ΔΙΕΘΝΗ

Βρετανία: Ελεύθεροι οι 5 ύποπτοι για την υπόθεση στη βάση των αμερικανικών βομβαρδιστικών – Τα ερωτήματα και η κόντρα με τον Τραμπ

Σοβαρές απορίες για τα μέτρα ασφαλείας, αλλά και για το πραγματικό μέγεθος μιας πιθανής τρομοκρατικής απειλής, γεννά η ξαφνική απόφαση των βρετανικών αρχών να αποφυλακίσουν με εγγύηση τους πέντε υπόπτους που συνελήφθησαν κοντά στη στρατηγικής σημασίας αεροπορική βάση RAF Fairford.

Την ίδια ώρα, φουντώνει η πολιτική σύγκρουση μεταξύ Λονδίνου και Ουάσινγκτον.

Ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους

Η βρετανική αντιτρομοκρατική υπηρεσία ανακοίνωσε τη Δευτέρα πως οι πέντε Βρετανοί πολίτες, όλοι λίγο πάνω από 20 ετών, που συνελήφθησαν την Κυριακή, αφέθηκαν ελεύθεροι με εγγύηση, ενώ η έρευνα σε βάρος τους συνεχίζεται.

Η εξέλιξη αυτή θεωρείται αναπάντεχη, καθώς αρχικά οι ίδιες οι αρχές είχαν κάνει λόγο για σοβαρό περιστατικό, το οποίο πιθανόν να σχετιζόταν με τρομοκρατική ενέργεια.

Οι συλλήψεις έγιναν νωρίς το πρωί της Κυριακής, κοντά στην περίφραξη της βάσης RAF Fairford στη νότια Αγγλία. Παράλληλα, εκκενώθηκαν γειτονικές κατοικίες, ενώ ρομπότ για την εξουδετέρωση εκρηκτικών έλεγχαν τρία λευκά φορτηγάκια.

Στην αρχική της ενημέρωση, η αστυνομία είχε πει ότι οι άνδρες ερευνώνταν για παραβίαση της νομοθεσίας περί εκρηκτικών και για προετοιμασία τρομοκρατικής πράξης.

Ο Λόρενς Τέιλορ, που ηγείται της βρετανικής αντιτρομοκρατικής αστυνομίας, είπε σε σύντομη ενημέρωση δημοσιογράφων το απόγευμα της Δευτέρας ότι οι συλληφθέντες θα συνεχίσουν να βρίσκονται υπό έρευνα και θα τηρούν «αυστηρούς όρους όσον αφορά τις μετακινήσεις τους και τις επαφές τους με άλλα άτομα».

Η απόφαση για την απελευθέρωσή τους, πάντως, δημιουργεί νέα ερωτήματα: τι ακριβώς συνέβη έξω από τη βάση, πώς μπόρεσαν να φέρουν τρία φορτηγάκια τόσο κοντά σε εγκατάσταση όπου σταθμεύουν αμερικανικά βομβαρδιστικά και αν η μονάδα εξουδετέρωσης εκρηκτικών του βρετανικού στρατού δεν εντόπισε κανένα στοιχείο, παρότι οι έλεγχοι στα οχήματα διήρκεσαν πάνω από 24 ώρες.

Η βρετανική νομοθεσία για την εθνική ασφάλεια δίνει στις αρχές ευρεία περιθώρια κράτησης υποπτών για τρομοκρατία. Κατά συνέπεια, η υπό όρους απελευθέρωση μπορεί να σημαίνει ότι η αστυνομία ενδέχεται να μην εντόπισε επαρκή στοιχεία που να τους συνδέουν με συγκεκριμένη ενέργεια.

Τα ονόματα των πέντε ανδρών δεν έχουν δημοσιοποιηθεί από τη βρετανική αντιτρομοκρατική, καθώς η νομοθεσία προβλέπει ότι παραμένουν ανώνυμοι μέχρι την επίσημη απαγγελία κατηγοριών.

Η δήλωση του Τραμπ, η διάψευση και η σύγκρουση Λονδίνου-Ουάσινγκτον

Η εξέλιξη σημειώθηκε πριν συμπληρωθούν 24 ώρες από τη δήλωση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε πει την Κυριακή στους δημοσιογράφους ότι οι ύποπτοι σκόπευαν να προκαλέσουν «μεγάλη ζημιά» στην αεροπορική βάση.

Ο Τραμπ συνεχάρη τη βρετανική αστυνομία, μιλώντας για προσπάθειες «φανταστικές» και «εκπληκτικές». Για τους πέντε άνδρες υποστήριξε: «Τους είχαμε υπό παρακολούθηση για μεγάλο χρονικό διάστημα και τους συλλάβαμε».

Η βρετανική αστυνομία, ωστόσο, δεν επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό του Αμερικανού προέδρου πως οι αρχές των δύο χωρών είχαν τους υπόπτους «υπό παρακολούθηση».

Ο Τέιλορ είπε πως γνώριζε τις εικασίες για το τι ενδέχεται να είχε γίνει γνωστό πριν από τις συλλήψεις, προσθέτοντας όμως στους δημοσιογράφους: «Δεν θα είμαι πάντα σε θέση να μοιράζομαι αυτού του είδους τις πληροφορίες».

Σε νέα τοποθέτησή του τη Δευτέρα, ο Αμερικανός Πρόεδρος ανέφερε ότι οι συλληφθέντες ενδέχεται να συνδέονται με το Ιράν, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.

«Ξέρω την απάντηση. Θα μπορούσα να είμαι πολύ συγκεκριμένος, αλλά προτιμώ να μην το πω», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο Ντόναλντ Τραμπ σχολίασε επίσης με έκπληξη την απόφαση για την αποφυλάκισή τους, λέγοντας: «Εγώ δεν θα το είχα κάνει αυτό. Ξέρουμε τα πάντα γι’ αυτούς. Εμείς δεν θα τους είχαμε αφήσει ελεύθερους».

Νωρίτερα, ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ είχε ζητήσει να μην υπάρξουν εικασίες όσο η υπόθεση εξετάζεται. «Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη», δήλωσε, καλώντας τους πολίτες να αφήσουν την αστυνομία «να εξακριβώσει τα πλήρη γεγονότα».

Αργότερα μέσα στην ίδια ημέρα, συγκάλεσε το συμβούλιο εθνικής ασφαλείας, προκειμένου τα μέλη του να ενημερωθούν σε συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών για την πορεία των ερευνών.

Ασαφή παραμένουν τα στοιχεία και η μαρτυρία αγρότισσας

Οι πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές δημοσίως για το συμβάν εξακολουθούν να είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ασαφείς.

Οι πέντε άνδρες συνελήφθησαν από τις βρετανικές αρχές τα ξημερώματα της Κυριακής. Για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, ένα ρομπότ εξουδετέρωσης βομβών έλεγχε λεπτομερώς τα τρία λευκά φορτηγάκια, ενώ 85 οικογένειες από τη γύρω περιοχή απομακρύνθηκαν προσωρινά από τις κατοικίες τους.

Γύρω από την αεροπορική βάση RAF Fairford, ένοπλοι αστυνομικοί έστησαν τη Δευτέρα μπλόκα στους επαρχιακούς δρόμους πρόσβασης. Παρότι είχε περάσει πάνω από ένα 24ωρο από τις αρχικές συλλήψεις, το μικρό χωριό Γουέλφορντ, ένα από τα τρία χωριά γύρω από τις εγκαταστάσεις, εξακολουθούσε να είναι πλήρως αποκλεισμένο.

Στο BBC μίλησε μια αγρότισσα, η οποία ανέφερε ότι ειδοποίησε η ίδια την αστυνομία τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής, όταν αντίκρισε στα χωράφια κοντά στη βάση μια πολυμελή ομάδα ανδρών με κουκούλες και μάσκες.

Η γυναίκα, της οποίας το όνομα δεν δημοσιοποιήθηκε από το BBC, είπε ότι την συγκλόνισε το γεγονός πως απαιτήθηκε η προσοχή ενός απλού πολίτη προκειμένου οι ύποπτοι να γίνουν αντιληπτοί και να καταγγελθούν.

Οι ώρες που παρέθεσε, πάντως, φαίνεται να μη συμφωνούν με το επίσημο χρονοδιάγραμμα που ανακοίνωσε η αστυνομία.

Όπως είπε στο BBC, τηλεφώνησε στον αριθμό άμεσης ανάγκης την Κυριακή στις 1:36 π.μ.. Η αστυνομία, αντίθετα, υποστήριξε ότι η αρχική κλήση καταγράφηκε στις 12:45 π.μ. και πως λίγο αργότερα ακολούθησαν οι συλλήψεις των ανδρών.

Μιλώντας το πρωί της Δευτέρας στο BBC Radio, ο Βρετανός υπουργός Άμυνας Γουές Στρίτινγκ εξήρε τη στάση της αγρότισσας, υπονοώντας ταυτόχρονα ότι εκείνη γνώριζε μόνο ένα μέρος της συνολικής εικόνας για όσα είχαν εκτυλιχθεί.

Ο υπουργός δήλωσε: «Θέλω να αποδώσω τα εύσημα σε αυτό το μέλος του κοινού για την εγρήγορσή της. Έκανε ακριβώς αυτό που θα ελπίζαμε να κάνει ένας πολίτης στην κατάσταση στην οποία βρέθηκε».

Στη συνέχεια πρόσθεσε: «Φυσικά θα είχε μόνο μια μερική εικόνα και δεν θα ήθελα να επεκταθώ και να εισέλθω σε επιχειρησιακές λεπτομέρειες και λεπτομέρειες ασφαλείας σε αυτό το στάδιο».

Οι εκτιμήσεις για πιθανή σύνδεση με το Ιράν

Η παρότρυνση του Μπέρναμ να αποφεύγονται οι εικασίες δεν στάθηκε αρκετή για να περιοριστούν τα σενάρια που συνδέουν με τον πόλεμο στο Ιράν την πιθανολογούμενη απόπειρα τρομοκρατικής επίθεσης στην RAF Fairford.

Από τη συγκεκριμένη βάση επιχειρούν αμερικανικά βομβαρδιστικά, εκτελώντας πλήγματα μεγάλης εμβέλειας εντός της χώρας, μετά την επίθεση που εξαπέλυσαν τον Φεβρουάριο οι ΗΠΑ και το Ισραήλ.

Ο Αντόνιο Τζιουστότσι, ανώτερος ερευνητής στο Βασιλικό Ινστιτούτο Ηνωμένων Υπηρεσιών (RUSI), τη δεξαμενή σκέψης του Λονδίνου που ειδικεύεται σε ζητήματα ασφάλειας, δήλωσε: «Αν σχετίζεται με το Ιράν, θα μπορούσαν να είναι σκληροπυρηνικοί που προσπαθούν να υπονομεύσουν τις προσπάθειες της ιρανικής κυβέρνησης να διαπραγματευτεί μια διευθέτηση του πολέμου με τις ΗΠΑ, ή πληρεξούσιοι όπως η Χεζμπολάχ, δυσαρεστημένοι επειδή το Ιράν δεν δίνει επαρκή προσοχή στα συμφέροντά τους».

Κατά τον ίδιο, ένα ακόμη ενδεχόμενο είναι η Τεχεράνη να «αποφάσισε πως οι διαπραγματεύσεις με τον Τραμπ δεν οδηγούν πουθενά, παρά τις πρόσφατες ιρανικές υποχωρήσεις, και ότι η πίεση πρέπει να αυξηθεί».

Ο επικεφαλής της αντιτρομοκρατικής αστυνομίας, Τέιλορ, παραδέχθηκε ότι έχουν αναπτυχθεί εκτεταμένες εικασίες για ενδεχόμενη σύνδεση των ανδρών με εχθρικό ξένο κράτος, όπως η Ρωσία ή το Ιράν.

Αν και αρνήθηκε να επιβεβαιώσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, είπε ότι η αστυνομία «εξετάζει το ζήτημα από κάθε δυνατή οπτική γωνία, συμπεριλαμβανομένου του ενδεχομένου αυτό να διαπράττεται ενεργά από πληρεξουσίους ή άτομα που, είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία τους, εργάζονται για λογαριασμό ενός ξένου κράτους».

Ο Τέιλορ συνέχισε: «Έχω μιλήσει και στο παρελθόν για το αυξανόμενο εύρος και την πολυπλοκότητα των απειλών που αντιμετωπίζουμε. Συχνά αυτή η απειλή γίνεται ορατή σε εμάς ως εγκληματική δραστηριότητα, συχνά σε μικρή κλίμακα και διαπραττόμενη από άτομα των οποίων ο κύριος στόχος δεν είναι η τρομοκρατία, αλλά το γρήγορο οικονομικό κέρδος».

Σε δική της ανακοίνωση τη Δευτέρα, η πρεσβεία του Ιράν στο Λονδίνο τόνισε ότι «απορρίπτει κατηγορηματικά και καταδικάζει απερίφραστα» τις «ανυπόστατες και κακόβουλες εικασίες» που θέλουν το Ιράν να εμπλέκεται στο συμβάν στην αεροπορική βάση.

Το ιστορικό της αεροπορικής βάσης RAF Fairford

Αρχικά, ο πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας Κιρ Στάρμερ είχε απορρίψει το αίτημα να χρησιμοποιήσουν οι ΗΠΑ τις βρετανικές βάσεις για επιθέσεις εναντίον του Ιράν, απόφαση που είχε εξοργίσει τον Τραμπ.

Η στάση του Στάρμερ μεταβλήθηκε, ωστόσο, όταν το Ιράν εξαπέλυσε επιδρομές με drones κατά Βρετανών συμμάχων στη Μέση Ανατολή. Τότε ανακοίνωσε ότι θα ενέκρινε από το Φέρφορντ αμερικανικά πλήγματα στο Ιράν, τα οποία περιέγραψε ως «αμυντικά».

Η απόφαση αυτή προκάλεσε σφοδρή αντιπαράθεση στη Βρετανία, ενώ ακτιβιστές που αντιτίθενται στον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο πραγματοποίησαν επανειλημμένα διαμαρτυρίες στην περιοχή γύρω από τη βάση.

Όταν διαδέχθηκε τον Στάρμερ τον Ιούλιο, ο Μπέρναμ διατήρησε χωρίς δημοσιότητα την ίδια πολιτική.

Λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Άντι Μπέρναμ, στις 23 Ιουλίου, οι Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν (IRGC) προειδοποίησαν τη Βρετανία πως, εάν η κυβέρνηση επέτρεπε επιθέσεις από μία από τις βάσεις της, η χώρα θα μετατρεπόταν σε «νόμιμο στόχο για τις δυνάμεις μας».

Από την αρχή του πολέμου με το Ιράν νωρίτερα φέτος, οι κάτοικοι στα τρία χωριά δίπλα στη βάση —Γουέλφορντ, Κέμπσφορντ και Φέρφορντ— βλέπουν συχνότερα αμερικανικά βομβαρδιστικά να εκτελούν πτήσεις, περνώντας σε χαμηλό ύψος πάνω από την περιοχή.

Το απόγευμα της Δευτέρας εξακολουθούσε να ισχύει ο αποκλεισμός σε απόσταση 400 μέτρων από τα φορτηγάκια, ενώ αρκετοί κάτοικοι δεν είχαν ακόμη λάβει άδεια να επιστρέψουν.

Ο Τέιλορ ανέφερε ότι γίνονται προσπάθειες για να μπορέσουν οι οικογένειες να γυρίσουν το συντομότερο δυνατό.

Το ενδεχόμενο να συνδέεται το Ιράν με το συμβάν κοντά στη βρετανική βάση εκτιμάται ότι θα μπορούσε να ενισχύσει τον ήδη ισχυρό σκεπτικισμό της κοινής γνώμης για τον πόλεμο. Δημοσκοπήσεις δείχνουν πως η μεγάλη πλειονότητα των Βρετανών δεν στηρίζει την απόφαση του Τραμπ για επίθεση στο Ιράν.

Σε δημοσκόπηση του Μαρτίου, περίπου τρεις στους τέσσερις συμμετέχοντες δήλωσαν ανήσυχοι για τις επιπτώσεις του πολέμου στην ασφάλεια της Βρετανίας. Στην ίδια έρευνα, περισσότερο από το 80% εξέφρασε ανησυχία για τον αντίκτυπο της σύγκρουσης στη βρετανική οικονομία.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο ΔΕΔΟΜΕΝΟ.

ΣΧΟΛΙΑ

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *.

Βρετανία: Ελεύθεροι οι 5 ύποπτοι για την υπόθεση στη βάση των αμερικανικών βομβαρδιστικών – Τα ερωτήματα και η κόντρα με τον Τραμπ