Βουλγαρία: Παρουσιάστηκαν τα 53 κειμήλια που επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά από 109 χρόνια

Μια εντυπωσιακή ξύλινη θύρα με ένθετα από φίλντισι και οστό, αργυρό κάλυμμα εικόνας του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, δύο διακοσμημένοι σταυροί λιτανείας και λειψανοθήκες, μία με χαραγμένη την ημερομηνία 25 Μαρτίου 1821, ανήκουν στα εκκλησιαστικά κειμήλια που ύστερα από 109 χρόνια στη Βουλγαρία επέστρεψαν στη Μακεδονία. Τα αντικείμενα παρουσιάστηκαν από την υπουργό Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη.
Τα 53 αντικείμενα, καταχωρισμένα σε 48 αριθμητικές εγγραφές, χρονολογούνται από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα. Στη συλλογή περιλαμβάνονται εικόνες, εκκλησιαστικά σκεύη και άμφια, καθώς και επισκοπικός θρόνος, πύλη και αναλόγιο. Η Λίνα Μενδώνη παρουσίασε τα κειμήλια στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη, όπου θα παραμείνουν προσωρινά εκτεθειμένα, πριν επιστρέψουν στις μονές και τις εκκλησιαστικές αρχές από τις οποίες προέρχονται.
Η επάνοδος των κειμηλίων είναι το πρώτο αποτέλεσμα της συμφωνίας Ελλάδας και Βουλγαρίας, η οποία υπογράφηκε στις 29 Σεπτεμβρίου και προβλέπει την αμοιβαία «κατάθεση» αντικειμένων ιστορικής αξίας για τις δύο χώρες. Στο επόμενο στάδιο θα εξεταστεί η προέλευση και θα διεκδικηθούν και άλλα πολιτιστικά αγαθά που απομακρύνθηκαν από ελληνικές μονές.
«Η επιστροφή αυτών των συγκεκριμένων αναγνωρίζει την άμεση και νόμιμη ιδιοκτησία τους στην Ελλάδα. Αυτό είναι ένα από τα πολλά σημαντικά, τα οποία εξασφαλίζει η συγκεκριμένη συμφωνία», δήλωσε η υπουργός Πολιτισμού. Όπως υπογράμμισε, η συμφωνία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να τεκμηριωθεί η προέλευση και να διεκδικηθούν επιπλέον κειμήλια, χειρόγραφα και αντικείμενα που βρίσκονται στη Βουλγαρία.
Κειμήλια με ξεχωριστή ιστορική και καλλιτεχνική σημασία
Μεταξύ των αξιοσημείωτων αντικειμένων βρίσκονται δύο ζεύγη ριπιδίων, κατασκευασμένα από εκκλησιαστικούς αργυροχρυσοχόους με επιχρυσωμένο ασήμι και σμάλτο. Άγγελοι, που εναλλάσσονται σε μετάλλια και εξαπτέρυγα, κρατούν τον κεντρικό δίσκο, γύρω από τον οποίο είναι γραμμένος ο ύμνος των Επινίκιων: «Άδοντα, βοώντα, κεκραγότα, και λέγοντα Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ».
Αφιερώματα του 16ου αιώνα, τα ριπίδια έχουν ιδιαίτερη εκκλησιαστική, ιστορική και αρχαιολογική αξία. Η κ. Μενδώνη ανέφερε πως το ένα ζεύγος ανήκει στη Μονή Τιμίου Προδρόμου και το άλλο στην Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης, καθώς πιθανολογείται ότι προέρχεται από τους Αγίους Θεοδώρους. «Πρόκειται πραγματικά για μοναδικά έργα τέχνης. Είναι 16ο αιώνας, επίχρυσο ασήμι και σμάλτο και είναι αφιέρωμα του Μητροπολίτης Σερρών Γενναδίου. Είναι από αυτά τα αντικείμενα τα οποία ξεχωρίζουν όχι μόνο για την εκκλησιαστική και θρησκευτική τους σημασία, αλλά και για την ιστορική και αρχαιολογική τους αξία», είπε χαρακτηριστικά.
Ξεχωριστό κειμήλιο αποτελεί το αργυρό κάλυμμα της εικόνας του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, όπου απεικονίζονται σκηνές από τη ζωή του. Τα τμήματα που επιστρέφουν ενώνονται με τη λατρευτική εικόνα στο τέμπλο της Μονής Τιμίου Προδρόμου, συμπληρώνοντάς την. Η υπουργός στάθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, εξηγώντας ότι η επιστροφή δεν σημαίνει μόνο την απόκτηση μεμονωμένων έργων, αλλά αποκαθιστά την ιστορική και λειτουργική συνοχή των μνημείων.
Στη συλλογή υπάρχουν επίσης δύο μεγάλοι σταυροί λιτανείας, έργα εξαιρετικής τέχνης. Ο παλαιότερος είναι πατριαρχικού τύπου και έχει παραστάσεις και στις δύο πλευρές. Αρχικά ήταν διακοσμημένος με πολύτιμους λίθους και περίτεχνο συρματερό διάκοσμο, γνωστό ως φιλιγκράν. Στο επάνω μέρος του ξεχωρίζει στέμμα, το οποίο κρατούν άγγελοι.
Στα αντικείμενα συγκαταλέγονται και λειψανοθήκες, σημαντικά δείγματα μικροτεχνίας, με αρκετές να έχουν δημιουργηθεί από διακεκριμένους αργυροχρυσοχόους. Μία από αυτές φέρει επιγραφή με ημερομηνία 25 Μαρτίου 1821, στοιχείο που της προσδίδει ιδιαίτερο συμβολισμό.
Τα περισσότερα κειμήλια προέρχονται από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, τη Μονή της Εικοσιφοίνισσας και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης, ενώ ένα αντικείμενο έχει προέλευση από τη Νάουσα. Το υπουργείο επιδιώκει την επιστροφή τους στους φυσικούς τους χώρους, εφόσον το επιθυμούν οι μονές και οι εκκλησιαστικές αρχές, όπως ανέφερε η υπουργός. «Πρόκειται για αντικείμενα ανεκτίμητης ιστορικής, πολιτιστικής και συναισθηματικής αξίας. Και λέω συναισθηματικής, διότι συνοδεύονται από επιγραφές, οι οποίες αναφέρουν ονόματα ιεραρχών, μοναχών, ηγουμένων, ακόμα και απλών τεχνητών. Επομένως, το καθένα από αυτά με τον τρόπο του συνεισφέρει στη σύνθεση της τοπικής ιστορίας», σημείωσε η κ. Μενδώνη.
Το χρονικό της αρπαγής και η επιστροφή του 1923
Η αφαίρεση των κειμηλίων σχετίζεται με τη δράση των βουλγαρικών στρατευμάτων κατοχής στις αρχές του 20ού αιώνα. Από μονές της Μακεδονίας αποσπάστηκαν εκκλησιαστικά αντικείμενα, ιερά άμφια, χειρόγραφα και παλαίτυπα. Η Συνθήκη του Νεϊγύ προέβλεπε ότι αυτά τα πολιτιστικά αγαθά έπρεπε να επιστραφούν στην Ελλάδα.
Η πρώτη απόδοση αντικειμένων στην Ελλάδα έγινε τον Μάιο του 1923. Τότε ο βυζαντινολόγος Γεώργιος Σωτηρίου παρέλαβε κιβώτια με κειμήλια και χειρόγραφα από τις βουλγαρικές αρχές, χωρίς όμως να μπορέσει να συνεχίσει την έρευνά του στη Βουλγαρία. Όπως ανέφερε η υπουργός, η αποστολή περιείχε 259 χειρόγραφα, 62 αντικείμενα και έντυπα βιβλία, τα οποία μοιράστηκαν σε μουσεία, βιβλιοθήκες και άλλους οργανισμούς.
Παρά την επιστροφή αυτή, σημαντικός αριθμός κειμηλίων δεν γύρισε ποτέ στην Ελλάδα. Κάποια παρέμειναν σε συλλογές της Βουλγαρίας, ενώ άλλα εντοπίστηκαν αργότερα σε εκθέσεις ή στην αγορά τέχνης. Η επανεμφάνιση χειρογράφων και αντικειμένων κατά τη δεκαετία του 1990 έφερε ξανά στο προσκήνιο το αίτημα επιστροφής τους, δίχως να επιτευχθεί συνολική λύση.
Η κ. Μενδώνη ανέφερε ότι η νέα συμφωνία ανοίγει τον δρόμο για πιο οργανωμένη προσπάθεια εντοπισμού και τεκμηρίωσης των ελληνικών πολιτιστικών αγαθών που εξακολουθούν να βρίσκονται στη Βουλγαρία.
Η δεύτερη φάση της συμφωνίας για τη διεκδίκηση των υπόλοιπων κειμηλίων
Στο πλαίσιο του επόμενου σταδίου, η Ελλάδα θα μπορεί να συμβουλεύεται καταλόγους και ευρετήρια, αλλά και να εξετάζει τα ίδια τα αντικείμενα. Στόχος είναι οι Έλληνες επιστήμονες να τεκμηριώσουν την προέλευσή τους και να καταθέσουν αιτήματα επιστροφής. Η διαδικασία προγραμματίζεται να αρχίσει στα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου, σε συνεργασία με τις βουλγαρικές αρχές.
Η υπουργός παραδέχθηκε πως η προσπάθεια παρουσιάζει δυσκολίες, επειδή οι καταγραφές των μονών πριν από τις λεηλασίες δεν είναι πάντα πλήρεις ή ξεκάθαρες. «Οι περιληπτικές και ενδεικτικές καταγραφές, οι ενδείξεις και οι ασάφειες στους καταλόγους των μονών πριν την κλοπή, δυσκολεύουν αυτή μας την προσπάθεια. Παρόλα αυτά, εμείς θα συνεχίσουμε», δήλωσε.
Η κ. Μενδώνη απάντησε επίσης στην κριτική πως η επιστροφή στη Βουλγαρία των οστών του τσάρου Σαμουήλ, στο πλαίσιο της συμφωνίας, αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας. Σύμφωνα με την υπουργό, τα οστά έφτασαν στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού μόλις το 2012, αφού προηγουμένως είχαν φυλαχθεί για μεγάλο διάστημα στο εργαστήριο του Πολυτεχνείου και στη συνέχεια στην κατοικία του καθηγητή Νικόλαου Μουτσόπουλου. «Η εκκλησία στα χέρια της δεν είχε τίποτα. Το Υπουργείο Πολιτισμού είχε τα οστά του Σαμουήλ, τα οποία τα δώσαμε στους Βούλγαρους. Αυτά τα συγκεκριμένα οστά λένε κάτι στον ελληνικό λαό;», διερωτήθηκε, επιμένοντας ότι η Ελλάδα και η Εκκλησία αποκομίζουν σημαντικά οφέλη από τη συμφωνία. «Επομένως, πήραμε πολύτιμα εκκλησιαστικά και ιστορικά κειμήλια, που για τους Βουλγάρους έλεγαν πολλά, για μας λένε περισσότερα, και δώσαμε τα οστά του Σαμουήλ. Ποιος είναι ο πραγματικά κερδισμένος; Νομίζω ότι ο πραγματικά κερδισμένος είναι η πατρίδα και η Εκκλησία μας», υπογράμμισε.
Ολοκληρώνοντας, η κ. Μενδώνη τόνισε ότι η πολιτιστική διπλωματία μπορεί να ενισχύσει τη συνεργασία ανάμεσα στις δύο χώρες, σε μια περίοδο με σημαντικές γεωπολιτικές ανακατατάξεις. «Η Ελλάδα δεν επιδιώκει να έχει ψυχροπολεμικές σχέσεις με τους γείτονές της. Η Κυβέρνηση προωθεί το κλίμα φιλίας και συνεργασίας», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η συμφωνία συμβάλλει προς αυτή την κατεύθυνση.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.