Η ανεργία φεύγει, η κράτηση στο Δημόσιο μένει στη θέση της

Το κράτος ξέρει να μειώνει μια εισφορά. Ξέρει, όμως, και να εξηγεί γιατί εξακολουθεί να εισπράττει μια άλλη; Η σχεδιαζόμενη ελάφρυνση στις κρατήσεις για την ανεργία ξαναφέρνει στο τραπέζι το 2% που καταβάλλουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, χωρίς να αποκτούν αντίστοιχη κάλυψη αν απολυθούν.
Στο νομοσχέδιο που τέθηκε σε διαβούλευση από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προβλέπεται ότι, από την 1η Απριλίου 2027, η συνολική εισφορά υπέρ ανεργίας για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα διαμορφώνεται στο 1,90% των αποδοχών: 1,20% επιβαρύνει τον εργοδότη και 0,70% τον εργαζόμενο. Η είσπραξη γίνεται μέσω του e-ΕΦΚΑ, μαζί με τις υπόλοιπες ασφαλιστικές εισφορές. Πρόκειται για θετική παρέμβαση στο μη μισθολογικό κόστος.
Στο Δημόσιο, αντίθετα, επιβιώνει η κράτηση της μνημονιακής περιόδου. Μόνο που ο δημόσιος υπάλληλος ο οποίος απολύεται δεν δικαιούται επίδομα ανεργίας, ενώ ο εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα μπορεί να το λάβει εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις. Η εισφορά, επομένως, έχει αποδέκτη· η ανταπόδοση παραμένει το ζητούμενο.
Μια επιβάρυνση μπορεί να υπηρετεί την κοινωνική αλληλεγγύη χωρίς να είναι ατομικά ανταποδοτική. Αυτό, όμως, χρειάζεται καθαρή αιτιολόγηση, όχι αυτόματη παράταση επειδή κάποτε θεσπίστηκε. Η ΑΔΕΔΥ ζητά την κατάργησή της, ώστε να αυξηθούν αναλόγως οι καθαρές αποδοχές. Η άλλη επιλογή είναι να αποκτήσει συγκεκριμένο σκοπό προς όφελος των εργαζομένων που την πληρώνουν.
Η κυβέρνηση έχει, λοιπόν, κάτι περισσότερο να εξηγήσει από ένα ποσοστό: τι ακριβώς χρηματοδοτεί αυτή η κράτηση; Ή μήπως η μακροβιότερη κρατική παροχή είναι η υποχρέωση να πληρώνεις;
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.