Το Μαξίμου μιλά στον καθρέφτη του, ο λαός δεν κατοικεί πια εκεί

Στα πηγαδάκια της αντιπολίτευσης η εικόνα που περιγράφεται για το Μαξίμου δεν είναι απλώς κριτική, είναι διάγνωση: μια εξουσία που παρατείνεται τόσο πολύ, ώστε να συγχέει πλέον το κράτος με το ανάκτορό της. Ο λόγος που ακούγεται μιλά για αυλή πίσω από βαριές κουρτίνες, που πείθεται πως ο θόρυβος των δρόμων είναι απλώς άνεμος. Ώσπου, λένε, ο άνεμος γίνεται βοή και η βοή αγανάκτηση.
Επιτυχίες εδώ, απώλειες αλλού
Η κριτική που κυκλοφορεί περιγράφει μια διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη που μιλά για επιτυχίες ενώ η κοινωνία μετρά απώλειες, πανηγυρίζει για αριθμούς ενώ οι πολίτες μετρούν ευρώ, διακηρύσσει αριστεία ενώ πληθαίνουν τα ερωτήματα για θεσμούς και διαφάνεια. Η αλαζονεία ως κυβερνητική μέθοδος είναι η φράση-κλειδί που επαναλαμβάνεται: κάθε ερώτηση αντιμετωπίζεται ως επίθεση, κάθε αποκάλυψη βαφτίζεται συνωμοσία, κάθε διαμαρτυρία παρουσιάζεται ως υποκίνηση.
Στο ίδιο αφήγημα εντάσσεται και η γνωστή αιχμή για τη «χορωδία των συστημικών μέσων» —τους ίδιους αναλυτές που ανακαλύπτουν καθημερινά νέα κυβερνητική επιτυχία εκεί όπου ο πολίτης βλέπει μόνο τη δική του φθορά. Η πραγματικότητα δεν ψηφίζει στα τηλεοπτικά παράθυρα, λένε πηγές κοντά στο ΠΑΣΟΚ, ψηφίζει στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο που δεν βγαίνει, στο νοσοκομείο που υποστελεχώνεται.
Λογοδοσία ως προϋπόθεση επιβίωσης
Το σημείο που βαραίνει περισσότερο στη συζήτηση είναι η μετατόπιση της διαφάνειας από επικοινωνιακή επιλογή σε όρο επιβίωσης της ίδιας της δημοκρατίας. Όταν οι ευθύνες διαχέονται σε λαβύρινθο επιτροπών και ανακοινώσεων, η κοινωνία δεν ζητά θαύματα· ζητά, όπως τονίζεται, αλήθεια, λογοδοσία και δικαιοσύνη χωρίς εκπτώσεις.
Το ΠΑΣΟΚ, σύμφωνα με το ίδιο αφήγημα, δεν σκοπεύει να κρατήσει ίσες αποστάσεις απέναντι σε αυτή τη φθορά, αλλά να σταθεί με καθαρό λόγο απέναντι στην αντίληψη ότι η χώρα είναι ιδιοκτησία μιας κλειστής πολιτικής ομάδας που εναλλάσσει πρόσωπα αλλά διατηρεί ίδιες συνήθειες, προτάσσοντας τη «νέα προοδευτική διακυβέρνηση» ως συγκεκριμένη πρόταση κι όχι σύνθημα.
Η ιστορία, λένε στα ίδια πηγαδάκια, διδάσκει πως οι αυλές δεν καταρρέουν από αντίπαλο που υψώνει τη φωνή του, αλλά όταν παύουν να καταλαβαίνουν τη γλώσσα της κοινωνίας που τις ανέδειξε. Το ερώτημα που μένει αναπάντητο είναι ένα: πόσο ακόμα το Μαξίμου θα προτιμά τον δικό του καθρέφτη από τη φωνή του δρόμου;
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.