Τομ Μπάρακ: Πώς ο άνθρωπος του Τραμπ «νομιμοποιεί» τον Ερντογάν και προωθεί την Τουρκία – Οι κινήσεις του στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή

Η πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο χαράσσεται σε αυξανόμενο βαθμό από ανθρώπους έξω από την παραδοσιακή διπλωματική υπηρεσία, οι οποίοι ανήκουν στον στενό προσωπικό και επιχειρηματικό κύκλο του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ. Κεντρική θέση ανάμεσά τους έχει ο Τομ Μπάρακ, πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, που έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο επιδραστικούς παράγοντες της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή.
Η εγγύτητά του με τον Αμερικανό Πρόεδρο και η στήριξη που παρέχει στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μαζί με τις δημόσιες θέσεις του υπέρ ισχυρών και συγκεντρωτικών καθεστώτων, έχουν προκαλέσει ερωτήματα. Το ίδιο ισχύει και για τις αποκαλύψεις σχετικά με την προώθηση εταιρείας με την οποία έχει επιχειρηματικές σχέσεις.
Η διπλωματία που βασίζεται στις προσωπικές σχέσεις
Η άνοδος του Μπάρακ συνδέεται με μια ουσιαστική αλλαγή στην προσέγγιση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στην αμερικανική διπλωματία.
Όπως γράφει η Washington Examiner, ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει περιορίσει σημαντικά τη συμμετοχή των επαγγελματιών διπλωματών, επιλέγοντας πολιτικούς, προσωπικούς φίλους και επιχειρηματικούς συμμάχους για κρίσιμες διπλωματικές αποστολές.
Παράλληλα, ανάλυση του The Conversation επισημαίνει ότι οι πολιτικοί διορισμοί σε πρεσβευτικές θέσεις φτάνουν σε ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό. Συχνά πρόκειται για άτομα που έχουν χρηματοδοτήσει πολιτικές εκστρατείες, χωρίς να έχουν διπλωματική εμπειρία, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται η θεσμική λειτουργία της αμερικανικής διπλωματικής υπηρεσίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιρροή που έχει αποκτήσει ο Μπάρακ ξεπερνά κατά πολύ όσα συνήθως περιλαμβάνει ο ρόλος ενός πρέσβη.

Εκπροσωπώντας την Ουάσιγκτον στην Άγκυρα και υπηρετώντας ως ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, ενώ παρεμβαίνει και σε ζητήματα του Ιράκ και του Λιβάνου, έχει βρεθεί στο επίκεντρο σημαντικών γεωπολιτικών εξελίξεων στην περιοχή.
Ακόμη και όσοι τον επικρίνουν αναγνωρίζουν ότι έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη στροφή της αμερικανικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς επιλογές που ευνοούν την Τουρκία.
Ο ίδιος έχει επίσης υποστηρίξει την επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35, αλλά και την κατάργηση των αμερικανικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν μετά την αγορά των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400.
Η στάση του απέναντι στις τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία έχει προκαλέσει επικρίσεις, όπως και η αντιμετώπιση των αμφισβητήσεων της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο από την Άγκυρα.
Κατά τους επικριτές του, ο Μπάρακ υποβαθμίζει τέτοιες ενέργειες, ώστε η Τουρκία να παραμένει στο επίκεντρο της περιφερειακής στρατηγικής των ΗΠΑ.
Η «νομιμοποίηση» που επιδιώκει ο Ερντογάν
Η συγκεκριμένη προσέγγιση φάνηκε ξεκάθαρα τον Σεπτέμβριο του 2025, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ φιλοξένησε στον Λευκό Οίκο τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ανοίγοντας τον δρόμο για μια νέα φάση στις σχέσεις ΗΠΑ και Τουρκίας.
Στο ετήσιο συνέδριο της Concordia, ο Μπάρακ εξήγησε με χαρακτηριστικό τρόπο πώς προσεγγίζει ο Αμερικανός Πρόεδρος την Τουρκία.
Σύμφωνα με τον Μπάρακ, ο Τραμπ είχε εισηγηθεί ένα τολμηρό βήμα: να προσφέρει στον Ερντογάν αυτό που είχε πραγματικά ανάγκη. Δεν επρόκειτο, όπως είπε, ούτε για περισσότερα όπλα ούτε για εμπορικές συμφωνίες, αλλά για «νομιμοποίηση».
Ο Αμερικανός πρέσβης υποστήριξε πως, παρά τη σημασία της Τουρκίας ως συμμάχου στο ΝΑΤΟ και αγοραστή αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών, η Δύση και ιδίως η Ευρώπη την έχουν αφήσει στο περιθώριο, διατηρώντας κλειστή για την Άγκυρα την πόρτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
«Δεν πρόκειται για τους S-400, ούτε για τα F-16. Πρόκειται για τη νομιμοποίηση», ήταν η χαρακτηριστική δήλωσή του.
Δεν έμεινε, ωστόσο, σε μια γενική διατύπωση στήριξης προς τον Τούρκο Πρόεδρο. Ο Μπάρακ πρόσθεσε ότι «θα δείτε μεγάλες αλλαγές» και πως «ο Τραμπ και ο Ερντογάν μπορούν να πετύχουν πολλά μαζί».
Οι δηλώσεις αυτές, διαδοχικά, έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο Μπάρακ δεν μιλούσε μόνο για την εσωτερική πολιτική θέση του Ερντογάν στην Τουρκία, αλλά σκιαγραφούσε ένα ευρύτερο σχέδιο για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, όπου η ενίσχυση του διεθνούς κύρους του Τούρκου Προέδρου παρουσιάζεται ως μέσο άσκησης της αμερικανικής στρατηγικής.
Επομένως, η επιδίωξη της Ουάσιγκτον δεν εξαντλείται στη βελτίωση των σχέσεων με την Άγκυρα. Η γραμμή που εξέφρασε ο Μπάρακ δείχνει πρόθεση ενίσχυσης του περιφερειακού ρόλου του Ερντογάν, ακόμη και σε θέματα όπου οι επιλογές της Τουρκίας έρχονται σε σύγκρουση με τις θέσεις άλλων συμμάχων των ΗΠΑ.
Οι «ισχυροί ηγέτες» και η υποβάθμιση της δημοκρατίας
Ακόμη πιο αποκαλυπτικές για τις αντιλήψεις του Μπάρακ ήταν οι δηλώσεις που έκανε σε διπλωματική σύνοδο στην Αττάλεια, τον Απρίλιο του 2026.
Ο Αμερικανός αξιωματούχος είπε ότι η διακυβέρνηση της Μέσης Ανατολής είναι πιο αποτελεσματική όταν ασκείται από «ισχυρούς ηγέτες» και «πεφωτισμένους μονάρχες», θέτοντας ουσιαστικά υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο μπορούν να πετύχουν τα δημοκρατικά εγχειρήματα στην περιοχή.
Κατά τον ίδιο, «το μόνο που έχει λειτουργήσει» στην περιοχή είναι τα ισχυρά καθεστώτα εξουσίας, είτε έχουν τη μορφή μοναρχιών είτε θυμίζουν «μοναρχικών δημοκρατιών».
Μιλώντας στη συνέχεια για την Αραβική Άνοιξη, το κύμα εξεγέρσεων που είχε γεννήσει ελπίδες πολιτικής αλλαγής σε πολλές αραβικές χώρες, υποστήριξε: «Όλα τα υπόλοιπα, αυτή η Αραβική Άνοιξη, απλώς ξεθώριασαν και εξαφανίστηκαν. Χώρες που φόρεσαν τον μανδύα της δημοκρατίας ή τις οποίες πιέσαμε για ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απέτυχαν».

Οι τοποθετήσεις του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, και στην Τουρκία. Επικριτές της κυβέρνησης τις εξέλαβαν ως έμμεση επιδοκιμασία των αυταρχικών μεθόδων του Ερντογάν.
Ο Ναμίκ Ταν, μέλος του αντιπολιτευόμενου Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) και πρώην πρέσβης της Τουρκίας στην Ουάσιγκτον, είπε στο Al-Monitor ότι υπό κανονικές συνθήκες ανάλογες παρεμβάσεις ξένου πρέσβη θα προκαλούσαν άμεση διπλωματική αντίδραση.
Εξηγώντας την αντίδραση της Άγκυρας, ο ίδιος στάθηκε στην ιδιαίτερη σχέση του Μπάρακ με τον Αμερικανό Πρόεδρο. «Αυτό συμβαίνει επειδή ο Μπάρακ εξασφαλίζει άμεση πρόσβαση στον Τραμπ και, σε κάθε περίπτωση, φοβούνται υπερβολικά τον Τραμπ για να επικρίνουν τον ίδιο ή τους στενούς συνεργάτες του», ανέφερε.
Την εκτίμηση ότι οι δεσμοί του Μπάρακ με τον Τραμπ επηρεάζουν τον τρόπο αντιμετώπισής του από την τουρκική κυβέρνηση εξέφρασε και η Γκιονούλ Τολ, επικεφαλής του προγράμματος Τουρκίας στο Middle East Institute.
«Αν ο Μπάρακ δεν ήταν άνθρωπος του Τραμπ, η τουρκική κυβέρνηση θα αντιδρούσε με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αλλά φοβούνται», παρατήρησε.
Η Τολ ενέταξε επίσης τη συμπεριφορά του Αμερικανού πρέσβη σε μια ευρύτερη αλλαγή της διεθνούς πολιτικής: «Η επιπόλαιη στάση του αντανακλά μια ευρύτερη παγκόσμια τάση απευαισθητοποίησης, υπό την ηγεσία του Τραμπ, με την περιθωριοποίηση του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», υποστήριξε.
Για πολλούς επικριτές του Ερντογάν στην Τουρκία, τα λόγια του Μπάρακ υπερέβαιναν τα όρια μιας αμφιλεγόμενης γεωπολιτικής ανάλυσης. Τα αντιλήφθηκαν ως δημόσια υποστήριξη στον τρόπο με τον οποίο κυβερνά ο Τούρκος Πρόεδρος, αλλά και ως απαξίωση των δημοκρατικών διεκδικήσεων της τουρκικής κοινωνίας.
Η Τουρκία ως αντίβαρο στο Ισραήλ
Παράλληλα, οι επικριτές του Μπάρακ θεωρούν πως η στρατηγική που φαίνεται να προωθεί για τη Μέση Ανατολή κρύβει έναν ακόμη σοβαρότερο κίνδυνο.
Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη κριτική, ο Αμερικανός πρέσβης εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να μειώσει τη στρατιωτική και πολιτική της παρουσία στην περιοχή, αναθέτοντας στην Τουρκία μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την περιφερειακή ασφάλεια.
Η προσέγγιση βασίζεται στην ιδέα ότι μια ισορροπία δυνάμεων Τουρκίας και Ισραήλ θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις σταθερότητας που θα επέτρεπαν στις ΗΠΑ να αποχωρήσουν σταδιακά από τη Μέση Ανατολή.
Οι επικριτές, ωστόσο, τονίζουν πως η Άγκυρα διατηρεί σχέσεις με αμφιλεγόμενες ισλαμιστικές οργανώσεις και ένοπλες ομάδες στη Συρία, τη Λιβύη και τη Γάζα. Αυτό, όπως υποστηρίζουν, δημιουργεί πρόβλημα στην αντιμετώπισή της ως αξιόπιστου εγγυητή της περιφερειακής σταθερότητας.
Σε ανάλυσή της, η Washington Examiner συγκρίνει τη γραμμή του Μπάρακ με εκείνη που ακολούθησε ο πρώην Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα απέναντι στο Ιράν.
Όπως αναφέρει, η πυρηνική συμφωνία του 2015 —το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA)— βασίστηκε εν μέρει στην προσδοκία ότι η επανένταξη της Τεχεράνης στο διεθνές οικονομικό και διπλωματικό σύστημα θα μπορούσε να συμβάλει σε νέα περιφερειακή ισορροπία.
Κατά τους επικριτές της συμφωνίας, η χαλάρωση των κυρώσεων έδωσε στο Ιράν τη δυνατότητα να διοχετεύσει περισσότερα χρήματα στους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC), να στηρίξει οικονομικά συμμαχικές ένοπλες οργανώσεις (proxies) και να εξελίξει τα προγράμματα πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Η Washington Examiner εκτιμά πως ο Μπάρακ κινδυνεύει να επαναλάβει ένα αντίστοιχο στρατηγικό σφάλμα, καθώς η Ουάσιγκτον επιχειρεί αυτή τη φορά να εντάξει την Τουρκία, ως περιφερειακή δύναμη, σε ένα νέο σύστημα ισορροπιών.
Ο Ερντογάν, κατά την εφημερίδα, δεν περιορίζεται στον ρόλο ενός πραγματιστή ηγέτη που θέλει να αυξήσει την επιρροή της χώρας του. Έχει ένα ιδεολογικό και γεωπολιτικό όραμα, το οποίο προβλέπει την ενίσχυση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, την ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας και την επέκταση της επιρροής της Άγκυρας σε περιοχές όπου τα συμφέροντά της έρχονται σε σύγκρουση με εκείνα του Ισραήλ.
Η σύγκριση με το Ιράν φανερώνει την κύρια ανησυχία όσων επικρίνουν τον Μπάρακ: η επιδίωξη να διαμορφωθεί νέα ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο ενδέχεται να μην ανακόψει τις περιφερειακές συγκρούσεις και εντάσεις, αλλά αντίθετα να ανοίξει τον δρόμο για νέες.
Η ένταση Ισραήλ–Τουρκίας και η συριακή κρίση
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο τον Αύγουστο του 2026.
Στις 18 Αυγούστου, ισραηλινό αεροπορικό πλήγμα στη βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ, σε απόσταση περίπου 70 χιλιομέτρων από τα σύνορα της Τουρκίας, αποτέλεσε νέα κλιμάκωση του ανταγωνισμού των δύο χωρών στη Συρία.
Το Ισραήλ υποστήριξε ότι η Δαμασκός σχεδίαζε να αλλάξει το ισχύον καθεστώς ασφαλείας, δίνοντας στην Τουρκία τη δυνατότητα να εγκαταστήσει στη βάση ραντάρ και συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, υπό τον χειρισμό Τούρκων στρατιωτικών.
Ο Μπάρακ απέρριψε την ισραηλινή περιγραφή των γεγονότων, χαρακτηρίζοντας την επίθεση «αδικαιολόγητη κλιμάκωση».
Όπως προειδοποίησε, η Ουάσιγκτον και η Άγκυρα δεν είχαν λάβει προηγουμένως ενημέρωση για το πλήγμα, ενώ θα ήταν εύλογο οι τουρκικές δυνάμεις να είχαν προετοιμαστεί για στρατιωτική απάντηση.
Το Al Jazeera αναφέρει πως η παρέμβαση προκάλεσε οξύτατη αντίδραση από τον υπουργό Άμυνας του Ισραήλ, Ισραέλ Κατζ. Ο Κατζ κατηγόρησε τον Αμερικανό διπλωμάτη ότι εκφράζει απόψεις που δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα και αντιβαίνουν ακόμη και στην πολιτική του ίδιου του Τραμπ.
Ειδική αναφορά από τον Κατζ έγινε στα Υψίπεδα του Γκολάν. Ο Μπάρακ έχει δηλώσει δημόσια πως η περιοχή είναι κατεχόμενο έδαφος, παρότι η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ αναγνώρισε το 2019 την προσάρτησή της από το Ισραήλ.
Η αντιπαράθεση έφερε στο φως τις ασυμφωνίες που ενδέχεται να προκύψουν όταν ένας Αμερικανός απεσταλμένος προωθεί περιφερειακή προσέγγιση η οποία δεν συμπίπτει πάντοτε με τις θέσεις ενός από τους στενότερους συμμάχους των ΗΠΑ.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 2026, λίγες εβδομάδες μετά, ο Ερντογάν φιλοξένησε στην Άγκυρα τον Μπάρακ και τον Αμερικανό βουλευτή Ντάρελ Άισα. Ο Μπάρακ δήλωσε μετά τη συνάντηση ότι ένιωσε «τιμή» που είδε τον Τούρκο Πρόεδρο στο προεδρικό συγκρότημα, ενώ επαίνεσε τις διμερείς σχέσεις.
«Η συμμαχία Τουρκίας και ΗΠΑ δεν ήταν ποτέ ισχυρότερη», δήλωσε, κάνοντας λόγο για τις σχέσεις των δύο χωρών ως συμμάχων στο ΝΑΤΟ, οικονομικών εταίρων και φίλων επί μακρόν.
Honored to meet with President Erdogan today at Beştepe. As we mark America’s 250th anniversary this year and look ahead to a century of diplomatic relations between Turkey and the United States: this alliance has never been stronger.
Turkey and the U.S. share deep bonds — as NATO Allies, economic partners, and friends who have stood together through decades of shared history. Today’s discussion reaffirmed our shared commitment to regional security, economic cooperation, and the enduring partnership between our two nations. 🇺🇸🇹🇷
— Ambassador Tom Barrack (@USAMBTurkiye) September 9, 2026
Ο ίδιος ανέφερε ότι οι συνομιλίες επιβεβαίωσαν τη δέσμευση των δύο πλευρών υπέρ της περιφερειακής ασφάλειας, της οικονομικής συνεργασίας και της συνέχισης της στρατηγικής εταιρικής σχέσης τους.
Το σχέδιο αγωγού των 15 δισ. δολαρίων
Παράλληλα, ο Μπάρακ καλείται να απαντήσει και σε ερωτήματα έξω από το πλαίσιο της αποστολής του. Αυτά αφορούν τις επιχειρηματικές του σχέσεις και το κατά πόσο μπορεί να συγκρούονται με τα διπλωματικά του καθήκοντα.
Όπως έγραψε το Reuters, ο Αμερικανός αξιωματούχος στήριξε την εμπλοκή εταιρείας υπό τη διοίκηση μακροχρόνιου επιχειρηματικού συνεργάτη του σε ένα έργο με ιδιαίτερη γεωπολιτική και οικονομική βαρύτητα: την επανεκκίνηση του πετρελαιαγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς, που ενώνει το Ιράκ με τις μεσογειακές ακτές της Συρίας.
Με κόστος που υπολογίζεται σε 15 δισεκατομμύρια δολάρια, το έργο απέκτησε αναβαθμισμένη στρατηγική βαρύτητα μετά τους περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν. Μέσω του αγωγού θα μπορούσε να δημιουργηθεί εναλλακτική οδός για την εξαγωγή ιρακινού πετρελαίου, μειώνοντας την εξάρτηση από ένα από τα σημαντικότερα και πιο ευάλωτα ενεργειακά περάσματα παγκοσμίως.
Τον Ιούλιο, Ιράκ και Συρία υπέγραψαν μνημόνια συνεργασίας με κοινοπραξία στην οποία μετείχαν η αμερικανική επενδυτική εταιρεία TI Capital, η Chevron και η καταριανή εταιρεία UCC Holding. Στόχος ήταν η διεξαγωγή τεχνικών και χρηματοοικονομικών μελετών για την αποκατάσταση του αγωγού.
Σημειώνεται ότι επικεφαλής της TI Capital είναι ο Ζιάντ Γκαντούρ, με τον οποίο ο Μπάρακ συνδέεται μέσω μακρόχρονης επιχειρηματικής σχέσης.
Τρεις πηγές τις οποίες επικαλέστηκε το Reuters συνέδεσαν τον Μπάρακ με την προώθηση της συμμετοχής της εταιρείας στο έργο. Δύο από τις πηγές, που γνώριζαν άμεσα τις συνομιλίες, είπαν ότι ο Αμερικανός αξιωματούχος άσκησε πιέσεις σε εκπροσώπους του Ιράκ και της Συρίας ώστε να ενταχθεί η TI Capital στο εγχείρημα.
Στις 16 Ιουνίου, έναν μήνα πριν υπογραφεί η συμφωνία της κοινοπραξίας, ο Μπάρακ και ο Ιρακινός πρωθυπουργός Άλι αλ-Ζαΐντι δημοσίευσαν κοινή ανακοίνωση. Σε αυτή χαιρετούσαν την απόφαση του Ιράκ να προχωρήσει σε μνημόνιο συνεργασίας με την TI Capital για την αποκατάσταση του αγωγού.
Προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η ανακοίνωση δεν έκανε καμία αναφορά στη Chevron ή στην UCC Holding ως συμμετέχουσες στο έργο.
Joint Statement
Prime Minister Ali Al-Zaidi and Special Presidential Envoy Tom BarrackPrime Minister Al-Zaidi and Special Presidential Envoy Barrack reiterated the shared commitment of the United States Government, under President Trump’s leadership, and the Government of Iraq, under Prime Minister Al-Zaidi, to a strong and mutually beneficial U.S.-Iraq partnership, able to fulfill Iraqi aspirations for a sovereign, secure, and prosperous future and to deliver tangible benefits for Americans and Iraqis alike. Special Presidential Envoy Barrack conveyed President Trump looks forward to welcoming Prime Minister Al-Zaidi to the White House mid-July to discuss the future of this important relationship.
The leaders discussed the shared aspirational vision for the Iraqi government to build a brighter future free from terrorism, to implement Iraqi plans for ensuring the complete disarmament and disbandment of all armed groups and formations operating outside the authority and control of the Iraqi state, to ensure the confinement of their weapons within the authority of the Iraqi state, and to assert full sovereignty in order to keep Iraq away from conflict and ensure that Iraqi territory cannot be used by any side to threaten regional peace. Prime Minister Al-Zaidi and Special Presidential Envoy Barrack underscored the urgency in full completion of these efforts.
The Prime Minister reaffirmed Iraq’s commitment to deepening trade and investment relations between the two countries, and Special Presidential Envoy Barrack welcomed this shared approach. They commended the Iraqi decision to finalize the operating license for Starlink to offer world-class internet services for Iraqi consumers; to launch negotiations with Chevron to develop the West Qurna-2 and Nasiriyah oil fields for the benefit of both sides; to enable U.S. companies HKN, Western Zagros, and Hunt to resume operations with full security guarantees; and to advance a memorandum of understanding with TI Capital to rehabilitate the Kirkuk-Baniyas Pipeline as a vital oil export route. The Prime Minister and Special Presidential Envoy also reaffirmed the shared commitment to increase U.S.-Iraq commercial cooperation to support Iraq’s electricity needs, including through Excelerate Energy’s project to develop an integrated LNG import terminal at Khor Zubair.
The two sides also emphasized the importance of supporting a strong, sovereign, and united federal democratic Iraq, grounded in robust constitutional institutions, and ensuring full equality for all citizens, in a manner that strengthens Iraq’s unity, stability, and prosperity.
— المكتب الإعلامي لرئيس الوزراء 🇮🇶 (@IraqiPMO) June 16, 2026
Το βράδυ της Δευτέρας, 12 Οκτωβρίου, ο Αλί αλ-Ζαΐντι καλωσόρισε στο Ιράκ τον Τομ Μπάρακ, σχεδόν δύο εβδομάδες μετά την αποχώρηση από τη χώρα των δυνάμεων της διεθνούς συμμαχίας υπό αμερικανική ηγεσία.
Πηγές από το Ιράκ δήλωσαν στην Asharq al-Awsat ότι στη Βαγδάτη ενδέχεται να συζητήθηκε, μεταξύ άλλων, το θέμα των όπλων που βρίσκονται στην κατοχή ένοπλων ομάδων. Ο Μπάρακ μίλησε από την πλευρά του για τον «δύσκολο δρόμο» μέχρι να επιτευχθεί σταθερότητα στην περιοχή.
Productive meeting with PM @AliFalihAlzaidy. Stability is not inherited; it is built by leaders who choose the hard road. Iraq’s security and prosperity are the region’s. Grateful for his leadership and partnership. https://t.co/jji2RcLZnu
— Ambassador Tom Barrack (@USAMBTurkiye) October 12, 2026
Οι οικονομικοί δεσμοί που παρέμειναν ενεργοί
Η συνεργασία του Μπάρακ με την TI Capital δεν αποτελεί απλώς παρελθοντική επαγγελματική σχέση. Τον Μάρτιο του 2025, πριν αναλάβει διπλωματικά καθήκοντα, ενημέρωσε την αρμόδια αμερικανική υπηρεσία κυβερνητικής δεοντολογίας ότι εξακολουθούσε να διατηρεί συμμετοχή στην ACD-TI Oakley Investment LLC, εταιρεία που αναπτύσσει μεγάλο οικιστικό συγκρότημα κοντά στο Σαν Φρανσίσκο, σύμφωνα με έγγραφα που εξέτασε το Reuters.
Τη διαχείριση της εταιρείας έχει αναλάβει η TI Capital, της οποίας επικεφαλής είναι ο Γκαντούρ.
Δεν αναφερόταν στη δήλωση του Μπάρακ το ακριβές ποσοστό ιδιοκτησίας του. Γινόταν, ωστόσο, γνωστό ότι είχε δικαίωμα στο 20% των κερδών της εταιρείας, εφόσον ξεπερνούσαν ένα όριο που είχε οριστεί εκ των προτέρων.
Το δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη αφορούσε υπηρεσίες που είχε παράσχει στην εταιρεία. Παράλληλα, ο Μπάρακ είχε δηλώσει πως το 2024 είχε αμειβόμενη συμβουλευτική συνεργασία με την επιχείρηση, χωρίς να διευκρινίσει αν είχε λάβει χρήματα ή ποιο ήταν το ποσό.

Σε άλλο συμφωνητικό, που υπογράφηκε στις 7 Μαρτίου 2025, ανέφερε ρητά ότι σχεδίαζε να κρατήσει το συγκεκριμένο οικονομικό μερίδιο και μετά την ανάληψη των καθηκόντων του.
Η συνεργασία των δύο ανδρών ανάγεται τουλάχιστον στο 2020, όταν ίδρυσαν εταιρεία εξαγορών ειδικού σκοπού (SPAC) με κεφάλαιο 250 εκατομμυρίων δολαρίων.
Η SPAC έπαψε να λειτουργεί ύστερα από τη σύλληψη του Μπάρακ το 2021. Τότε του απαγγέλθηκαν κατηγορίες ότι δρούσε ως μη εγγεγραμμένος πράκτορας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, από τις οποίες αθωώθηκε το 2022.
Τα ερωτήματα γύρω από τη σύγκρουση συμφερόντων
Το Reuters αναφέρει ότι η έρευνά του δεν βρήκε αποδείξεις πως ο Μπάρακ θα είχε προσωπικό οικονομικό όφελος από τον αγωγό ή από άλλα ενεργειακά έργα.
Σύμφωνα με δύο ειδικούς σε θέματα δεοντολογίας, η σχέση του Μπάρακ με τον Γκαντούρ δεν θα αποτελούσε από μόνη της ποινική σύγκρουση συμφερόντων, εφόσον δεν υπήρχε άμεσο οικονομικό όφελος από το έργο.
Άλλοι ειδικοί, ωστόσο, τόνισαν πως το ζήτημα δεν περιορίζεται στο αν στοιχειοθετείται ποινική ευθύνη.
Τη φερόμενη προώθηση της εταιρείας χαρακτήρισε «σοβαρό πρόβλημα» ο Ρίτσαρντ Πέιντερ, πρώην επικεφαλής νομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου για ζητήματα δεοντολογίας και καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Μινεσότα.
Ο Πέιντερ εξήγησε ότι οι αμερικανικοί κανονισμοί δεν επιτρέπουν σε κυβερνητικούς αξιωματούχους να χειρίζονται υποθέσεις που μπορεί να προκαλέσουν αμφισβήτηση της αμεροληψίας τους εξαιτίας προσωπικών ή επαγγελματικών δεσμών, ακόμη κι αν δεν αποκομίζουν άμεσο οικονομικό όφελος.
Όταν ρωτήθηκε ποια θα έπρεπε να είναι η στάση του Μπάρακ, απάντησε χωρίς περιστροφές: «Να μην έχει καμία σχέση με αυτόν τον αγωγό. Να απέχει πλήρως. Να δηλώσει ότι πρόκειται για ένα ζήτημα στο οποίο δεν συμμετέχει».
Παρά τα ερωτήματα, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών απέρριψε τις αιτιάσεις περί παρατυπίας.
Σε δήλωσή του στο Reuters, εκπρόσωπος του υπουργείου ανέφερε ότι «ο πρέσβης Μπάρακ δεν έχει καμία σύνδεση, κανέναν ρόλο και κανένα οικονομικό συμφέρον στο έργο του αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς». Ταυτόχρονα, αναγνώρισε την επιχειρηματική σχέση του με το οικιστικό σχέδιο της TI Capital.
Ούτε το γραφείο του Μπάρακ ούτε η Chevron θέλησαν να κάνουν κάποιο σχόλιο. Η TI Capital, ο Γκαντούρ και η UCC Holding δεν απάντησαν στα ερωτήματα που τους έστειλε το Reuters.
Από το Λος Άντζελες στη Συρία και το Ιράκ
Η έρευνα του Reuters δείχνει ότι η προώθηση της TI Capital στο ενεργειακό σχέδιο φαίνεται πως είχε αρχίσει πριν ανακοινωθεί επίσημα η κοινοπραξία.
Πρόσωπο που γνώριζε άμεσα τις συνομιλίες ανέφερε ότι ο Μπάρακ έθεσε τον Μάιο την πιθανότητα συμμετοχής της εταιρείας, στο περιθώριο του Milken Institute Global Conference που πραγματοποιήθηκε στο Λος Άντζελες.
Ο Μπάρακ και ο Γκαντούρ πήραν ακόμη μέρος σε κλειστή συζήτηση, όπου εξετάστηκε ευρύτερα η ανάγκη δημιουργίας νέων ενεργειακών διαδρομών στη Μέση Ανατολή, την περίοδο του πολέμου με το Ιράν.
Για δεκαετίες, ο αγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς μετέφερε ιρακινό πετρέλαιο έως τις ακτές της Συρίας στη Μεσόγειο. Οι διακοπές στη λειτουργία του ήταν επανειλημμένες από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ενώ από την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003 ο αγωγός παραμένει εκτός λειτουργίας.
Οι περιορισμοί στη διέλευση πετρελαιοφόρων από τα Στενά του Ορμούζ επανέφεραν στο προσκήνιο τα σχέδια αποκατάστασης του αγωγού. Εκτιμήσεις που δημοσίευσε το Reuters τον Αύγουστο ανέφεραν ότι θα απαιτούνταν τουλάχιστον τέσσερα χρόνια και επενδύσεις ύψους περίπου 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η δραστηριότητα της TI Capital εκτείνεται και πέρα από αυτό το έργο. Τον Ιούλιο, η ιρακινή κυβέρνηση την όρισε μέλος νέας κοινοπραξίας, στην οποία συμμετέχουν επίσης η UCC Holding και η ConocoPhillips, με αντικείμενο την αξιολόγηση του κοιτάσματος φυσικού αερίου Ακάς, ενός από τα μεγαλύτερα ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα της χώρας.
Η εταιρεία αναφέρει στην ιστοσελίδα της ότι έχει παρουσία και σε έργα στο συριακό λιμάνι της Ταρτούς, χωρίς να διευκρινίζει περαιτέρω. Το Reuters, ωστόσο, δεν μπόρεσε να επαληθεύσει ανεξάρτητα τη συμμετοχή της στο λιμάνι.
Πρόσωπο κοντά στον Μπάρακ ανέφερε ότι ο Αμερικανός πρέσβης στηρίζεται στον Γκαντούρ για την εφαρμογή της στρατηγικής του Τραμπ, που επιδιώκει να φέρει το Ιράκ και τη Συρία πιο κοντά στις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Ο Ζιάντ είναι ο εκλεκτός. Προσωπική επιλογή του Μπάρακ», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η Argent LNG και η νέα ενεργειακή αγορά
Η TI Capital δραστηριοποιείται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αυξανόμενης αμερικανικής επιχειρηματικής παρουσίας στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής. Σε αυτές περιλαμβάνεται και η Συρία, μετά την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ.
Ανάμεσα στις εταιρείες που έχουν αναδειχθεί στον συγκεκριμένο χώρο βρίσκεται η Argent LNG, η οποία έχει την έδρα της στη Λουιζιάνα.
Η Washington Times ανέφερε ότι ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Τζόναθαν Μπας, βρέθηκε τον Μάιο του 2025 στη Δαμασκό, όπου συναντήθηκε με τον Σύρο πρόεδρο Άχμεντ αλ-Σάρα. Στο επίκεντρο των συνομιλιών ήταν η ανοικοδόμηση του ενεργειακού τομέα της Συρίας με τη συμμετοχή δυτικών επιχειρήσεων.

Κατά τις πληροφορίες, ο Μπας εισηγήθηκε να αποκατασταθούν οι υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου και να ιδρυθεί μια νέα εθνική πετρελαϊκή εταιρεία.
Πρόσωπα που γνώριζαν όσα συζητήθηκαν είπαν ότι ο Μπας έθεσε, επίσης, τη σημασία της συμμετοχικής διακυβέρνησης και της επιστροφής περιουσιών που είχαν αφαιρεθεί από θρησκευτικές μειονότητες, μεταξύ των οποίων και οι Εβραίοι. Τόνισε ακόμη πως η οικονομική ανάκαμψη της Συρίας θα πρέπει να συνδεθεί με τις δυτικές αγορές, όχι με την Κίνα ή το Ιράν.
Τον Ιούλιο του 2025, ο Μπας βρέθηκε επικεφαλής αμερικανικής επιχειρηματικής αποστολής στη Συρία. Όπως δήλωσε στο Reuters, η Ουάσιγκτον τον είχε διαβεβαιώσει ότι η βία στη Σουέιντα δεν θα εξαπλωνόταν στη Δαμασκό.
Στις 10 Φεβρουαρίου 2026, το Reuters μετέδωσε ότι οι αμερικανικές εταιρείες Baker Hughes, Hunt Energy και Argent LNG σχεδίαζαν συνεργασία με τη σαουδαραβική TAQA. Στα σχετικά δημοσιεύματα γινόταν αναφορά και σε ενδεχόμενη συμμετοχή της ACWA Power, με στόχο την εξερεύνηση και αξιοποίηση πετρελαϊκών και αερίων κοιτασμάτων στη βορειοανατολική Συρία.
Το εγχείρημα θα κάλυπτε περίπου τέσσερις με πέντε περιοχές παραχώρησης. Ο Μπας επιβεβαίωσε ότι η υπογραφή μνημονίου συνεργασίας αναμενόταν μέσα στις επόμενες εβδομάδες.
Σε ανάλυσή του στην The Arab Weekly, ο αναλυτής αραβικής πολιτικής Ελφαντίλ Ιμπραχίμ σημειώνει ότι οι αλλαγές στον συριακό ενεργειακό τομέα ωφελούν ιδιαίτερα την Τουρκία, τόσο οικονομικά όσο και γεωπολιτικά.

«Ειδικά για την Τουρκία, οι ενεργειακές κινήσεις του αλ-Σάρα αποφέρουν τεράστια οικονομικά και πολιτικά οφέλη. Η Άγκυρα αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), παρακλάδι του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK), ως υπαρξιακή απειλή στα σύνορά της. Διαλύοντας την αυτόνομη κρατική δομή που είχαν δημιουργήσει οι SDF και χρηματοδοτούσαν μέσω των εσόδων από το πετρέλαιο, ο αλ-Σάρα πέτυχε έναν βασικό στόχο της τουρκικής πολιτικής ασφάλειας, χωρίς να χρειαστεί η Άγκυρα να διακινδυνεύσει την εμπλοκή των δικών της στρατευμάτων», αναφέρει.
Οι κινήσεις αυτές εκτυλίσσονται μέσα σε διπλωματικό πλαίσιο, στο οποίο ο Μπάρακ έχει αναλάβει κεντρική θέση.
Από τότε που διορίστηκε ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, τον Μάιο του 2025, ο Μπάρακ συγκαταλέγεται στους κύριους διαύλους επικοινωνίας της Ουάσιγκτον με τη μεταβατική ηγεσία της Συρίας, μαζί και με τον αλ-Σάρα.
Σε δημόσιες τοποθετήσεις του έχει, επίσης, εκτιμήσει ότι η Συρία έχει τη δυνατότητα να γίνει περιφερειακό κέντρο μεταφοράς και επενδύσεων για τον πετρελαϊκό τομέα και το φυσικό αέριο.
Πάντως, τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα στα διεθνή μέσα ενημέρωσης δεν αποδεικνύουν προσωπικούς ή οικονομικούς δεσμούς του Μπάρακ με την Argent LNG, ούτε τεκμηριώνουν ειδική παρέμβασή του υπέρ της εταιρείας.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.