Γερμανία: Ο Μερτς υποστηρίζει αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης στα 70 έτη μέχρι το 2090
Ειδική επιτροπή στη Γερμανία εισηγείται σύνδεση της συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής και πλήρη κατάργηση της πρόωρης εξόδου από την εργασία.

Η Γερμανία εξετάζει μια βαθιά μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού, με επιτροπή ειδικών να προτείνει σταδιακή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης στα 70 έτη έως τις αρχές της δεκαετίας του 2090, σύνδεσή του με το προσδόκιμο ζωής και κατάργηση των πρόωρων συντάξεων. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς στηρίζει τις αλλαγές, υποστηρίζοντας ότι είναι αναγκαίες για τη βιωσιμότητα του συστήματος, όμως οι προτάσεις προκαλούν αντιδράσεις, καθώς θεωρείται ότι θα επιβαρύνουν κυρίως τους εργαζόμενους σε βαριά και χαμηλόμισθα επαγγέλματα, ενώ εγείρουν και ανησυχίες για τη σύνδεση των συντάξεων με τις αγορές.
Πιο αναλυτικά
Μια ειδική επιτροπή ειδικών, που συστάθηκε για την αναδιάρθρωση του ασφαλιστικού συστήματος, εισηγείται τη σύνδεση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, καθώς και την πλήρη κατάργηση της πρόωρης εξόδου από την εργασία.
Με στόχο τη διασφάλιση του συνταξιοδοτικού συστήματος απέναντι στις δημογραφικές προκλήσεις και τη γήρανση του πληθυσμού, η Γερμανία καλείται να μεταθέσει σταδιακά το όριο συνταξιοδότησης στα 70 έτη έως τις αρχές της δεκαετίας του 2090. Η πρόταση αυτή βασίζεται σε πόρισμα επιτροπής εμπειρογνωμόνων και τυγχάνει της υποστήριξης του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς.
Κατά την παρουσίαση των συμπερασμάτων της την Τρίτη (23/6), η επιτροπή, η οποία μελετούσε τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις,, αποφάνθηκε ότι η ηλικία συνταξιοδότησης πρέπει να ακολουθεί την άνοδο του προσδόκιμου ζωής, ενώ παράλληλα πρότεινε να μπει τέλος στις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις.
«Κανένας πολίτης δεν χρειάζεται να ανησυχεί», δήλωσε σχετικά ο Φρίντριχ Μερτς, τονίζοντας «ότι οι παρεμβάσεις αυτές θα αποτρέψουν τη βιωσιμότητα του συστήματος από την κατάρρευση και θα ενισχύσουν την αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών».
Η συγκεκριμένη επιτροπή πραγματοποιούσε πολύωρες καθημερινές συνεδριάσεις από τον περασμένο Ιανουάριο, καταλήγοντας στη σύνταξη ενός πλάνου 33 σημείων που δημοσιοποιήθηκε σήμερα (23/06/2026).
Επενδύσεις σε μετοχές και διεύρυνση της βάσης εισφορών
Στις κεντρικές εισηγήσεις των ειδικών περιλαμβάνεται η επένδυση των υποχρεωτικών ασφαλιστικών εισφορών (εργαζομένων και εργοδοτών) στο χρηματιστήριο, με σκοπό την προστασία και την ενίσχυση της αξίας τους για το μέλλον. Επιπλέον, προτείνεται η επέκταση της υποχρέωσης καταβολής εισφορών στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων αλλά και των αυτοαπασχολούμενων.
Σήμερα, το όριο ηλικίας για όσους βγουν στη σύνταξη στις αρχές της δεκαετίας του 2030 είναι τα 67 έτη, ένα όριο που θεσπίστηκε πριν από περίπου είκοσι χρόνια. Η επιτροπή υπογραμμίζει ότι αυτό το όριο πρέπει να αναπροσαρμόζεται ανάλογα με το προσδόκιμο ζωής, ώστε να αγγίξει περίπου τα 70 έτη στις αρχές της δεκαετίας του 2090.
Η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις πιο γρήγορα γηράσκουσες κοινωνίες παγκοσμίως. Όπως συμβαίνει και σε άλλα δυτικά κράτη, καλείται να λύσει την εξίσωση της βιωσιμότητας του συστήματος, τη στιγμή που όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι θα πρέπει να χρηματοδοτούν τις συντάξεις ενός συνεχώς αυξανόμενου και μακροβιότερου πληθυσμού απομάχων της εργασίας.
Η κυβερνητική πρόθεση είναι να ψηφιστούν οι αλλαγές πριν από τις θερινές διακοπές του επόμενου μήνα, αν και εκκρεμεί η συζήτηση και η ψήφισή τους από το κοινοβούλιο.
Οι αντιδράσεις και ο αντίλογος
Οι επικριτές των μέτρων εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις, υποστηρίζοντας ότι η ρύθμιση αυτή θα πλήξει δυσανάλογα όσους ασκούν χειρωνακτικά, σωματικά επίπονα και χαμηλόμισθα επαγγέλματα, όπως είναι οι οικοδόμοι και οι φροντιστές. Την ίδια στιγμή, σημειώνουν ότι μια τέτοια μεταρρύθμιση ευνοεί κυρίως τους άνδρες με υψηλές αποδοχές και σταθερή, αδιάλειπτη επαγγελματική πορεία.
Παράλληλα, εκφράζονται ανησυχίες ότι η σύνδεση των συντάξεων με τις κεφαλαιαγορές εγκυμονεί κινδύνους αστάθειας, ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικής ύφεσης.
Από την πλευρά του, ο Μερτς προκρίνει μια στρατηγική βάθος χρόνου, επισημαίνοντας:
«Η αξιοποίηση της κεφαλαιαγοράς στο δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα αποτελεί ίσως τον καθοριστικότερο παράγοντα για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα και αντοχή του».
Ιστορικό υπόβαθρο και στατιστικά στοιχεία
Το συνταξιοδοτικό μοντέλο της Γερμανίας, αποτελεί το παλαιότερο κρατικό σύστημα αυτού του είδους παγκοσμίως. Θεσπίστηκε το 1889 από τον καγκελάριο Όττο φον Μπίσμαρκ για πολιτικούς λόγους, καθώς προσδοκούσε να ανακόψει την επιρροή του σοσιαλιστικού κινήματος, στρέφοντας τους εργαζόμενους μακριά από τα συνδικάτα και ενισχύοντας την αφοσίωσή τους προς τη γερμανική αυτοκρατορία.
Με βάση τα επίσημα δεδομένα του 2024, το 23% των Γερμανών (περίπου 19 εκατομμύρια πολίτες) είναι από 65 ετών και άνω, όταν το αντίστοιχο ποσοστό το 1991 ήταν μόλις 15%. Αυτή τη στιγμή, το μέσο προσδόκιμο ζωής διαμορφώνεται στα 78,5 έτη για τους άνδρες και στα 83,2 έτη για τις γυναίκες.
Πηγή: Guardian
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.