ΔΙΕΘΝΗ

Ισραήλ: Οι εκλογές που «έλυσαν ελάχιστα» αφήνουν τον Νετανιάχου μακριά από τις 61 έδρες – Το «πικρό χάπι» της ενότητας που αρνείται να «καταπιεί» ο Άιζενκοτ

Με καταμετρημένο το 85,6% των ψηφοδελτίων, απομένουν περίπου 500.000 «διπλοί φάκελοι» προς καταμέτρηση, ενώ η συγκρότηση κυβέρνησης προμηνύει εβδομάδες δύσκολων διαπραγματεύσεων

Αναλυτές και ειδικοί προσπαθούν να ερμηνεύσουν το πολιτικό αδιέξοδο που ακολούθησε τις εκλογές στο Ισραήλ. Όπως επισημαίνουν, οι ισορροπίες παραμένουν ρευστές και η συγκρότηση κυβέρνησης συναντά σοβαρά εμπόδια.

Με καταμετρημένο το 85% των ψήφων, επιβεβαιώνεται πως ούτε ο Μπενιαμίν Νετανιάχου ούτε ο Γκαντί Άιζενκοτ συγκεντρώνουν τις 61 έδρες στην Κνεσέτ που απαιτούνται για πλειοψηφία. Έτσι, η χώρα μπαίνει σε ένα παρατεταμένο πολιτικό θρίλερ, με εβδομάδες δύσκολων διαπραγματεύσεων μπροστά της.

Η συνολική εικόνα των εκλογών στο Ισραήλ

Στο Atlantic Council, ο Ντάνιελ Σαπίρο, διακεκριμένος συνεργάτης της Πρωτοβουλίας Ασφάλειας Μέσης Ανατολής Scowcroft και πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Ισραήλ, εκτίμησε ότι οι εκλογές «έλυσαν ελάχιστα πράγματα».

Παράλληλα, ενώ οι προβλεπόμενες έδρες του συνασπισμού Νετανιάχου μειώθηκαν από 68 σε 53, «μια σαφής πλειοψηφία των Ισραηλινών κατέγραψε την επιθυμία της για μια διαφορετική κυβέρνηση».

Διαφορετική ανάγνωση του αδιεξόδου κάνει η Τζίνα Άμπερκρομπι-Γουινστάνλεϊ, διακεκριμένη συνεργάτιδα της ίδιας πρωτοβουλίας, η οποία υπηρέτησε παλαιότερα ως ειδική βοηθός του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.

Κατά την ίδια, «Ο Μπίμπι δεν έχει απορριφθεί πλήρως». Επισημαίνει πως εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική στήριξη μεταξύ των Ισραηλινών και ότι το Λικούντ παραμένει το μεγαλύτερο κόμμα στην Κνεσέτ.

Η ψήφος, προσθέτει, μεταφέρει διεθνώς το μήνυμα ότι η περιφερειακή πολιτική της σημερινής κυβέρνησης, η οποία έχει προκαλέσει διεθνή κατακραυγή, «δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα του Μπίμπι. Αντιπροσωπεύει το σημερινό Ισραήλ συνολικά».

Ο Σαλόμ Λίπνερ, μη μόνιμος ανώτερος συνεργάτης και πρώην σύμβουλος επτά πρωθυπουργών του Ισραήλ, αναδεικνύει τη μεγάλη συμμετοχή των πολιτών, η οποία προσέγγισε το 80%.

Ειδικότερα, στις κάλπες προσήλθε το 77,7% των ψηφοφόρων, ποσοστό ιδιαίτερα υψηλό σε σύγκριση με το 70,6% που είχε καταγραφεί στις εκλογές του 2022.

Όπως αναφέρει, «Οι Ισραηλινοί επέδειξαν εμφατική εμπιστοσύνη στο δημοκρατικό σύστημα, αν και πολύ περιορισμένη εμπιστοσύνη στους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους».

Πώς κατανέμονται οι έδρες στην Κνεσέτ

Οι επίσημες ανακοινώσεις της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής (CEC) αναφέρουν ότι έχει καταμετρηθεί το 85,6% του συνόλου των ψηφοδελτίων, δηλαδή το 93% των τακτικών καλπών:

  • Μπλοκ Δεξιάς / Νετανιάχου: Το κόμμα «Λικούντ» ηγείται του συνασπισμού του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος εξασφαλίζει 53 έδρες.
  • Μπλοκ Αντιπολίτευσης / Άιζενκοτ: Ο κεντρώος αντιπολιτευόμενος συνασπισμός υπό τον επικεφαλής του «Yashar», Γκαντί Άιζενκοτ, συγκεντρώνει 48 έδρες.
  • Αραβικά Κόμματα: Καταγράφουν ιστορική επίδοση, με συνολικά 19 έδρες.

Τα στοιχεία αυτά δεν έχουν οριστικοποιηθεί, ωστόσο μέσα στις επόμενες ώρες δεν αναμένεται να μεταβληθούν αισθητά οι αριθμοί.

Ισραήλ: Οι εκλογές που «έλυσαν ελάχιστα» αφήνουν τον Νετανιάχου μακριά από τις 61 έδρες – Το «πικρό χάπι» της ενότητας που αρνείται να «καταπιεί» ο Άιζενκοτ
Πηγή: Haaretz

Επιπλέον, απομένει να καταμετρηθούν περίπου 500.000 «διπλοί φάκελοι», στους οποίους περιλαμβάνονται επιστολικές ψήφοι, ψήφοι στρατιωτών και διπλωματών και άλλες κατηγορίες. Η διαδικασία αναμένεται να τελειώσει τις επόμενες ημέρες.

Τα μικρότερα κόμματα που δεν υπερέβησαν το εκλογικό όριο του 3,25% φαίνεται πως μένουν εκτός Βουλής:

  • Οι Έφεδροι (The Reservists): 2,6%
  • Λαός του Ισραήλ (People of Israel): 1,6%
  • Χαρέντι Κοινό (Charedi Public): 0,2%

Τα πολλά κόμματα και οι πολιτικές δυνάμεις στο Ισραήλ

Όπως αναφέρει το Slate, αρχικά δήλωσαν συμμετοχή στις εκλογές 36 κόμματα.

Μεταξύ των κύριων αντιπάλων του Νετανιάχου είναι ο Γκαντί Άιζενκότ, επικεφαλής του «Yashar», κεντρώος και πρώην αρχηγός του γενικού επιτελείου στρατού, που αντιτίθεται στη λύση των δύο κρατών και υποστηρίζει ορισμένους οικισμούς στη Δυτική Όχθη. Στην αντιπολίτευση συγκαταλέγεται και ο πρώην υπουργός Άμυνας Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, επικεφαλής του δεξιού «Yisrael Beitenu», ο οποίος έχει δηλώσει στο παρελθόν πως η λύση των δύο κρατών είναι νεκρή.

Σημαντική θέση στο πολιτικό σκηνικό έχει και ο Ναφτάλι Μπένετ, εθνικιστής πολιτικός και επιχειρηματίας που απορρίπτει την παλαιστινιακή αυτοδιάθεση.

Στην αριστερά δραστηριοποιείται το κόμμα «Δημοκράτες», με επικεφαλής τον Γιαΐρ Γκολάν. Εκείνος τάσσεται πιο ανοιχτά υπέρ του τερματισμού των πολέμων και μιας λύσης δύο κρατών, αν και θεωρεί ότι δεν είναι ρεαλιστική στο άμεσο μέλλον.

Ο Άιζενκότ έχασε επίσης έναν γιο στη Γάζα και έχει αναλάβει στην πράξη την ηγεσία του αντιπολιτευόμενου συνασπισμού, με στόχο να απομακρυνθεί ο Νετανιάχου από την εξουσία.

Στο ίδιο κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό βρίσκονται ακόμη ακροδεξιά στελέχη, ορθόδοξα κόμματα και αραβικά κόμματα, χωρίς κανένα από αυτά να μπορεί να εξασφαλίσει αυτοδυναμία.

Λίγο μετά τις 10 το βράδυ της εκλογικής αναμέτρησης, τα πρώτα exit polls εμφάνιζαν τον συνασπισμό Άιζενκοτ να προηγείται με μικρή διαφορά, αλλά χωρίς να διαθέτει καθαρή πλειοψηφία. Ως το πρωί, ωστόσο, η εικόνα των αποτελεσμάτων είχε μετατοπιστεί υπέρ του Νετανιάχου.

Με ιστορικά υψηλή επίδοση και πορεία προς τις 19 έδρες, τα αραβικά κόμματα «Ραάμ» και «Κοινή Λίστα» κατέγραψαν ρεκόρ ψήφων. Η εξέλιξη αυτή αποκλείει τη δυνατότητα κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας τόσο για το στρατόπεδο του Νετανιάχου όσο και για τα εβραϊκά κόμματα της αντιπολίτευσης. Τα δύο κόμματα συμμετέχουν σταθερά στις εκλογές και εκπροσωπούνται στην Κνεσέτ.

Κατά την προεκλογική περίοδο, το κόμμα του Νετανιάχου επέμενε ότι κάθε συνεργασία με αραβικά κόμματα είναι παράνομη.

Καταγγελίες του Λικούντ και η υπόθεση των «διπλών φακέλων»

Το Λικούντ του Μπενιαμίν Νετανιάχου υπέβαλε επίσημα αίτημα στην Αστυνομία και τη Σιν Μπετ για την έναρξη επείγουσας έρευνας. Το κόμμα ισχυρίστηκε ότι τα αραβικά κόμματα «έκλεψαν» τις εκλογές μέσω εκτεταμένης νοθείας και εκφοβισμού ψηφοφόρων.

Με επίσημη τοποθέτησή της, η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή (CEC) γνωστοποίησε πως παρέλαβε την καταγγελία του Λικούντ για παραβίαση της εκλογικής ακεραιότητας. Διευκρίνισε παράλληλα ότι οι ισχυρισμοί θα αξιολογηθούν στο πλαίσιο του συνήθους ελέγχου που ακολουθεί τις εκλογές.

Παράλληλα, η CEC ενημέρωσε ότι απομένει να καταμετρηθούν από 430.000 έως 480.000 επιστολικές ή ειδικές ψήφοι. Επισήμανε πως πρόκειται για προκαταρκτική εκτίμηση, η οποία μπορεί να αλλάξει.

Οι ψήφοι αυτές είναι γνωστές ως «διπλοί φάκελοι»: τα στοιχεία του εκλογέα αναγράφονται στον εξωτερικό φάκελο, ώστε να επιβεβαιωθεί η ταυτότητά του, ενώ ο εσωτερικός παραμένει ανώνυμος, όπως συμβαίνει με τα κοινά ψηφοδέλτια.

Στις προηγούμενες εκλογές οι ειδικές ψήφοι ήταν περίπου 460.000, αριθμός που αντιστοιχεί σε σχεδόν 13 έδρες. Αξιωματούχοι εκτιμούν πως αυτή τη φορά θα είναι περισσότερες, καθώς αναμένεται να ψηφίσουν και έφεδροι των IDF που βρίσκονται στα μέτωπα.

Οι πιθανές λύσεις για τις 61 έδρες και τα εμπόδια

Ο Ντάνιελ Σαπίρο θεωρεί πως ο Νετανιάχου έχει ως καλύτερη επιλογή «να στρατολογήσει έναν ή περισσότερους από τα μέλη του μπλοκ της αντιπολίτευσης» στη νέα κυβέρνηση. Ανάμεσα στα πρόσωπα που αναφέρει είναι ο Αβιγκντόρ Λίμπερμαν και ο Ναφτάλι Μπένετ.

Από την πλευρά του, ο Σαλόμ Λίπνερ επισημαίνει ότι τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης «έχουν αρνηθεί κατηγορηματικά να καθίσουν μαζί του» στο ίδιο τραπέζι.

Για τον Άιζενκοτ, η προσπάθεια είναι ακόμη δυσκολότερη.

Ο Άιζενκοτ θα μπορούσε να εξασφαλίσει κυβέρνηση με στήριξη ή αποχή των αραβικών κομμάτων, όπως εξηγεί ο Λίπνερ, «αλλά πολλά βασικά μέλη του μπλοκ της αντιπολίτευσης αντιτίθενται σε οποιαδήποτε τέτοια μορφή συνεργασίας».

Ο Σαπίρο αναφέρει ότι στο στρατόπεδο του Άιζενκοτ «υπάρχει απροθυμία να συνεργαστούν με κόμματα που δεν ορίζουν τη Χαμάς ως τρομοκρατική οργάνωση».

Η Τζίνα Άμπερκρομπι-Γουίνστανλεϊ σημειώνει, ωστόσο, ότι κατά τις διαπραγματεύσεις για τη συγκρότηση συνασπισμού οι κόκκινες γραμμές ενδέχεται να αλλάξουν.

«Τέτοιες δεσμεύσεις έχουν παραβιαστεί στο παρελθόν», όπως συνέβη το 2021, όταν ο Μπένετ συνεργάστηκε με τον Γιαΐρ Λαπίντ για τον σχηματισμό κυβέρνησης, παρότι οι πρώην αντίπαλοι είχαν κοινές θέσεις για τη Χαμάς.

Με αφορμή την πρώτη εκλογική αναμέτρηση από την 7η Οκτωβρίου, η ίδια θέτει το ερώτημα: «Θα ισχύσει αυτό για τα αραβικά κόμματα, τα οποία πολλοί αντιμετώπισαν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, παρά τη συμμετοχή-ρεκόρ και την κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση;»

Οι παράγοντες που μπορούν να ανατρέψουν τις ισορροπίες

Την πρώτη απόφαση θα λάβει ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ: θα κρίνει αν θα αναθέσει αρχικά στον Νετανιάχου την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, καθώς ηγείται του μεγαλύτερου κόμματος, ή στον Άιζενκοτ, ο οποίος ενδέχεται να συγκεντρώσει περισσότερες συστάσεις από βουλευτές της Κνεσέτ.

Ο Ντάνιελ Σαπίρο εκτιμά πως ο Χέρτζογκ πιθανότατα θα επιδιώξει τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας, καλώντας τα μεγαλύτερα αντίπαλα μπλοκ να συμμετάσχουν σε κοινό συνασπισμό.

Ένα τέτοιο σενάριο μπορεί να διατηρήσει τον Νετανιάχου στην εξουσία για ένα διάστημα ή ακόμη και να οδηγήσει σε χάρη για τη δίκη διαφθοράς του. Πρόκειται για «πικρά χάπια» που ο Άιζενκοτ και οι σύμμαχοί του θα δυσκολευτούν πολύ να «καταπιούν».

Ο Σαλόμ προσθέτει, πάντως, ότι τέτοιες προτάσεις «δεν βρίσκουν καμία ανταπόκριση από τους πιθανούς συμμετέχοντες».

Αν οι διαβουλεύσεις παραταθούν, είναι πιθανό να διεξαχθούν νέες εκλογές.

Όπως σημειώνει ο Σαπίρο, ο Νετανιάχου «μπορεί να προτιμήσει να ηγηθεί της τρέχουσας κυβέρνησής του σε υπηρεσιακό ρόλο, να αρνηθεί οποιουσδήποτε συμβιβασμούς είναι απαραίτητοι για να φέρει επιπλέον εταίρους, να ξαναρχίσει τον πόλεμο στο Ιράν κατά την περίοδο σχηματισμού της κυβέρνησης και να δοκιμάσει την τύχη του σε νέες εκλογές σε περίπου έξι μήνες».

Παρά τις δημόσιες τοποθετήσεις του Αμερικανού προέδρου, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει αποφασίσει ακόμη αν θα παρέμβει στις προσπάθειες σχηματισμού νέας κυβέρνησης στο Ισραήλ, δήλωσε Αμερικανός αξιωματούχος στους Times of Israel.

Ο αξιωματούχος απέρριψε ως «ψευδή και πρόωρα» τα δημοσιεύματα σχετικά με συγκεκριμένες κυβερνητικές συμμαχίες που φέρεται να προτιμά η Ουάσινγκτον. Όπως ανέφερε, η καταμέτρηση των ψήφων βρίσκεται σε εξέλιξη και είναι νωρίς για οριστικά συμπεράσματα.

Την Τετάρτη, σε σύντομη συνέντευξη στο Axios, ο Τραμπ ρωτήθηκε αν σκοπεύει να συμμετάσχει προσωπικά στη διαμόρφωση κυβέρνησης εθνικής ενότητας με επικεφαλής τον Νετανιάχου. Η απάντησή του ήταν ότι δεν το έχει σκεφτεί ακόμα, ενώ πρόσθεσε: «Θα το εξετάσω».

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο ΔΕΔΟΜΕΝΟ.

ΣΧΟΛΙΑ

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *.

Ισραήλ: Οι εκλογές που «έλυσαν ελάχιστα» αφήνουν τον Νετανιάχου μακριά από τις 61 έδρες – Το «πικρό χάπι» της ενότητας που αρνείται να «καταπιεί» ο Άιζενκοτ