Φίλιππος Καμπούρης: Χριστοδουλόπουλος, Αδαμαντίδης, Ηλιάδη και Στανίση ως ασφαλισμένοι – Πώς λειτουργούσε το κύκλωμα

Η υπόθεση του Φίλιππου Καμπούρη περιλαμβάνει τα ονόματα γνωστών καλλιτεχνών, μεταξύ των οποίων ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος, ο Θέμης Αδαμαντίδης, η Αγγελική Ηλιάδη και η Κατερίνα Στανίση. Οι τραγουδιστές εμφανίζονταν ως εργαζόμενοι και ασφαλισμένοι σε επιχειρήσεις, χωρίς, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, να καταβάλλονται στον e-ΕΦΚΑ οι προβλεπόμενες εισφορές. Ορισμένοι έχουν ήδη κληθεί ως μάρτυρες, ενώ αναμένονται και άλλες καταθέσεις. Οι Αρχές διερευνούν με ποιον τρόπο χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία τους, αν εργάστηκαν πράγματι στα καταστήματα όπου δηλώνονταν ως προσωπικό και τι γνώριζαν για την ασφαλιστική τους κατάσταση.
Ανάμεσα στα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στη λίστα είναι ακόμη ο Πέτρος Ίμβριος, η Έφη Θώδη, ο Αλέκος Ζαζόπουλος, η Κέλλυ Κελεκίδου, ο Θάνος Πετρέλης και ο Κώστας Καψάλης. Οι καλλιτέχνες φέρονται να πίστευαν πως διέθεταν κανονική ασφαλιστική κάλυψη και πως οι εργοδότες τους τακτοποιούσαν τις υποχρεώσεις προς τον ΕΦΚΑ.
Τα στοιχεία της έρευνας, πάντως, σκιαγραφούν διαφορετική κατάσταση. Οι ασφαλιστικές εισφορές, όπως και άλλες υποχρεώσεις των εταιρειών που εμπλέκονται, φέρονται να μην εξοφλούνταν, ενώ η συνολική ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 5.352.556,57 ευρώ.
Φίλιππος Καμπούρης: Τι ερευνούν οι Αρχές από τις καταθέσεις των τραγουδιστών
Στο επίκεντρο των καταθέσεων στην Οικονομική Αστυνομία βρίσκεται η πραγματική σύνδεση των καλλιτεχνών με τις εταιρείες που εμφανίζονταν ως εργοδότες τους. Καλούνται, μεταξύ άλλων, να πουν αν γνώριζαν τα πρόσωπα που παρουσιάζονταν ως ιδιοκτήτες ή διαχειριστές, καθώς και αν είχαν εργαστεί στα νυχτερινά κέντρα όπου δηλώνονταν ως εργαζόμενοι.
Με βάση τις έως τώρα διαθέσιμες πληροφορίες, έχουν καταθέσει στην έρευνα ο Σώτης Βολάνης, η Κέλλυ Κελεκίδου και ο Αλέκος Ζαζόπουλος. Σύμφωνα με όσα φέρονται να ανέφεραν, δηλώνονταν και αμείβονταν από τις ελεγχόμενες εταιρείες, ενώ για θέματα της εργασίας τους επικοινωνούσαν με τον Φίλιππο Καμπούρη.
Η αναφορά των ονομάτων τους στη δικογραφία συνδέεται με την εξέτασή τους ως μαρτύρων. Στόχος είναι να διευκρινιστεί ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσαν οι επιχειρήσεις, αλλά και πώς αξιοποιούνταν τα προσωπικά στοιχεία των εργαζομένων.
Η ποινική δίωξη και η απολογία του Φίλιππου Καμπούρη
Την Τετάρτη 7 Οκτωβρίου ασκήθηκε σε βάρος των κατηγορουμένων ποινική δίωξη, ανάλογα με την περίπτωση, για πέντε κακουργήματα και ένα πλημμέλημα. Ο Φίλιππος Καμπούρης και οι συγκατηγορούμενοί του έλαβαν προθεσμία ώστε να απολογηθούν την Κυριακή.
Στις κατηγορίες περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση, η διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, η συγκρότηση και η ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, η απάτη σε βάρος νομικού προσώπου για ποσό μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ, η συνέργεια σε απάτη και η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Το πλημμέλημα αφορά την καθυστέρηση στην καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών.
Ο Φίλιππος Καμπούρης απορρίπτει τις κατηγορίες και, κατά τη μεταγωγή του στην Ευελπίδων, δήλωσε: «Είμαι αθώος, είναι σκευωρία».
Οι 29 εταιρείες και η φερόμενη δράση από το 2013
Η έρευνα για την υπόθεση διήρκεσε επί μήνες και πραγματοποιήθηκε από την Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας. Οι αστυνομικές Αρχές τοποθετούν την έναρξη της δραστηριότητας του φερόμενου κυκλώματος τουλάχιστον στον Δεκέμβριο του 2013.
Κατά την έρευνα, οι εμπλεκόμενοι φέρονται να δημιούργησαν ένα πλέγμα από 29 εταιρείες. Οι επιχειρήσεις δραστηριοποιούνταν στους τομείς της εστίασης, της νυχτερινής διασκέδασης, της διαφήμισης και της ένδυσης.
Το δίκτυο περιλάμβανε εταιρείες με πραγματική λειτουργία, αλλά και άλλες που, σύμφωνα με τις Αρχές, δεν είχαν ούτε πραγματική έδρα ούτε ουσιαστική δραστηριότητα. Για τη δημιουργία τους φέρονται να χρησιμοποιούνταν τα στοιχεία ανθρώπων που εμφανίζονταν ως υπεύθυνοι και λειτουργούσαν ως «αχυράνθρωποι».
Οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις από την απασχόληση προσωπικού φέρεται να μεταφέρονταν, μέσω του συγκεκριμένου μηχανισμού, στις εικονικές εταιρείες, ώστε να μην καταλήγουν στους πραγματικούς επιχειρηματίες. Την ίδια στιγμή, δεν καταβάλλονταν οι αντίστοιχοι φόροι εισοδήματος ούτε ο ΦΠΑ.
Οι εταιρείες φέρονται να ιδρύονταν και να διέκοπταν τη λειτουργία τους σε διαφορετικές περιόδους. Μόλις πλησίαζε ο χρόνος για την καταβολή ασφαλιστικών και φορολογικών υποχρεώσεων, έκλειναν, αφήνοντας ανεξόφλητα χρέη.
Οι επιχειρηματίες, οι λογιστές και οι «αχυράνθρωποι»
Η δικογραφία αποδίδει διαφορετικές αρμοδιότητες στα πρόσωπα που φέρονται να είχαν συμμετοχή στην οργάνωση.
Ως ηγετικά στελέχη περιγράφονται δύο άτομα ηλικίας 45 και 47 ετών. Μαζί με δύο ακόμη επιχειρηματίες, 54 και 57 ετών, φέρονται να είχαν υπό τον έλεγχό τους τις πραγματικές επιχειρήσεις και να διαχειρίζονταν τις εικονικές εταιρείες.
Τη σύσταση των εταιρειών, τη φορολογική τους διαχείριση και την ασφάλιση του προσωπικού φέρονται να διεκπεραίωναν τέσσερις λογιστές, ηλικίας 39, 43, 53 και 54 ετών.
Ανάμεσα στα πρόσωπα που καταγράφονται ως «αχυράνθρωποι» περιλαμβάνονται ακόμη τέσσερις άνθρωποι, ηλικίας 57, 59, 63 και 66 ετών. Η αστυνομική έρευνα αναφέρει ότι επιλέγονταν εξαιτίας της δύσκολης οικονομικής τους θέσης, γεγονός που έκανε ουσιαστικά αδύνατη την είσπραξη των χρεών τα οποία εμφανίζονταν να τους επιβαρύνουν.
Η καταγγελία εργαζόμενης που άνοιξε την έρευνα
Η υπόθεση άρχισε να ερευνάται μετά την επώνυμη καταγγελία εργαζόμενης προς τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.
Η εργαζόμενη φέρεται να διαπίστωσε πως για την καταβολή των χρημάτων συμμετείχαν εταιρείες που δεν γνώριζε ούτε ως προς την ύπαρξη ούτε ως προς τον ρόλο τους. Με αφετηρία την καταγγελία, οι αστυνομικοί ερεύνησαν τις σχέσεις ανάμεσα στις επιχειρήσεις και αποτύπωσαν τη λειτουργία του δικτύου.
Αναλήψεις άνω των 2 εκατ. ευρώ και κατασχέσεις
Τα στοιχεία που συγκέντρωσαν οι Αρχές δείχνουν ότι τα παράνομα ποσά φέρονται να περνούσαν μέσα από το εταιρικό δίκτυο και να αναμειγνύονταν με άλλα χρήματα στους ίδιους τραπεζικούς λογαριασμούς. Κατόπιν, σύμφωνα με την έρευνα, κατευθύνονταν σε πολυτελή διαβίωση και στοιχηματισμό.
Το συνολικό ύψος των αναλήψεων από τους λογαριασμούς των εταιρειών εκτιμάται ότι ήταν μεγαλύτερο από 2 εκατομμύρια ευρώ.
Οι έρευνες σε κατοικίες, εταιρικούς χώρους, λογιστικά γραφεία και θυρίδες οδήγησαν στην κατάσχεση 136.237 ευρώ, δύο αυτοκινήτων, μίας μοτοσικλέτας και ενός αεροβόλου πιστολιού.
Παράλληλα, βρέθηκαν τραπεζικές κάρτες, έγγραφα, σφραγίδες εταιρειών, ταμειακές μηχανές, POS, κινητά τηλέφωνα και ηλεκτρονικοί υπολογιστές.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.