New York Times: Ο Τραμπ προσφέρει διαδοχικές «νίκες» στον Πούτιν, που απαντά με περισσότερο πόλεμο στην Ουκρανία

Ο Ντόναλντ Τραμπ προχωρά σε αλλεπάλληλες πολιτικές και οικονομικές παραχωρήσεις προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ενώ ο Ρώσος πρόεδρος δεν δείχνει πρόθεση να σταματήσει τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά προετοιμάζεται για περαιτέρω κλιμάκωση. Το κλίμα στη Μόσχα ευνοούν η χαλάρωση των κυρώσεων για το ρωσικό ντίζελ, οι πιέσεις προς το Κίεβο να διακόψει τις επιθέσεις σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και οι δημόσιες επικρίσεις του Αμερικανού προέδρου προς την ουκρανική ηγεσία. Σε εκτενή ανάλυσή τους, οι New York Times καταγράφουν τα σημαντικά οφέλη που εξασφαλίζει ο Πούτιν από τις αποφάσεις της Ουάσινγκτον, χωρίς να δίνει ουσιαστικά ανταλλάγματα για την ειρήνη.
Οι τελευταίες εξελίξεις, κατά την αμερικανική εφημερίδα, δείχνουν ότι διευρύνεται η ανισορροπία στις σχέσεις της Ουάσινγκτον, της Μόσχας και του Κιέβου.
Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα χαλαρώσουν οι κυρώσεις στο ρωσικό ντίζελ, τάχθηκε δημόσια υπέρ της ανάδειξης νέας ηγεσίας στην Ουκρανία και πίεσε να σταματήσουν οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, που έχουν πλήξει σοβαρά την οικονομία της Ρωσίας.
Από το Κρεμλίνο, όμως, δεν ακολούθησε καμία παραχώρηση στις διαπραγματεύσεις.
Μόλις λίγα λεπτά αφότου ανακοινώθηκε η συμφωνία για το ντίζελ, η Μόσχα επανέλαβε πως ο Πούτιν δεν σκοπεύει προς το παρόν να διαπραγματευτεί με την Ουκρανία, επικαλούμενη τα ουκρανικά πλήγματα την περίοδο των ρωσικών βουλευτικών εκλογών τον προηγούμενο μήνα.
Την επομένη, ρωσικό πλήγμα στη Ζαπορίζια σκότωσε 22 ανθρώπους, ανάμεσά τους τέσσερα παιδιά, σύμφωνα με τον απολογισμό που μεταφέρουν οι New York Times.
Η επίθεση ήρθε να προστεθεί στους σχεδόν καθημερινούς βομβαρδισμούς, οι οποίοι έχουν οδηγήσει σε απότομη αύξηση των απωλειών αμάχων, ενώ η Ουκρανία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρή έλλειψη αντιαεροπορικών πυραύλων.

Ο Πούτιν σχεδιάζει τον πιο βαρύ χειμώνα του πολέμου
Όπως αναφέρει η ανάλυση, ο Ρώσος πρόεδρος έχει ήδη δείξει ότι σχεδιάζει να κλιμακώσει τις επιθέσεις εναντίον των ενεργειακών υποδομών της Ουκρανίας και του δικτύου ύδρευσης.
Φέρεται να επιδιώκει την αποδυνάμωση βασικών υποδομών, με συνέπεια εκατομμύρια Ουκρανοί να περάσουν τον χειμώνα χωρίς επαρκή ηλεκτροδότηση, θέρμανση ή νερό.
Η Χάνα Νότε, αναλύτρια στο James Martin Center for Nonproliferation Studies και συγγραφέας βιβλίου για τη ρωσική εξωτερική πολιτική, θεωρεί ξεκάθαρες τις επιδιώξεις του Κρεμλίνου.
«Είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι αυτή τη στιγμή επιδιώκει να επιβάλει στους Ουκρανούς έναν πραγματικά, πραγματικά σκληρό χειμώνα», δήλωσε για τον Πούτιν.
Παρότι οι ρωσικές δυνάμεις προχωρούν αργά στα μέτωπα, η Μόσχα εξακολουθεί να θεωρεί πως μπορεί να νικήσει φθείροντας την Ουκρανία και δοκιμάζοντας τις αντοχές των δυτικών συμμάχων της.
Η συμφωνία για το ντίζελ και τα δισεκατομμύρια που ενδέχεται να λάβει η Ρωσία
Ο Τραμπ έχει ως βασική προτεραιότητα να συγκρατήσει τις τιμές των καυσίμων στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς πλησιάζουν οι δύσκολες ενδιάμεσες εκλογές.
Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε τη συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ ως μέτρο αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης.
Οι New York Times, ωστόσο, σημειώνουν ότι η μεγάλη άνοδος στις τιμές των καυσίμων συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τον πόλεμο κατά του Ιράν, στον οποίο ενεπλάκησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Ο Αλεξάντερ Γκαμπούεφ, επικεφαλής του Carnegie Russia Eurasia Center, εκτιμά ότι ο Τραμπ βλέπει τις εξελίξεις κυρίως υπό το πρίσμα των δικών του πολιτικών αναγκών.
Ο αναλυτής αναφέρει πως ο Αμερικανός πρόεδρος δεν παραδέχεται ότι η δική του απόφαση να ξεκινήσει πόλεμο με το Ιράν συνέβαλε στην εκτίναξη των τιμών.
Αντ’ αυτού, στρέφεται στον Πούτιν για μια γρήγορη διέξοδο, διατηρώντας απέναντί του τη θετική στάση που έχει εδώ και χρόνια.
Κατά τις εκτιμήσεις οικονομολόγων, οι ποσότητες ντίζελ που προβλέπει η συμφωνία είναι πολύ μικρές για να οδηγήσουν σε ουσιαστική πτώση των διεθνών τιμών.
Για τη Ρωσία, αντίθετα, τα πιθανά οφέλη είναι πολύ μεγαλύτερα.
Η συμφωνία ενδέχεται να φέρει δισεκατομμύρια δολάρια στη ρωσική οικονομία, ενώ αν οι ουκρανικές επιθέσεις στα διυλιστήρια σταματήσουν για μεγάλο διάστημα, η Μόσχα θα μπορούσε να αποκομίσει ακόμη υψηλότερα οικονομικά κέρδη.

Οι επιθέσεις της Ουκρανίας που έπληξαν τη ρωσική οικονομία
Στις αρχές της χρονιάς, ο Πούτιν βρισκόταν σε αισθητά δυσκολότερη θέση.
Οι στρατιωτικές δαπάνες της Ρωσίας ανέβαιναν γρήγορα, η προέλαση των δυνάμεών της είχε χάσει ρυθμό και οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου, κύριου εξαγωγικού προϊόντος της χώρας, είχαν πέσει κοντά στα 60 δολάρια το βαρέλι.
Τα δεδομένα μεταβλήθηκαν δραστικά όταν άρχισε ο πόλεμος κατά του Ιράν.
Οι τιμές του πετρελαίου, που ξεπέρασαν τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενίσχυσαν τα έσοδα της Ρωσίας. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στον Περσικό Κόλπο χρησιμοποίησαν μαζικά αντιαεροπορικούς πυραύλους, περιορίζοντας τα διαθέσιμα συστήματα αυτού του τύπου για την Ουκρανία.
Παράλληλα, οι διαχρονικοί δεσμοί της Μόσχας με την Τεχεράνη έδωσαν στον Πούτιν ένα επιπλέον διπλωματικό πλεονέκτημα έναντι της Ουάσινγκτον.
Το Κίεβο επιχείρησε να περιορίσει τα οικονομικά οφέλη της Ρωσίας εντείνοντας τις επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας σε διυλιστήρια και άλλες πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.
Οι επιθέσεις είχαν σημαντικά αποτελέσματα: μείωσαν την παραγωγή καυσίμων, δημιούργησαν ουρές στα πρατήρια και οδήγησαν τη Ρωσία, έναν από τους μεγαλύτερους προμηθευτές ντίζελ παγκοσμίως, στην αναστολή των εξαγωγών.
Παρότι οι διεθνείς τιμές σημείωσαν μεγάλη άνοδο, τα έσοδα της Μόσχας από τη φορολόγηση πετρελαίου και φυσικού αερίου υποχώρησαν κατά 17% στο πρώτο εννεάμηνο του 2026, σε σύγκριση με το ίδιο διάστημα του 2025.
Στην πτώση συνέβαλαν ακόμη η ανατίμηση του ρουβλίου και οι επιδοτήσεις καυσίμων στο εσωτερικό της χώρας.
Οι πιέσεις από τις ΗΠΑ απειλούν πλέον να αφαιρέσουν από το Κίεβο ένα από τα βασικότερα εργαλεία οικονομικής πίεσης κατά της Μόσχας.
Η «ενεργειακή εκεχειρία» με όρους που ευνοούν τη Μόσχα
Το Κίεβο έχει δηλώσει ξεκάθαρα πως μπορεί να σταματήσει τα πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια, υπό την προϋπόθεση ότι η Μόσχα θα διακόψει τις επιθέσεις κατά των ενεργειακών υποδομών της Ουκρανίας.
Όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε την Κυριακή μια υποτιθέμενη «ενεργειακή εκεχειρία», η πρόταση, όπως αναφέρουν οι New York Times, προέβλεπε μόνο την παύση των επιθέσεων σε διυλιστήρια πετρελαίου και από τις δύο πλευρές. Η διαφορά είναι καθοριστική.
Η Ουκρανία έχει μόλις ένα μεγάλο διυλιστήριο, το οποίο από το 2022 βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό εκτός λειτουργίας εξαιτίας των ρωσικών πληγμάτων.
Από την άλλη, η Ρωσία έχει ένα εκτεταμένο δίκτυο διυλιστηρίων, η λειτουργία του οποίου έχει υποστεί ζημιές από ουκρανικές επιθέσεις.
Μια συμφωνία που θα κάλυπτε μόνο πετρελαϊκές εγκαταστάσεις θα μπορούσε, επομένως, να αποφέρει δυσανάλογα μεγάλο όφελος στη Μόσχα, χωρίς να προσφέρει ουσιαστική προστασία στους Ουκρανούς αμάχους από τα πλήγματα σε υποδομές ηλεκτρισμού και θέρμανσης.
Ουκρανοί αξιωματούχοι θεώρησαν τη συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ προδοσία της πολυετούς δυτικής προσπάθειας να περιοριστούν οι οικονομικοί πόροι που χρηματοδοτούν τον ρωσικό πόλεμο.

Από τις κυρώσεις σε οικονομικές συμφωνίες με το Κρεμλίνο
Οι παραχωρήσεις που κάνει ο Τραμπ στη Ρωσία εκτείνονται πέρα από τον ενεργειακό τομέα.
Ρώσοι υπουργοί έχουν ήδη γίνει δεκτοί από την αμερικανική κυβέρνηση σε εκδηλώσεις της G20 στη Βόρεια Καρολίνα και το Ουισκόνσιν. Ο Τραμπ, επίσης, σχεδιάζει να υποδεχθεί τον Πούτιν στη σύνοδο των ηγετών της G20, η οποία θα πραγματοποιηθεί τον Δεκέμβριο στο Μαϊάμι.
Την ίδια περίοδο, ΗΠΑ και Ρωσία συζητούν ενδεχόμενες επιχειρηματικές συμφωνίες, τις οποίες η Ουάσινγκτον παρουσιάζει ως κίνητρο για μια μελλοντική ειρηνευτική διευθέτηση.
Ωστόσο, αναλυτές που επικαλούνται οι New York Times εκτιμούν ότι το Κρεμλίνο επιδιώκει παραχωρήσεις ακόμη μεγαλύτερης έκτασης.
Όταν ο Τραμπ επέστρεψε στην προεδρία το 2025, η Μόσχα ήλπιζε ότι οι ΗΠΑ θα σταματούσαν εντελώς τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, με αποτέλεσμα ο Ζελένσκι να αναγκαστεί να αποδεχθεί μια συμφωνία ουσιαστικά στη βάση των όρων του Κρεμλίνου.
Οι προσδοκίες αυτές ενισχύθηκαν από τη σφοδρή σύγκρουση του Τραμπ με τον Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο τον Μάρτιο του 2025, όπως και από την προσωρινή διακοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας και της ανταλλαγής πληροφοριών.
Αργότερα, η ανταλλαγή πληροφοριών αποκαταστάθηκε, ενώ συμφωνήθηκε οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι να προμηθεύονται αμερικανικά όπλα για την Ουκρανία μέσω ενός ειδικού μηχανισμού.
Οι ειρηνευτικές συνομιλίες με τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ δεν έφεραν αποτέλεσμα, την ώρα που η Ουάσινγκτον αφιέρωνε όλο και μεγαλύτερη προσοχή στον πόλεμο με το Ιράν.
Οι λόγοι που ο Τραμπ δεν σταμάτησε πλήρως τη βοήθεια προς την Ουκρανία
Παρά τις κινήσεις του υπέρ της Μόσχας, ο Τραμπ δεν έχει κάνει αυτό που ο Πούτιν θα επιθυμούσε περισσότερο: να τερματίσει ολοκληρωτικά την αμερικανική στήριξη προς την Ουκρανία.
Ο Φιόντορ Λουκιάνοφ, Ρώσος πολιτικός επιστήμονας και σύμβουλος του Κρεμλίνου, είχε σημειώσει τον προηγούμενο μήνα πως μια τέτοια απόφαση θα περιόριζε δραστικά τις αμυντικές δυνατότητες του Κιέβου.
Παρά ταύτα, εκτίμησε πως είναι δύσκολο να λάβει μια τέτοια απόφαση ο Αμερικανός πρόεδρος, αφού η πλήρης ήττα της Ουκρανίας δεν θα του απέφερε πολιτικό όφελος στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Επιπλέον, μια τέτοια εξέλιξη ενδέχεται να προκαλέσει ισχυρές αντιδράσεις στο Κογκρέσο, ιδίως μετά τις ενδιάμεσες εκλογές.
Η Γερουσία των ΗΠΑ έχει εγκρίνει νομοσχέδιο για κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας, που φέρει το όνομα του γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ. Η πλειοψηφία ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να μπορεί να παρακάμψει πιθανό προεδρικό βέτο.
Ωστόσο, ο Τραμπ μπορεί να αναστέλλει την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων επικαλούμενος λόγους εθνικής ασφάλειας. Τέτοια αναστολή θα χρειαστεί για να εισαχθεί ρωσικό ντίζελ.

Το βασικό σχέδιο του Πούτιν: να κουραστεί η Ουκρανία πριν από τη Ρωσία
Η Ρωσία δεν έχει καταφέρει να πετύχει αποφασιστική στρατιωτική νίκη, ωστόσο ο Πούτιν μοιάζει να πιστεύει ακόμη πως ο χρόνος είναι με το μέρος του.
Αναλυτές εκτιμούν ότι το Κρεμλίνο προσδοκά πως οι κυβερνήσεις της Δύσης θα βρεθούν αντιμέτωπες με αυξανόμενες πολιτικές και οικονομικές πιέσεις στο εσωτερικό τους, με αποτέλεσμα να περιορίσουν σταδιακά τη βοήθεια προς την Ουκρανία.
Οι γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027 προσθέτουν έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας, καθώς η Μαρίν Λεπέν υποστηρίζει ότι πρέπει να σταματήσει η οικονομική ενίσχυση του Κιέβου.
Στη Γερμανία, η ενίσχυση της ακροδεξιάς ασκεί πίεση στον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, καθώς ζητά να διακοπεί η στήριξη προς την Ουκρανία.
Την ίδια στιγμή, το υψηλό δημόσιο χρέος στη Βρετανία και τη Γαλλία, μαζί με το αυξημένο κόστος εξυπηρέτησής του, περιορίζει τα δημοσιονομικά περιθώρια των δύο χωρών.
Κατά τον Σαμ Τσάραπ, αναλυτή για τη Ρωσία στη RAND Corporation, το Κρεμλίνο βλέπει πλέον πιο θετικά την προοπτική μιας έκβασης του πολέμου που θα βρίσκεται πιο κοντά στις ρωσικές αξιώσεις.
Ο ίδιος τονίζει ότι οι δυτικοί σύμμαχοι χρειάζεται να ανατρέψουν την αισιοδοξία αυτή, ώστε να αλλάξει ο υπολογισμός της Μόσχας και ο Πούτιν να πειστεί πως η συνέχιση του πολέμου δεν θα του εξασφαλίσει όσα επιδιώκει.
Ως τότε, ο Ρώσος πρόεδρος φαίνεται, σύμφωνα με την ανάλυση των New York Times, να επιμένει στη στρατηγική της φθοράς. Την ίδια ώρα, η Ουάσινγκτον τού παρέχει διευκολύνσεις σε οικονομικό και διπλωματικό επίπεδο, χωρίς να έχει εξασφαλίσει αντίστοιχες δεσμεύσεις για τον τερματισμό των συγκρούσεων.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.