Δεν είναι δικός τους πόλεμος. Όμως μετατρέπεται ραγδαία σε πολιτικό και οικονομικό εφιάλτη. Οι παγκόσμιοι ηγέτες που αντιτάχθηκαν στην αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν βρίσκονται πλέον παγιδευμένοι ανάμεσα στην οργή του Ντόναλντ Τραμπ για τη μη συμμετοχή τους και σε εκλογικά σώματα που είναι βαθιά εχθρικά απέναντι τόσο στον πόλεμο όσο και στον ίδιο τον Αμερικανό πρόεδρο, σύμφωνα με ανάλυση του CNN.
Το δίλημμα αυτό μεταβάλλει τη δυναμική στις σχέσεις ΗΠΑ και συμμάχων. Ηγέτες που στο παρελθόν επιδίωκαν να κατευνάσουν ή να κολακεύσουν τον ισχυρότερο άνθρωπο στον κόσμο, πλέον τολμούν να τον επικρίνουν και να κρατούν αποστάσεις. Αυτό δεν οφείλεται μόνο σε διαφωνίες με την αμερικανική εξωτερική πολιτική, αλλά και στις πιέσεις που προκαλεί ο πόλεμος στις οικονομίες και στην καθημερινότητα των πολιτών τους, θέτοντας σε κίνδυνο τις ίδιες τις κυβερνήσεις και τις πολιτικές τους καριέρες.

Ρήγματα σε σχέσεις που θεωρούνταν δεδομένες
Ακόμη και ηγέτες που είχαν επιχειρήσει να επηρεάσουν τη συμπεριφορά του Τραμπ στη δεύτερη θητεία του, αντιδρούν πλέον στην περιφρόνησή του. Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι χαρακτήρισε «απαράδεκτες» τις επιθέσεις του κατά του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄, ενώ ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ δήλωσε «κουρασμένος» από το γεγονός ότι οι Βρετανοί πληρώνουν υψηλότερους λογαριασμούς ενέργειας εξαιτίας των επιλογών Τραμπ.
Οι ηγέτες αυτοί καλούνται να διαχειριστούν συνέπειες που δεν μπορούν να ελέγξουν. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποίησε ότι η παγκόσμια οικονομία οδεύει προς ένα «δυσμενές» σενάριο, με ανάπτυξη μόλις 2,5% φέτος, έναντι 3,4% το 2025.
Ενεργειακή εξάρτηση και οικονομική πίεση
Οι χώρες που εξαρτώνται από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο της Μέσης Ανατολής βρίσκονται σε ακόμη δυσκολότερη θέση. Το ΔΝΤ υποβάθμισε την πρόβλεψη ανάπτυξης για τη Βρετανία στο 0,8% για το 2026, από 1,3% προηγουμένως, εξέλιξη που θα μπορούσε να αποδειχθεί καταστροφική για την κυβέρνηση Στάρμερ.
Ανάλογες πιέσεις δέχεται και η Ιαπωνία, ένας ακόμη βασικός σύμμαχος των ΗΠΑ. Η εξάρτησή της από την ενέργεια της περιοχής, σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους μεταφορών, οδηγεί σε άνοδο τιμών και απειλεί την ήδη εύθραυστη αύξηση των μισθών. Η πρωθυπουργός Σανάε Τακαΐτσι δεν ανέμενε να βρεθεί αντιμέτωπη με τέτοιες προκλήσεις τόσο σύντομα μετά την εκλογική της νίκη τον Φεβρουάριο.
Χαμηλή δημοτικότητα και βαθύτερη κρίση συμμαχιών
Ακόμη και πριν τον πόλεμο, ο Τραμπ ήταν ιδιαίτερα αντιδημοφιλής σε πολλές συμμαχικές χώρες. Έρευνα του Pew Research έδειξε ότι τα ποσοστά αποδοχής του σε περισσότερες από δώδεκα χώρες δεν ξεπερνούσαν το 35%, ενώ ήταν υψηλότερα από εκείνα του Τζο Μπάιντεν μόνο σε λίγες περιπτώσεις, όπως στο Ισραήλ και τη Νιγηρία.
Το χάσμα αυτό δεν αποτελεί απλώς μια προσωρινή ρήξη, αλλά απειλεί τις ίδιες τις συμμαχίες που για δεκαετίες ενίσχυαν την πολιτική και οικονομική ισχύ των ΗΠΑ. Η εχθρική στάση του Τραμπ απέναντι στο ΝΑΤΟ έχει καταστήσει αβέβαιες ακόμη και τις εγγυήσεις συλλογικής άμυνας, ακόμη κι αν δεν προχωρήσει σε πλήρη αποχώρηση.
Το ΝΑΤΟ ως εργαλείο και όχι ως συμμαχία
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι βλέπει τη μονομερή άσκηση ισχύος ως τον καλύτερο τρόπο προστασίας των αμερικανικών συμφερόντων. Ο ίδιος ο πρόεδρος φαίνεται να αντιμετωπίζει το ΝΑΤΟ όχι ως αμυντική συμμαχία, αλλά ως εργαλείο προώθησης των δικών του στρατηγικών επιλογών, ακόμη και σε πολέμους επιλογής, όπως αυτός με το Ιράν.
Δείχνει ελάχιστη ανοχή προς συμμάχους που επωφελούνται από την αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα αλλά αρνούνται να συμμετάσχουν στις επιχειρήσεις του. Ωστόσο, για πολλούς ηγέτες, η εμπλοκή είναι πολιτικά αδύνατη, καθώς οι πολίτες τους θεωρούν τον πόλεμο λανθασμένο, αναποτελεσματικό και αντίθετο στο διεθνές δίκαιο. Οι αναφορές του Τραμπ στις απώλειες των συμμάχων σε πολέμους μετά την 11η Σεπτεμβρίου ενίσχυσαν περαιτέρω την αρνητική στάση των κοινωνιών απέναντί του.

Η Μελόνι στο επίκεντρο της κρίσης
Η περίπτωση της Τζόρτζια Μελόνι αποτυπώνει με σαφήνεια τη νέα πραγματικότητα. Ως ηγέτιδα ενός δεξιού λαϊκιστικού κόμματος και ιδεολογικά κοντά στον Τραμπ, είχε αναλάβει τον ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Ωστόσο, η αύξηση των τιμών καυσίμων έπληξε τη δημοτικότητά της, ενώ η ιδιαίτερη σχέση της Ιταλίας με το Βατικανό και τα περισσότερα από 40 εκατομμύρια Καθολικών πολιτών την υποχρέωσε να καταδικάσει τις επιθέσεις κατά του Πάπα.
Η στάση αυτή πιθανόν ακύρωσε πάνω από έναν χρόνο δύσκολης διπλωματίας. Ο Τραμπ αντέδρασε έντονα, δηλώνοντας ότι «είναι απαράδεκτη» και ότι δεν αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο ενός πυρηνικού Ιράν, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι η χώρα θα μπορούσε να απειλήσει την Ιταλία μέσα σε λίγα λεπτά.
Καναδάς: Η αντίσταση ως πολιτικό όπλο
Στον Καναδά, η αντιπαράθεση με τον Τραμπ έχει ήδη αλλάξει το πολιτικό τοπίο. Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ, πρώην κεντρικός τραπεζίτης, πιθανότατα δεν θα είχε αναδειχθεί χωρίς την πίεση του Αμερικανού προέδρου. Η εκλογική του νίκη βασίστηκε σε αντι-Τραμπ ρητορική, μετά τις επιθέσεις του τελευταίου κατά της καναδικής κυριαρχίας.
Πρόσφατα ενίσχυσε τη θέση του, μετατρέποντας μια κυβέρνηση μειοψηφίας σε πλειοψηφία, ενώ στο συνέδριο του κόμματός του δήλωσε ότι «ενωμένοι θα χτίσουμε έναν ισχυρό Καναδά που κανείς δεν θα μπορεί να πάρει». Παρότι επιδιώκει συνεργασία με τις ΗΠΑ, η πολιτική του βάση στηρίζεται στην αντίσταση προς τον Τραμπ.
Ωστόσο, παραμένει ευάλωτος σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου, οι δασμοί και οι δύσκολες εμπορικές διαπραγματεύσεις που έρχονται.
Τέλος της επιρροής Τραμπ στους Ευρωπαίους λαϊκιστές
Ο Τραμπ είχε υπάρξει σύμβολο για πολλούς Ευρωπαίους λαϊκιστές, οι οποίοι πίστευαν ότι η πολιτική του θα ενίσχυε τη δική τους άνοδο. Όμως η εικόνα αυτή αλλάζει. Στην Ουγγαρία, ο Βίκτορ Όρμπαν ηττήθηκε στις εκλογές μετά από 16 χρόνια στην εξουσία, παρά τη στήριξη που έλαβε από τον Τραμπ, τον Τζέι Ντι Βανς και το κίνημα MAGA.
Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επιταχύνει την απομάκρυνση ευρωπαϊκών λαϊκιστικών δυνάμεων από την επιρροή του Τραμπ, καθώς η σύνδεση μαζί του αρχίζει να θεωρείται πολιτικά επιζήμια.

Το παράδοξο της πίεσης Τραμπ
Η κυβέρνηση Τραμπ δείχνει ελάχιστο ενδιαφέρον για τις πολιτικές δυσκολίες που προκαλεί στους συμμάχους της. Αντιμετωπίζει την Ευρώπη με περιφρόνηση και στηρίζει πολιτικές δυνάμεις που επιδιώκουν την ανατροπή των παραδοσιακών κυβερνήσεων. Ο Τζέι Ντι Βανς έχει υποστηρίξει ότι οι ευρωπαϊκές αξίες απειλούνται από τη μετανάστευση από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.
Ο ίδιος ο Τραμπ θεωρεί ότι παραμένει δημοφιλής διεθνώς και ότι η επιθετική εξωτερική πολιτική του έχει καταστήσει τις ΗΠΑ πιο ισχυρές και σεβαστές από ποτέ. Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ επιχείρησε να υποβαθμίσει τις επιπτώσεις του πολέμου, λέγοντας ότι το ΔΝΤ «πιθανότατα υπερέβαλε».
Στρατιωτική αδυναμία και φόβος πλήρους ρήξης
Παρά την αυξανόμενη κριτική, οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν περιορισμένα περιθώρια κινήσεων. Η στρατιωτική τους αδυναμία αποτελεί βασικό μειονέκτημα. Όταν ο Τραμπ κατηγόρησε τους συμμάχους του ΝΑΤΟ ότι δεν έστειλαν πλοία για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, άγγιξε μια πραγματική αδυναμία: πολλές χώρες δεν διαθέτουν πλέον τις απαραίτητες δυνατότητες μετά από χρόνια περικοπών.
Η πιθανότητα αποχώρησης των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ λειτουργεί ως ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί. Ένας ευρωπαϊκός επανεξοπλισμός θα είχε τεράστιο πολιτικό κόστος, καθώς θα απαιτούσε περικοπές σε υγεία και κοινωνικές δαπάνες.
Μια αδιέξοδη ισορροπία
Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μια δύσκολη ισορροπία. Από τη μία πλευρά, στρέφονται εναντίον του Τραμπ για να προστατεύσουν την πολιτική τους επιβίωση. Από την άλλη, δεν μπορούν να διακινδυνεύσουν πλήρη ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το βασικό παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο ο Τραμπ πιέζει για συμμετοχή σε έναν μη δημοφιλή πόλεμο, τόσο λιγότερο χώρο αφήνει στους συμμάχους του να τον στηρίξουν. Και όσο αυτό συμβαίνει, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τους ίδιους να συμβάλουν ακόμη και στην προσπάθεια τερματισμού της σύγκρουσης.



