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιότητας, ο κόσμος πλησιάζει έναν οικονομικό πόλεμο με δυνητικά επικές διαστάσεις. Η ιστορική εμπειρία δείχνει πως μια τέτοια σύγκρουση θα μπορούσε κάλλιστα να εξελιχθεί σε κανονικό πόλεμο.
Η εμπορική εκεχειρία ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και το Πεκίνο, που συμφωνήθηκε πέρυσι καθώς η διαμάχη κλιμακωνόταν και παρατάθηκε έως τον ερχόμενο Ιανουάριο, αποκλιμάκωσε προσωρινά την ένταση. Έβαλε τέλος στην κλιμάκωση των εκατέρωθεν δασμών με τη λογική «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» και επέτρεψε να ανοίξει ο δρόμος για μια εμπορική συμφωνία στο μέλλον, χωρίς ακόμη να έχει οριστεί το περιεχόμενό της.
Παρά ταύτα, Κίνα και ΗΠΑ δεν έχουν κάνει τίποτα για να δημιουργήσουν αμοιβαίες διαβεβαιώσεις, ικανές να αποτρέψουν το ξέσπασμα νέων εχθροπραξιών. Και οι δύο, αντί γι’ αυτό, σχεδιάζουν πώς θα υπερισχύσουν στον επόμενο γύρο, ο οποίος μοιάζει αναπόφευκτος. Θεωρούν την αντιπαράθεση ζήτημα εθνικής ασφάλειας και βασική προϋπόθεση για οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή.
Σε αντίθεση με τους εξοπλιστικούς ανταγωνισμούς του παρελθόντος, η σημερινή κούρσα δεν αφορά την κατασκευή όπλων με στόχο να ανατιναχθεί η μία πλευρά από την άλλη. Κίνα και ΗΠΑ επιδιώκουν να θωρακίσουν τις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού που χρειάζονται, αλλά και να βρουν τρόπους να περιορίσουν —ή, σε ακραίες συνθήκες, να «παραλύσουν»— τις εφοδιαστικές αλυσίδες που είναι καθοριστικές για την οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη του αντιπάλου.
Οι δύο παράλληλες στρατηγικές έχουν τις ρίζες τους τουλάχιστον στην πανδημία του Covid-19. Τότε, ο Σι Τζινπίνγκ προέτρεψε τη χώρα να «ενισχύσει την εξάρτηση των διεθνών αλυσίδων παραγωγής από την Κίνα, δημιουργώντας μια ισχυρή δυνατότητα αντίμετρων και αποτροπής απέναντι σε ξένους που θα διέκοπταν τεχνητά τον εφοδιασμό [προς την Κίνα]».
Στην αρχή της θητείας της κυβέρνησης Μπάιντεν, ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Τζέικ Σάλιβαν εξήγησε τι επιδίωκαν οι ΗΠΑ: να περιορίσουν την κινεζική πρόσβαση σε έναν μικρό αριθμό προηγμένων τεχνολογιών με στρατιωτική χρήση, χωρίς να ανατρέψουν παράλληλα την παγκόσμια οικονομική τάξη. Για να περιγράψει την προσέγγιση, μίλησε για μια «μικρή αυλή» απαγορευμένης τεχνολογίας, προστατευμένη από έναν «ψηλό φράχτη» εμπορικών και επενδυτικών ελέγχων.
Σήμερα, η αντιπαράθεση έχει διευρυνθεί πέρα από τις αρχικές αιτιολογήσεις. Την τελευταία πενταετία αυξήθηκαν οι αμερικανικοί περιορισμοί στις εξαγωγές τεχνολογίας, στις επενδύσεις και στις μεταφορές τεχνογνωσίας προς την Κίνα. Τα μέτρα δεν περιορίζουν μόνο τις στρατιωτικές δυνατότητες της χώρας, αλλά επιβραδύνουν συνολικά την τεχνολογική της ανάπτυξη. Η αλόγιστη χρήση δασμών από τον Τραμπ, παράλληλα, επιδεινώνει την κατάσταση.
Ο ανταγωνισμός για τις σπάνιες γαίες
Από την πλευρά της, η Κίνα υιοθετεί όλο και πιο διεκδικητική στάση, αξιοποιώντας τη συντριπτική κυριαρχία της στην προμήθεια κρίσιμων ορυκτών, απαραίτητων για τις βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας τόσο στον πολιτικό όσο και στον στρατιωτικό τομέα. Πέρυσι, η Κίνα αιφνιδίασε την κυβέρνηση Τραμπ περιορίζοντας δραστικά τις εξαγωγές σπάνιων γαιών και των μαγνητών που παράγονται από αυτές. Η κίνηση αποτέλεσε αντίποινα για τους αμερικανικούς δασμούς και τις προσπάθειες να περιοριστεί η κινεζική πρόσβαση σε προηγμένους ημιαγωγούς και στις μηχανές λιθογραφίας που χρειάζονται για την παραγωγή τους.
Ορισμένοι από τους ελέγχους έχουν χαλαρώσει, ωστόσο πολλοί περιορισμοί παραμένουν σε ισχύ. Αν και θεσπίστηκαν κυρίως ως απάντηση στις αμερικανικές ενέργειες, έχουν αξιοποιηθεί και εναντίον άλλων χωρών για διάφορες πολιτικές που δυσαρεστούν το Πεκίνο. Οι συνέπειες ενδέχεται να είναι σημαντικές: ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) υπολογίζει ότι ένας κινεζικός αποκλεισμός της πρόσβασης των ΗΠΑ και της Ευρώπης σε μαγνήτες σπάνιων γαιών θα μπορούσε να επιβαρύνει τις οικονομίες τους με περίπου 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια τον χρόνο.
Ποια πορεία θα ακολουθήσει από εδώ και πέρα η σύγκρουση για τις εφοδιαστικές αλυσίδες; Η κυβέρνηση Τραμπ επενδύει εκατοντάδες εκατομμύρια σε εξορύξεις και μονάδες επεξεργασίας σπάνιων γαιών και άλλων κρίσιμων ορυκτών, με στόχο να περιορίσει το κινεζικό προβάδισμα. Την ίδια ώρα, εντείνει τις ενέργειες για να στερήσει από την Κίνα την πρόσβαση σε προηγμένους ημιαγωγούς και να εμποδίσει την αγορά του αναγκαίου εξοπλισμού για την κατασκευή τους.
Η Κίνα βάζει φραγμούς στις εξαγωγές τσιπ AI και ηλιακής τεχνολογίας
Από την πλευρά της, η Κίνα έχει γνωστοποιήσει σειρά περιορισμών στις εξαγωγές προηγμένης τεχνολογίας, μεταξύ άλλων σε τσιπ τεχνητής νοημοσύνης και τεχνολογία ηλιακής ενέργειας. Έχει ακόμη απειλήσει ότι θα τιμωρήσει χώρες που επιχειρούν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τις κινεζικές ορυκτές πρώτες ύλες.
Θα μπορούσε να υπάρξει περιθώριο για ειρηνική συνεννόηση; Για να συμβεί αυτό, μάλλον χρειάζεται κοινή συμφωνία ως προς το ποιοι κίνδυνοι για την εθνική ασφάλεια είναι θεμιτοί και δικαιολογούν τον αποκλεισμό εφοδιαστικών αλυσίδων. Είναι κρίσιμο να επαναπροσδιοριστεί η έννοια της «αυλής». Οι συνηθισμένες εμπορικές διαφωνίες δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν να προετοιμάζεται πόλεμος.
Στο ορατό μέλλον, η Κίνα αναμένεται να έχει την πρωτοκαθεδρία στις ανανεώσιμες τεχνολογίες, ιδίως στον τομέα της ηλιακής ενέργειας. Ενδέχεται ακόμη να επικρατήσει και στην αγορά ηλεκτρικών οχημάτων. Η εξέλιξη μπορεί να προκαλεί δυσαρέσκεια στις Βρυξέλλες και την Ουάσινγκτον, όμως δεν αποτελεί λόγο για πόλεμο. Από την άλλη, το Πεκίνο πρέπει να καταλάβει ότι η μερκαντιλιστική οικονομική πολιτική του δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον εις βάρος του υπόλοιπου κόσμου. Δεν είναι διατηρήσιμο να αυξάνονται θεαματικά οι εξαγωγές, ενώ οι εισαγωγές παραμένουν στάσιμες.
Τα ιστορικά μαθήματα από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου
Όλα αυτά ίσως μοιάζουν εφικτά, ωστόσο οι πιθανότητες να διατηρηθεί η παγκόσμια οικονομία σε ειρηνική τροχιά φαίνονται ελάχιστες. Αρκεί να αναλογιστούμε τις εδαφικές κατακτήσεις που επιδίωκαν οι δυνάμεις του Άξονα, ενώ η Κοινωνία των Εθνών περιόριζε την πρόσβασή τους σε πρώτες ύλες στα πρώτα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίστοιχα, ο αποκλεισμός από τον Φραγκλίνο Ρούζβελτ των πωλήσεων αμερικανικού παλιοσίδηρου (scrap) και πετρελαίου στην Ιαπωνία πιθανότατα συνέβαλε στην απόφαση του Τόκιο να επιτεθεί στο Περλ Χάρμπορ. Σήμερα, μαγνήτες σπάνιων γαιών υπάρχουν στα αμερικανικά μαχητικά, στα υποβρύχια και στους πυραύλους. Τι θα συνέβαινε αν η Κίνα διέκοπτε την πρόσβαση σε αυτά τα υλικά;
Η συγκυρία μοιάζει παράδοξη. Μέχρι πρόσφατα, το εμπόριο παρουσιαζόταν ως το ισχυρότερο μέσο για την παγίωση της παγκόσμιας ειρήνης, καθώς δημιουργούσε σχέσεις αμοιβαίας εξάρτησης με οφέλη για όλα τα κράτη. Αυτή η αντίληψη έχει πλέον ανατραπεί: η αλληλεξάρτηση θεωρείται πια πηγή ευπάθειας. Στον ανταγωνισμό Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών για τον έλεγχο της τεχνολογίας του μέλλοντος, το εμπόριο έχει γίνει πεδίο αντιπαράθεσης.
Πηγή: The Guardian
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.

















// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.