ΔΙΕΘΝΗ

Politico: Η Ακροδεξιά αλλάζει στρατηγική και ανεβαίνει επικίνδυνα – Όχι μετριοπάθεια, μόνο ριζοσπαστισμός

Η εντυπωσιακή επικράτηση της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» (AfD) στη Σαξονία-Άνχαλτ, ανατρέπει τα μέχρι τώρα δεδομένα για τη στρατηγική της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, αποδεικνύοντας ότι ο δρόμος προς την κάλπη δεν απαιτεί απαραίτητα στροφή προς το κέντρο.

Η νέα συνταγή επιτυχίας

Για χρόνια, η επικρατούσα εκτίμηση στην Ευρώπη ήταν πως τα κόμματα της Ακροδεξιάς είχαν μπροστά τους ένα δίλημμα: είτε θα μετριάζαν τις θέσεις τους για να γίνουν αρεστά στο ευρύ κοινό είτε θα παρέμεναν στο περιθώριο.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του το Politico, η σαρωτική νίκη του AfD στις πρόσφατες περιφερειακές εκλογές στη Γερμανία, όπου συγκέντρωσε το εντυπωσιακό 44%, δείχνει πως υπάρχει και ένας τρίτος δρόμος: η περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση.

Το αποτέλεσμα αυτό καταρρίπτει την αυταπάτη του ευρωπαϊκού κατεστημένου ότι η Ακροδεξιά είναι «καταδικασμένη» να εξημερωθεί στην πορεία της προς την εξουσία.

Αυτή την τακτική της «στροφής προς το συστημικό ρεύμα» ακολούθησαν σε μεγάλο βαθμό η Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία και η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία.

Η Ιταλίδα Πρωθυπουργός μετρίασε τη ρητορική της απέναντι στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, δημιουργώντας τον όρο «Μελονισμός» (Melonization).

Από την πλευρά της, η Λεπέν πέρασε χρόνια προσπαθώντας να «αποδαιμονοποιήσει» το κόμμα της RN, αποσύροντας τις εκκλήσεις για αποχώρηση από την ΕΕ και κρατώντας αποστάσεις από τη Μόσχα μετά την εισβολή στην Ουκρανία.

Αντίθετα, το AfD ακολούθησε την ακριβώς αντίθετη διαδρομή. Σύμφωνα με το Politico, το γερμανικό κόμμα κλιμάκωσε τη ρητορική του κατά του κεφαλαίου και του ισλάμ, διατήρησε τη φιλορωσική του στάση και, παρ’ όλα αυτά, είδε τα ποσοστά του να εκτοξεύονται.

Καθώς η Ακροδεξιά καταγράφει υψηλά ποσοστά ενόψει των κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων σε Σουηδία, Γαλλία, Ισπανία, Πολωνία και Ιταλία, η επιτυχία του AfD αντηχεί πολύ πέρα από τα σύνορα της ανατολικής Γερμανίας.

Όπως σημειώνει το δημοσίευμα, το γεγονός αυτό εγείρει ένα ανησυχητικό ενδεχόμενο για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς: οι μελλοντικοί λαϊκιστές αμφισβητίες να μην βλέπουν κανέναν λόγο να μιμηθούν τη Μελόνι ή τη Λεπέν, αλλά να αντιγράψουν το παράδειγμα της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία».

Ενθουσιασμός

Τα αποτελέσματα στη Σαξονία-Άνχαλτ προκάλεσαν κύμα ενθουσιασμού στους πιο ριζοσπαστικούς κύκλους. Ο Αφόνσο Γκονσάλβες, ηγέτης του υπερεθνικιστικού πορτογαλικού κινήματος Reconquista, δήλωσε στο Politico πως η εκλογική νίκη αποτελεί απόδειξη ότι οι «εθνικιστικές και ταυτοτικές πολιτικές» είναι «ακριβώς το είδος πολιτικής που χρειαζόμαστε για να κερδίσουμε εκλογές και να σώσουμε τις χώρες μας».

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Ιταλός πρώην στρατηγός Ρομπέρτο Βανάτσι, ο οποίος αμφισβητεί τη Μελόνι από τα δεξιά, σχολίασε με ανάρτησή του στο X: «Τώρα, συνεχίστε να μας αποκαλείτε εξτρεμιστές. Αν ο μισός πληθυσμός στέκεται στο πλευρό του AfD, οι κατηγορίες περί εξτρεμισμού, εξ ορισμού, εξατμίζονται και εξαφανίζονται».

Παρέμβαση υπήρξε και από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να γράφει στην πλατφόρμα Truth Social: «Ουάου! Το λαϊκιστικό κόμμα στη Γερμανία είχε μια πραγματικά μεγάλη νύχτα. Βαρέθηκαν επιτέλους τους απολύτως φρικτούς κανόνες και κανονισμούς για τη Μετανάστευση, που έχουν βλάψει τόσο πολύ τη Γερμανία. Ανεβαίνουν και δεν πρόκειται να το ανεχτούν άλλο! MGGA! (Make Germany Great Again)».

Την ίδια στιγμή, όπως παρατηρεί το Politico, τόσο η Μαρίν Λεπέν όσο και η Τζόρτζια Μελόνι επέλεξαν να μην προβούν σε κανένα σχόλιο.

Το σχίσμα και η ατζέντα

Το ρήγμα μεταξύ των δύο τάσεων της Ακροδεξιάς δεν είναι καινούργιο, σημειώνει το Politico. Ο «Εθνικός Συναγερμός» (RN) της Λεπέν είχε ήδη διακόψει τις σχέσεις της με το AfD πριν από τις Ευρωεκλογές του 2024, έπειτα από δηλώσεις κορυφαίων στελεχών του γερμανικού κόμματος που υποβάθμιζαν τη δράση των SS.

Μετά το αποτέλεσμα στη Σαξονία-Άνχαλτ, ο Ζαν-Φιλίπ Τανγκί, βουλευτής του RN, δήλωσε στη γαλλική τηλεόραση «σοκαρισμένος» από το γεγονός ότι τόσοι πολλοί «ψήφισαν ανθρώπους που υποβαθμίζουν το ναζιστικό παρελθόν της Γερμανίας».

Αντίθετα, το AfD πέτυχε την εκλογική του εκτόξευση ενισχύοντας τα πιο ριζοσπαστικά στελέχη της. Ο Ούλριχ Ζίγκμουντ, επικεφαλής του κόμματος στη Σαξονία-Άνχαλτ, έγινε γνωστός το 2024 για τη συμμετοχή του στη μυστική συνάντηση στο Πότσνταμ, όπου συζητήθηκαν σχέδια για μαζικές απελάσεις μεταναστών.

Το AfD υποστηρίζει ανοιχτά αυτό που αποκαλεί «επαναμετανάστευση» (remigration), την ενθάρρυνση δηλαδή ατόμων με μεταναστευτικό υπόβαθρο να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους.

Στο πρόγραμμά της για τη Σαξονία-Άνχαλτ, το κόμμα πρότεινε «οικονομικά και μη οικονομικά κίνητρα» για να ωθήσει ακόμη και νόμιμους μετανάστες να εγκαταλείψουν τη χώρα.

Μάλιστα, αυτό το καλοκαίρι, ανώτερα στελέχη του AfD συμμετείχαν σε «σύνοδο κορυφής για την επαναμετανάστευση» με κεντρικό ομιλητή τον Γκρέγκορι Μποβίνο, πρώην διοικητή της Συνοριοφυλακής των ΗΠΑ.

Εκεί συνευρέθηκαν με ακροδεξιούς πολιτικούς από το ισπανικό Vox, το βρετανικό Restore Britain, αλλά και τον Αυστριακό Μάρτιν Ζέλνερ, στον οποίο έχει απαγορευτεί η είσοδος στη Γερμανία.

Σύμφωνα με το Politico, η τάση αυτή επεκτείνεται. Στην Πορτογαλία, ο Γκονσάλβες εξετάζει την ίδρυση κόμματος που θα αμφισβητήσει το ήδη ακροδεξιό Chega, με δημοσκοπήσεις να του δίνουν έως και 5%.

Ο ίδιος προτείνει ακόμη και την αφαίρεση της πορτογαλικής υπηκοότητας από μετανάστες που την απέκτησαν «παράνομα» ή «ενάντια στις αξίες του έθνους».

Στη Γαλλία, ανερχόμενα στελέχη όπως η ευρωβουλευτής Σάρα Κναφό υιοθετούν παρόμοιες στρατηγικές ριζοσπαστικής ρητορικής.

«Υπάρχει ένα “πριμ” στη ριζοσπαστική ρητορική. Αποδίδει περισσότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν», αναφέρει στο Politico ο Ζερόμ Ζαμέν, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Λιέγης.

Το ταβάνι της εξουσίας και οι προκλήσεις

Το κατά πόσο η ριζοσπαστική συνταγή της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» μπορεί να φέρει νίκες εκτός των προμαχώνων της στην ανατολική Γερμανία παραμένει ανοιχτό ερώτημα.

Όπως αναλύει το Politico, μπορεί να συσπειρώνει το πιο σκληροπυρηνικό κομμάτι των ψηφοφόρων, αλλά ταυτόχρονα τρομάζει τη μάζα του εκλογικού σώματος. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να φέρει μεγάλες νίκες σε τοπικό επίπεδο, αλλά να αποτύχει σε εθνική κλίμακα.

Παράλληλα, τα συστημικά κόμματα της Γερμανίας διατηρούν το «τείχος προστασίας», αρνούμενα να συνεργαστούν με το AfD.

Αυτό δυσκολεύει ήδη τον σχηματισμό κυβέρνησης στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου το κόμμα απέχει τρεις έδρες από την αυτοδυναμία, ενώ καθιστά την άνοδο στην ομοσπονδιακή εξουσία σχεδόν αδύνατη, παρά το ότι πανεθνικά συγκεντρώνει 28%.

Η ιστορία δείχνει επίσης ότι όταν οι ριζοσπαστικές δυνάμεις αγγίζουν την εξουσία, συχνά προσκρούουν στην πραγματικότητα.

Στην Ουγγαρία, η 16χρονη κυριαρχία του Βίκτορ Όρμπαν έληξε με μια βαριά εκλογική ήττα νωρίτερα φέτος, όταν απέτυχε να υλοποιήσει τις υποσχέσεις του. Στις ΗΠΑ, η κρίση του κόστους διαβίωσης που προκλήθηκε από τις πολιτικές της διακυβέρνησης Τραμπ επιβαρύνει τα ποσοστά της αποδοχής του ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.

Ωστόσο, ο καθηγητής Ζερόμ Ζαμέν υπογραμμίζει στο Politico ότι η ειδοποιός διαφορά σήμερα έγκειται στο διεθνές περιβάλλον.

Ενώ κάποτε η Ουάσινγκτον προσπαθούσε να συγκρατήσει τα ακροδεξιά κινήματα της Ευρώπης, η σημερινή αμερικανική διοίκηση υπό τον Τραμπ, με την αμφισβήτηση των νομικών και συνταγματικών ορίων, αποτελεί έμπνευση για αυτά.

«Το γεγονός ότι αυτό προέρχεται από τον Λευκό Οίκο κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται: “Μπορούμε να κάνουμε το ίδιο, αυτό είναι το μέλλον της πολιτικής“», καταλήγει ο Ζαμέν.

 

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο ΔΕΔΟΜΕΝΟ.

ΣΧΟΛΙΑ

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *.

Politico: Η Ακροδεξιά αλλάζει στρατηγική και ανεβαίνει επικίνδυνα – Όχι μετριοπάθεια, μόνο ριζοσπαστισμός