ΔΙΕΘΝΗ

Τραμπ προς Σι: «Αγοράστε αμερικανικά όπλα» – Η πρόταση που συγκρούεται με την πολιτική των ΗΠΑ και οι αναλύσεις

Ο Τραμπ πρότεινε στον Σι Τζινπίνγκ να αγοράσει αμερικανικά όπλα, προκαλώντας αμηχανία στους αναλυτές και αντίθεση με την πολιτική της Ουάσινγκτον.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, φέρεται να υπέβαλε μια ασυνήθιστη πρόταση στον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, υπονοώντας πως το Πεκίνο θα μπορούσε να προμηθευτεί αμερικανικά όπλα, παρότι η Ουάσινγκτον θεωρεί την Κίνα κορυφαίο στρατηγικό και οικονομικό ανταγωνιστή της.

Αναλυτές υποδέχθηκαν με αμηχανία αυτή την αναφορά, καθώς συνιστά απόκλιση από την πάγια γραμμή των ΗΠΑ και αντιστρατεύεται το εμπάργκο οπλισμού προς την Κίνα, το οποίο ισχύει από το 1989, όπως αναφέρει το Al Jazeera.

Σε συνέντευξή του στο Fox News την Κυριακή, ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Πεκίνο, Ντέιβιντ Περντού, είπε πως ο Τραμπ είχε ρωτήσει «κάποια στιγμή» τον Σι αν η Κίνα θα ενδιαφερόταν να αγοράσει όπλα από τις ΗΠΑ.

Η φερόμενη πρόταση έγινε στο πλαίσιο συνομιλιών για τις αμερικανικές πωλήσεις οπλισμού στην Ταϊβάν, ωστόσο δεν έχει διευκρινιστεί αν διατυπώθηκε στη συνάντηση των δύο ηγετών την προηγούμενη εβδομάδα ή σε άλλη χρονική στιγμή.

Η αναφορά αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της ανησυχίας της Ουάσινγκτον για την υποστήριξη του Πεκίνου προς το Ιράν, ενώ μαίνεται ο πόλεμος ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Τεχεράνη.

Η πρόταση δεν εντάσσεται σε στρατηγικό σχεδιασμό

Αναλυτές θεωρούν ότι η πρόταση που αποδίδεται στον Τραμπ δεν δείχνει να εντάσσεται σε μια συνεκτική στρατηγική.

Ο Αλεχάντρο Ρέγιες, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ και ειδικός στην πολιτική της Ασίας και του Ειρηνικού, περιέγραψε τέτοιες ενέργειες του Αμερικανού προέδρου ως αυθόρμητες πρωτοβουλίες, οι οποίες δεν συνδέονται κατ’ ανάγκη με έναν ευρύτερο σχεδιασμό.

Όπως επισήμανε, σπανίως μια χώρα καλεί τον βασικό στρατηγικό αντίπαλό της να προμηθευτεί τα δικά της όπλα.

Παράλληλα, οι ειδικοί εκτιμούν ότι η κίνηση αυτή φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ βλέπει τους δεσμούς με το Πεκίνο, κυρίως υπό ένα οικονομικό και συναλλακτικό πρίσμα.

Η πρόταση απέναντι στην πολιτική εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ

Η νομοθεσία στις ΗΠΑ απαγορεύει με αυστηρό τρόπο την πώληση οπλικών συστημάτων στην Κίνα, την οποία η Ουάσινγκτον χαρακτηρίζει επισήμως ως τον σημαντικότερο στρατηγικό και οικονομικό ανταγωνιστή της.

Ο αναλυτής Άιναρ Τάνγκεν, ανώτερος συνεργάτης στο Κέντρο για τη Διεθνή Διακυβέρνηση και Καινοτομία, εκτιμά πως επί του παρόντος δεν υφίσταται κανένα εφαρμόσιμο πολιτικό πλαίσιο για να καταστεί δυνατή μια τέτοια συμφωνία.

Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η παρέμβαση του Τραμπ μοιάζει περισσότερο με αυθόρμητο διαπραγματευτικό ελιγμό, που επιδιώκει να μετρήσει τις αντιδράσεις της απέναντι πλευράς και να ανοίξει χώρο για μελλοντικά ανταλλάγματα.

Εδώ και χρόνια οι ΗΠΑ παρακολουθούν με ανησυχία τη στρατιωτική ενίσχυση της Κίνας και αποδίδουν στο Πεκίνο επιδίωξη απόκτησης και αξιοποίησης προηγμένων τεχνολογιών, ακόμη και με κλοπή τεχνογνωσίας, ώστε να αναβαθμίσει τις δυνατότητες του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού.

Ο Ρέγιες σημειώνει πως το Πεντάγωνο αντιλαμβάνεται την Κίνα ως τη βασική δύναμη έναντι της οποίας αξιολογεί τη στρατιωτική και τεχνολογική υπεροχή του, από τη ναυτική ισχύ έως την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Η συναλλακτική οπτική του Τραμπ για την Κίνα

Ο Τάνγκεν εκτιμά ότι η τοποθέτηση αναδεικνύει μια ευρύτερη αντιπαράθεση ανάμεσα στη συναλλακτική λογική του Τραμπ και στον μηχανισμό εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, που αντιμετωπίζει την Κίνα ως συστημικό αντίπαλο.

Κατά τον ίδιο, η προσέγγιση αυτή συνδέεται και με την ανάγκη των ΗΠΑ να εξασφαλίσουν μεγαλύτερες ποσότητες σπάνιων γαιών, οι οποίες είναι απαραίτητες για την κατασκευή οπλικών συστημάτων.

Τα αποθέματα αμερικανικών όπλων έχουν πιεστεί σημαντικά από τον πόλεμο με το Ιράν, την ίδια ώρα που η Κίνα έχει κυρίαρχη θέση στις παγκόσμιες αλυσίδες προμήθειας σπάνιων γαιών.

Ο Γουίλιαμ Γιανγκ, ανώτερος αναλυτής για τη Βορειοανατολική Ασία στο Crisis Group, συμφωνεί ότι αυτή η στάση αποτυπώνει μια σχεδόν αποκλειστικά συναλλακτική αντίληψη του Τραμπ για τις σχέσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου.

Όπως εκτιμά, αποτελεί επίσης μέρος ενός ευρύτερου μοτίβου στη δεύτερη θητεία του Αμερικανού προέδρου: έχει κατ’ επανάληψη προβεί σε δηλώσεις αντίθετες με την επίσημη πολιτική των ΗΠΑ, οι οποίες στη συνέχεια απαιτούν διευκρινίσεις από τις κυβερνητικές υπηρεσίες του.

Φωτογραφία: AP
Φωτογραφία: AP

Οι λίγες ιστορικές πωλήσεις όπλων μεταξύ αντιπάλων

Στην ιστορία καταγράφονται πολύ λίγες περιπτώσεις στις οποίες γεωπολιτικοί αντίπαλοι κατέληξαν σε συμφωνίες για όπλα.

Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ παρείχαν στρατιωτική βοήθεια, μέσω του προγράμματος Lend-Lease, και στη Σοβιετική Ένωση, καθώς οι δύο χώρες είχαν ως κοινό εχθρό τη ναζιστική Γερμανία.

Στις τελευταίες δεκαετίες του Ψυχρού Πολέμου, ΗΠΑ και Κίνα είχαν αναπτύξει τεχνολογική συνεργασία, καθώς επιδίωκαν από κοινού να περιορίσουν τη σοβιετική ισχύ. Η συνεργασία αυτή, ωστόσο, δεν επεκτεινόταν στις πιο εξελιγμένες στρατιωτικές τεχνολογίες.

Ο καθηγητής διεθνών σχέσεων του Πανεπιστημίου του Χονγκ Κονγκ, Ντοβ Χ. Λέβιν, ανέφερε και την υπόθεση Ιράν – Κόντρα της δεκαετίας του 1980. Τότε έγιναν μυστικές πωλήσεις αμερικανικών όπλων, παρά τη δημόσια πολιτική των ΗΠΑ και τις αποφάσεις του Κογκρέσου.

Ο Ρέγιες σημείωσε επίσης πως η Βρετανία πούλησε κινητήρες αεροσκαφών στη Σοβιετική Ένωση το 1947. Παράλληλα, το 1940, έναν χρόνο πριν από τη γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, η ναζιστική Γερμανία είχε διαθέσει στη Μόσχα ένα ημιτελές βαρύ καταδρομικό.

Κατά τους αναλυτές, οι συγκεκριμένες περιπτώσεις προέκυψαν κυρίως από πρόσκαιρες στρατηγικές συμπτώσεις ή από πιεστικές γεωπολιτικές ανάγκες.

Γιατί μια συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας είναι πολύ δύσκολη

Το σημερινό πλαίσιο στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Κίνα απέχει σημαντικά από εκείνα τα ιστορικά παραδείγματα.

Οι δύο δυνάμεις βρίσκονται σε άμεσο ανταγωνισμό για τη στρατηγική ισορροπία ισχύος στην Ασία – Ειρηνικό, αλλά και ευρύτερα. Αυτή η συνθήκη θέτει σοβαρά εμπόδια σε μια ενδεχόμενη πώληση προηγμένων αμερικανικών όπλων προς το Πεκίνο.

Ο Γουίλιαμ Γιανγκ επισήμανε ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να απειλήσει την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, καθώς θα έδινε στην Κίνα πρόσβαση σε εξελιγμένη αμερικανική αμυντική τεχνολογία και θα μπορούσε να επιταχύνει ακόμη περισσότερο τον στρατιωτικό εκσυγχρονισμό της.

Ταυτόχρονα, τα οπλικά συστήματα των ΗΠΑ δεν έχουν σχεδιαστεί ώστε να εντάσσονται εύκολα στη στρατιωτική δομή της Κίνας.

Ο Τάνγκεν ανέφερε ότι το αμερικανικό πρότυπο έχει διαμορφωθεί για την προβολή στρατιωτικής ισχύος σε παγκόσμιο επίπεδο. Οπλικά συστήματα όπως το μαχητικό F-35 στηρίζονται σε ένα σύνθετο πλέγμα από αεροσκάφη ανεφοδιασμού, δορυφόρους, αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης, στρατιωτικές βάσεις και διεθνείς υποδομές εφοδιασμού.

Από την άλλη πλευρά, το κινεζικό μοντέλο δίνει μεγαλύτερο βάρος στην περιφερειακή άμυνα και στη θωράκιση του κινεζικού εδάφους.

Το κινεζικό μαχητικό J-20, για παράδειγμα, αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου δικτύου με πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, drones, δορυφόρους και χερσαία συστήματα διοίκησης. Το δίκτυο αυτό υποστηρίζεται από μια εκτεταμένη εγχώρια βιομηχανική βάση.

Ο Ρέγιες παρατήρησε χαρακτηριστικά ότι η Κίνα κατασκευάζει πλέον το μεγαλύτερο μέρος των δικών της οπλικών συστημάτων, κάτι που θέτει το ερώτημα για ποιον λόγο θα χρειαζόταν να προμηθευτεί αμερικανικά όπλα.

Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ και Κίνας στις παγκόσμιες εξαγωγές όπλων

Η σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα δεν αφορά μόνο την Τεχνητή Νοημοσύνη, τις σπάνιες γαίες, την Ταϊβάν ή τον πόλεμο με το Ιράν, αλλά φτάνει και στην παγκόσμια αγορά οπλικών συστημάτων.

Οι ΗΠΑ διατηρούν την πρωτοκαθεδρία στις διεθνείς εξαγωγές όπλων. Την ίδια ώρα, η Κίνα έχει εξελιχθεί στην τέταρτη μεγαλύτερη χώρα εξαγωγής οπλικών συστημάτων στον κόσμο, βάσει στοιχείων του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών Ειρήνης της Στοκχόλμης (SIPRI).

Το Πεκίνο έχει στρέψει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον του στις αγορές του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου, διαθέτοντας φθηνότερα drones, μαχητικά αεροσκάφη και συμβατικά οπλικά συστήματα σε κράτη της Ασίας, της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής.

Επιπλέον, η Κίνα συχνά συνδυάζει τις προσφορές της με χρηματοδότηση, επιλογές για τοπική παραγωγή και μεταφορά τεχνολογίας, επιβάλλοντας λιγότερες πολιτικές προϋποθέσεις.

Αντίθετα, οι πωλήσεις αμερικανικών όπλων συνδέονται πιο άμεσα με στρατηγικές συμμαχίες, εκπαίδευση, πολιτική σύμπλευση και διαλειτουργικότητα των ενόπλων δυνάμεων.

Στην ανάλυση του Al Jazeera επισημαίνεται, πάντως, ότι η τελική έκβαση του ανταγωνισμού ΗΠΑ και Κίνας στην άμυνα ίσως εξαρτηθεί λιγότερο από μεμονωμένες δηλώσεις ή ακόμη και από την τεχνολογική υπεροχή. Καθοριστικότεροι παράγοντες ενδέχεται να αποδειχθούν η βιομηχανική παραγωγική ικανότητα, η οικονομική ανθεκτικότητα και η δυνατότητα μαζικής κατασκευής αξιόπιστων στρατιωτικών συστημάτων.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο ΔΕΔΟΜΕΝΟ.

ΣΧΟΛΙΑ

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *.

Τραμπ προς Σι: «Αγοράστε αμερικανικά όπλα» – Η πρόταση που συγκρούεται με την πολιτική των ΗΠΑ και οι αναλύσεις