ΗΠΑ: Η αποπομπή της Γκίλφοϊλ αποκαλύπτει κρίση στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ – Χωρίς πρέσβη το 47% των αμερικανικών διπλωματικών αποστολών

Η απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα αναδεικνύει κάτι ευρύτερο από μια μεμονωμένη υπόθεση: μια βαθιά και ανησυχητική κρίση στους κόλπους της αμερικανικής διπλωματίας. Η πρώην σύντροφος του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ αποχωρεί από την ελληνική πρωτεύουσα και η Ελλάδα εντάσσεται, μέχρι νεωτέρας, στον μακρύ κατάλογο αμερικανικών διπλωματικών αποστολών χωρίς επικεφαλής. Η εξέλιξη φανερώνει τη συστηματική αποδυνάμωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η οποία απειλεί τη διεθνή επιρροή της Ουάσιγκτον.
Η αποχώρηση της Γκίλφοϊλ και οι κενές διπλωματικές θέσεις
Την Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2026, έγινε γνωστό πως ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε από την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ να παραιτηθεί από τη θέση της πρέσβειρας στην Ελλάδα, χώρα σύμμαχο στο ΝΑΤΟ. Η Γκίλφοϊλ είναι ένθερμη υποστηρίκτρια του κινήματος MAGA και πρώην αρραβωνιαστικιά του γιου του.
Μέσω ανάρτησής της στην πλατφόρμα Χ, η Γκίλφοϊλ επιβεβαίωσε ότι υπέβαλε παραίτηση. Έτσι, η Αθήνα προστέθηκε στις αμερικανικές διπλωματικές αποστολές που δεν έχουν μόνιμο επικεφαλής.
Πριν από την εξέλιξη είχαν προηγηθεί αναφορές διεθνών ΜΜΕ, μεταξύ των οποίων και της Wall Street Journal, σύμφωνα με τις οποίες η Αμερικανίδα διπλωμάτης φέρεται να ζήτησε από τον Ρεπουμπλικανό δωρητή Έρικ Ντίτερς να της δώσει 100.000 δολάρια για να καλύψει οφειλή στην πιστωτική κάρτα της American Express. Το αίτημα φέρεται να έγινε λίγο πριν από την ακρόαση της Γερουσίας, τον Ιούλιο του 2025, για την επικύρωση του διορισμού της.
Στιγμιότυπα γραπτών μηνυμάτων, τα οποία περιήλθαν και στην κατοχή των New York Times, δείχνουν ότι η Γκίλφοϊλ έγραψε στον Ντίτερς: «Αγάπη μου, σε παρακαλώ, χρειάζομαι να το τακτοποιήσεις αυτό για μένα σήμερα».
Μετά τις συγκεκριμένες αναφορές, ο πρόεδρος των ΗΠΑ απάντησε τη Δευτέρα σε ερωτήσεις δημοσιογράφων στον Λευκό Οίκο και δεν έκρυψε την ανησυχία του για την παραμονή της Γκίλφοϊλ στην ελληνική πρωτεύουσα.
«Λοιπόν, το εξετάζουμε», είπε ο Ντόναλντ Τραμπ στους δημοσιογράφους, συμπληρώνοντας: «Δεν είμαστε ικανοποιημένοι».
Σε εκτενές άρθρο του στο The Conversation, ο αρθρογράφος παραθέτει στοιχεία σύμφωνα με τα οποία 93 από τις 196 συνολικά θέσεις πρεσβευτών των ΗΠΑ παγκοσμίως είναι αυτή την περίοδο κενές. Στον αριθμό συνυπολογίζονται και οι διορισμοί σε διεθνείς οργανισμούς.
Η Ελλάδα περιλαμβάνεται στις 93 κενές θέσεις, ανεβάζοντας σε αυτό το επίπεδο τον συνολικό αριθμό. Στην Αθήνα, καθήκοντα επιτετραμμένου ασκεί ο Τζος Χακ, ο οποίος δεν είναι πρέσβης διορισμένος από τον πρόεδρο και εγκεκριμένος από τη Γερουσία.
Τα κενά παραμένουν σε τόσο υψηλό αριθμό παρότι, λίγο πριν από τη διακοπή των εργασιών της στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, η Γερουσία ενέκρινε 10 νέους πρέσβεις. Ανάμεσά τους ήταν οι υποψήφιοι για την Κένυα, τη Νικαράγουα, τη Μαλαισία και το Κιργιστάν.
Για αρκετές από τις κενές θέσεις, ο Λευκός Οίκος δεν έχει στείλει καν υποψηφιότητες στο Κογκρέσο, παρά το γεγονός ότι έχει ήδη περάσει ενάμισης χρόνος από την έναρξη της δεύτερης προεδρικής θητείας του Τραμπ.
Σε άλλες περιπτώσεις, οι υποψήφιοι δεν έχουν φτάσει στο στάδιο της εξέτασης από τη Γερουσία, παρότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του Τραμπ διαθέτει τον έλεγχό της.
Όπως επισημαίνεται, εάν η Αθήνα προστεθεί στον κατάλογο των κενών θέσεων, αυτό θα αποδοθεί είτε σε ανεπαρκή προκαταρκτικό έλεγχο (vetting) είτε σε λανθασμένη στρατηγική διορισμών, που δίνει προτεραιότητα στην κομματική πίστη αντί στην εμπειρία.
Ο Ντόναλντ Χέφλιν, αρθρογράφος στο The Conversation, πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στο Πράσινο Ακρωτήριο και πρώην επιτετραμμένος στο Μεξικό και την Ινδία, με ειδίκευση στη διπλωματία, εκφράζει έντονο προβληματισμό. Τονίζει ότι ανάμεσα στις αποστολές χωρίς επικεφαλής βρίσκονται σημαντικοί εταίροι των ΗΠΑ, απαραίτητοι για την επίτευξη των αμυντικών, οικονομικών και στρατηγικών στόχων της Ουάσιγκτον.
Τα επίσημα στοιχεία της Ένωσης Διπλωματικών Υπαλλήλων των ΗΠΑ (AFSA) καταγράφουν χώρες χωρίς πρέσβη εγκεκριμένο από τη Γερουσία σε περιοχές με κρίσιμη γεωπολιτική σημασία. Στον κατάλογο περιλαμβάνονται σύμμαχοι του ΝΑΤΟ, εστίες συγκρούσεων και κράτη που παράγουν πετρέλαιο.
Ενδεικτικά, εκτός από την Ελλάδα, στον κατάλογο βρίσκονται:
- Ευρώπη: Γερμανία, Ουκρανία, Λευκορωσία, Ρωσία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Σερβία, Σλοβακία, Κόσοβο και Γεωργία.
- Μέση Ανατολή και χώρες του Κόλπου: Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κουβέιτ, Ιράκ, Συρία, Υεμένη και Λιβύη.
- Λατινική Αμερική και Καραϊβική: Βενεζουέλα και Κούβα.
- Ασία και Αφρική: Πακιστάν, Νιγηρία, Αίγυπτος και Λιβερία.
Το διπλωματικό κενό της Ουάσιγκτον δεν αφορά μόνο τις πρεσβείες σε δεκάδες χώρες, αλλά εκτείνεται και σε κομβικούς διεθνείς οργανισμούς. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι χωρίς επικυρωμένο εκπρόσωπο/πρέσβη στους ακόλουθους οργανισμούς:
- Αφρικανική Ένωση (African Union)
- Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού (APEC)
- Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (IAEA)
- Διεθνής Οργανισμός Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO)
- ΟΗΕ / Διάσκεψη για τον Αφοπλισμό (UN / Conference on Disarmament)
- ΟΗΕ / Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (UN / Human Rights Council)
Οι αρμοδιότητες και η λειτουργία των διπλωματικών αποστολών
Η Σύμβαση της Βιέννης για τις Διπλωματικές Σχέσεις περιγράφει τον ρόλο της διπλωματικής αποστολής: εκπροσωπεί το κράτος, μεριμνά για τα συμφέροντα και τους πολίτες του, συνομιλεί με την κυβέρνηση της χώρας υποδοχής, καταγράφει τις εξελίξεις και ενισχύει τις φιλικές σχέσεις.
Πέρα από το κτίριο όπου στεγάζεται, η πρεσβεία εκτελεί αυτές τις αρμοδιότητες στη χώρα της. Στην ουσία, αποτελείται από το σύνολο των αμερικανικών υπηρεσιών και του προσωπικού που εργάζεται εκεί.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ περιγράφει στους κανονισμούς του τη μόνιμη διμερή αποστολή ως «μια πρεσβεία της οποίας ηγείται ένας πρέσβης με σκοπό τη διεξαγωγή των ομαλών, συνεχών διπλωματικών σχέσεων» με άλλη κυβέρνηση.
Ευρύτερη έννοια από την «πρεσβεία» έχει ο όρος «αποστολή». Σε αυτόν υπάγονται συλλογικά οι πρεσβείες και τα προξενεία, αλλά και οι αντιπροσωπείες σε διεθνείς οργανισμούς.
Ακόμη κι αν δεν υπάρχει πρέσβης διορισμένος και επικυρωμένος, μια πρεσβεία μπορεί να εξακολουθήσει να λειτουργεί κανονικά. Την προσωρινή ευθύνη της ηγεσίας αναλαμβάνει τότε ο Επιτετραμμένος (chargé d’affaires), όπως συμβαίνει με τον Τζος Χακ στην Αθήνα.
Παραμένει, επομένως, μόνιμη διμερής αποστολή η πρεσβεία, αλλά ο επικεφαλής της ασκεί προσωρινά καθήκοντα και δεν είναι πρέσβης που έχει λάβει έγκριση από τη Γερουσία.
Η πολιτικοποίηση της διπλωματίας και οι οικονομικοί «δωρητές»
Παράλληλες μεταβολές στο προσωπικό του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εντείνουν την ανησυχία για τα κενά. Στο επίκεντρο βρίσκεται η πολύ μεγάλη αναλογία πολιτικά διορισμένων πρέσβεων έναντι των διπλωματών καριέρας, δηλαδή ανώτερων στελεχών των εξωτερικών υπηρεσιών με τουλάχιστον 20 χρόνια προϋπηρεσίας.
Πολλά κράτη επιλέγουν πολιτικά πρόσωπα για πρεσβευτές, όμως η αμερικανική πρακτική ξεχωρίζει σε δύο βασικά σημεία:
- Οι πολιτικοί διορισμοί αποτελούν ποσοστό κατά πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που καταγράφεται σε άλλες χώρες.
- Συχνά επιλέγονται πολιτικά πρόσωπα που είναι οικονομικοί χορηγοί (δωρητές) και έχουν ελάχιστη ή καθόλου κυβερνητική και διπλωματική πείρα.
Το The Conversation επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη πρακτική εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες, ωστόσο τα ποσοστά αυξήθηκαν απότομα τα τελευταία χρόνια:
- Κατά την προεδρία του Ομπάμα, οι πολιτικοί διορισμοί αντιστοιχούσαν στο 30%.
- Στην πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ και επί Μπάιντεν, το μερίδιο έφτασε το 40%.
- Στη δεύτερη θητεία του Τραμπ, περίπου 80% των υποψηφίων που έχει προτείνει ο Λευκός Οίκος στη Γερουσία προέρχεται από πολιτικούς διορισμούς.
Συχνά οι επιλογές του Τραμπ δεν έχουν τα καθιερωμένα προσόντα για σημαντικές διπλωματικές θέσεις: πολλοί είναι φίλοι, συνεργάτες ή δωρητές και δεν έχουν καμία εμπειρία στο εξωτερικό.
Μεταξύ των παραδειγμάτων που αναφέρονται είναι ο Λι Λίπτον, πρέσβης στις Φιλιππίνες, σημαντικό σύμμαχο των ΗΠΑ. Είναι ιδιοκτήτης εστιατορίου στο Παλμ Μπιτς της Φλόριντα, μέλος του κλαμπ Μαρ-α-Λάγκο του Τραμπ και χρηματοδότησε την προεκλογική εκστρατεία του.
Έχει διαφοροποιηθεί επίσης το προφίλ των χωρών στις οποίες αναλαμβάνουν θέσεις διπλωμάτες εκτός υπηρεσιακής καριέρας. Παλαιότερα, οι πρεσβείες σε χώρες ζωτικής σημασίας, όπως η Χιλή, το Ισραήλ, το Περού, οι Φιλιππίνες, η Τουρκία και η Αίγυπτος, δίνονταν σχεδόν πάντοτε σε διπλωμάτες καριέρας. Η πρακτική αυτή δεν ισχύει πλέον.
Όταν πολιτικά πρόσωπα διορίζονται σε μικρές ή απομακρυσμένες χώρες, προκύπτει ένα ακόμη ζήτημα: συχνά δεν παραμένουν για αρκετό διάστημα στη χώρα υποδοχής.
Ο άγραφος κανόνας θέλει έναν πρέσβη να μην απουσιάζει από τις ΗΠΑ για περισσότερο από έναν μήνα τον χρόνο. Η πρόβλεψη αυτή καταστρατηγείται όταν επιλέγονται επιχειρηματίες που έχουν εκτεταμένες δραστηριότητες στην Αμερική.
Η υποβάθμιση του ρόλου των αναπληρωτών επικεφαλής (DCMs)
Η ανάλυση του The Conversation επισημαίνει ένα ακόμη ζήτημα στη διαχείριση από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, υπό τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο: την αντιμετώπιση των αναπληρωτών επικεφαλής των διπλωματικών αποστολών (Deputy Chiefs of Mission – DCMs).
Στην πρώτη θητεία του Τραμπ, οι πρέσβεις που είχαν πολιτικό διορισμό παροτρύνονταν να αλλάζουν τους αναπληρωτές που είχαν αναλάβει από τους προηγούμενους. Η πρακτική αυτή απαιτούσε χρονοβόρες διαδικασίες επιλογής και πρόσληψης, με αποτέλεσμα κρίσιμες θέσεις να μένουν ακάλυπτες επί μήνες.
Το 2025, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ακύρωσε τις τοποθετήσεις ανώτερων διπλωματών που είχαν ήδη ξεκινήσει για τις πρεσβείες τους και ξεκίνησε εκ νέου τη διαδικασία επιλογής. Η απόφαση αποτέλεσε μέρος του ευρύτερου «ξεκαθαρίσματος» του αποκαλούμενου «βαθέος κράτους», το οποίο προωθούν οι Ρεπουμπλικανοί του MAGA.
Στην πράξη, όμως, οι αναπληρωτές (DCMs) έχουν καθοριστική συμβολή, καθώς βοηθούν τους πολιτικούς διορισμένους να κινηθούν μέσα στη γραφειοκρατία και να υλοποιήσουν την πολιτική τους, προσφέροντας ταυτόχρονα την αναγκαία δόση ρεαλισμού.
Καθώς αυξάνεται ο αριθμός των άπειρων πρεσβευτών, η παρουσία ενός έμπειρου αναπληρωτή συνιστά τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την επιτυχία από την αποτυχία μιας διπλωματικής αποστολής.
Το γεωπολιτικό κενό που αξιοποιούν Ρωσία, Κίνα και Ιράν
Όπως επισημαίνει το The Conversation, συνέπεια είναι η σταδιακή υποβάθμιση μιας διπλωματικής υπηρεσίας που στο παρελθόν λογιζόταν ως μία από τις πιο αποτελεσματικές παγκοσμίως.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό, κατά το The Conversation, είναι το πού ακριβώς καταγράφονται τα κενά. Η Ουάσιγκτον δεν διαθέτει ικανούς διπλωματικούς εκπροσώπους για να επικοινωνεί σε περιόδους κρίσης, ενώ οι χώρες υποδοχής δυσκολεύονται επίσης να μεταφέρουν με αποτελεσματικότητα τα μηνύματά τους στην αμερικανική κυβέρνηση.
Όταν διαπιστώνουν ότι δεν υπάρχει πρεσβευτής ή ότι στη θέση του βρίσκεται πολιτικός τοποτηρητής, πολλές κυβερνήσεις θεωρούν πως οι ΗΠΑ δεν τις έχουν στις προτεραιότητές τους και στρέφονται στην αναζήτηση συμμάχων σε άλλες κατευθύνσεις.
Η αποδυνάμωση της διπλωματικής παρουσίας σημειώνεται ενώ Ρωσία, Κίνα και Ιράν επεκτείνουν την επιρροή τους διεθνώς και σπεύδουν να εκμεταλλευτούν το διπλωματικό κενό που αφήνει η Ουάσιγκτον.
Το The Conversation καταλήγει ότι σε μεγάλες περιοχές του κόσμου, μεταξύ των οποίων η Αφρική και ο Ειρηνικός, τα φώτα στις αμερικανικές πρεσβείες μπορεί να είναι αναμμένα, αλλά «δεν είναι κανείς στο σπίτι». Η εξέλιξη αυτή μετατρέπεται σε σοβαρό πρόβλημα για την εθνική ασφάλεια και τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.