ΔΙΕΘΝΗ

Η Guardian εξυμνεί την ταινία «ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» του Ιωάννη Σμαραγδή

Η ταινία «ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» του Γιάννη Σμαραγδή προβάλλεται πλέον και στην Αγγλία, μετά τις ΗΠΑ, τον Καναδά, τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ελβετία και την Αυστραλία, με κολακευτικό κείμενο της The Guardian.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dedomeno.gr στην Google

Η ταινία «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή γνωρίζει διεθνή επιτυχία, με προβολές σε πολλές χώρες και ιδιαίτερα θερμή υποδοχή από το κοινό, ενώ η Guardian την παρουσιάζει ως αφορμή για να αναδειχθεί ευρύτερα η παραγνωρισμένη ιστορική μορφή του Ιωάννη Καποδίστρια. Το άρθρο τονίζει τη συμβολή του στην ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους, αλλά και το γεγονός ότι παραμένει μια βαθιά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, κάτι που αντανακλάται και στη διχαστική υποδοχή της ταινίας στην Ελλάδα.

Πιο αναλυτικά

Η ταινία-φαινόμενο «ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» του Γιάννη Σμαραγδή, μετά την προβολή της στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ελβετία και την Αυστραλία, προβάλλεται πλέον και στην Αγγλία.

Με αφορμή αυτή την επιτυχία, η εξαιρετικά έγκυρη βρετανική εφημερίδα The Guardian αναφέρθηκε σε εκτενές κείμενό της στην ταινία «ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ», χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια. Παράλληλα, υπογραμμίζει την παραμελημένη ιστορία του Κυβερνήτη και τονίζει ότι, χάρη στην ταινία, παρουσιάζεται μια χρυσή ευκαιρία να γίνει ευρύτερα γνωστή στην Ευρώπη αυτή η τόσο σημαντική προσωπικότητα.

Θυμίζουμε ότι η ταινία, η οποία προβλήθηκε σε 600 κινηματογράφους στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατέλαβε τη 10η θέση σε αριθμό θεατών σε ολόκληρη την Αμερική. Στη Γερμανία, την Αυστρία, την Ελβετία, την Αυστραλία, τον Καναδά και στις υπόλοιπες χώρες όπου προβλήθηκε, οι αίθουσες ήταν σχεδόν πάντοτε κατάμεστες, ενώ οι εκδηλώσεις ενθουσιασμού από Έλληνες και ξένους θεατές υπήρξαν ιδιαίτερα θερμές.

Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στην Ελλάδα, όπου η ταινία προβάλλεται αυτή την περίοδο σε πολλούς θερινούς κινηματογράφους. Οι αντιδράσεις του κοινού θυμίζουν εκείνες των διεθνών προβολών: sold out παραστάσεις, δάκρυα συγκίνησης και χαράς, χειροκροτήματα.

Ακολουθεί η μετάφραση του άρθρου στον Guardian

Επίδοξος δεσπότης, χαρισματικός διπλωμάτης ή άχρωμος γραφειοκράτης; Ο ιδρυτής της σύγχρονης Ελλάδας εξακολουθεί να διχάζει

Ένα νέο βιογραφικό φιλμ φωτίζει μια παραγνωρισμένη μορφή της ευρωπαϊκής ιστορίας

Katy Dartford
16 Ιουνίου 2026

Στην κορυφή ενός λόφου στην κεντρική Κέρκυρα, μια μαρμάρινη προτομή, σμιλεμένη σε κλασικό ύφος, στρέφει το βλέμμα προς τον ουρανό, λιτή, λεπτοκαμωμένη και αυστηρή στην έκφραση. Δεν φέρει στολή, παράσημα ή σύμβολα εξουσίας· μόνο ένα όνομα χαραγμένο στη βάση με ελληνικά κεφαλαία γράμματα: Ι. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ.

Η προτομή στέκει μόνη στους κήπους της Κουκουρίτσας, της παλιάς οικογενειακής κατοικίας του Ιωάννη Καποδίστρια, του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας. Σήμερα, η έπαυλη στεγάζει το μοναδικό μουσείο της χώρας αφιερωμένο στον άνθρωπο που εγκατέλειψε μία από τις ισχυρότερες διπλωματικές θέσεις της Ευρώπης, προκειμένου να επιστρέψει σε μια πατρίδα που μετά βίας μπορούσε να χαρακτηριστεί κράτος και να προσπαθήσει να τη μεταμορφώσει σε ένα πραγματικό έθνος.

Χωρίς τον Καποδίστρια, ίσως να μην υπήρχε το σύγχρονο ελληνικό κράτος, ενώ ο χάρτης της Ευρώπης θα μπορούσε να είναι πολύ διαφορετικός σήμερα. Για χρόνια παρείχε υλική και ηθική υποστήριξη στους Έλληνες επαναστάτες. Μετά την κατάκτηση της ανεξαρτησίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, διαπραγματεύθηκε απευθείας με τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία για τα σύνορα και το μέλλον της νέας χώρας και στη συνέχεια επιδόθηκε στη δημιουργία των θεσμών πάνω στους οποίους στηρίζεται μέχρι σήμερα το ελληνικό κράτος: το νόμισμα, τα δικαστήρια, τα σχολεία και τη δημόσια διοίκηση.

Όταν ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε το 1831 από πρώην συμμάχους που είχαν μετατραπεί σε εχθρούς, ο Ελβετός φιλέλληνας Ζαν-Γκαμπριέλ Εϊνάρδος έγραψε:
«Όποιος δολοφόνησε τον Καποδίστρια, δολοφόνησε την πατρίδα του.»

Κι όμως, διακόσια πενήντα χρόνια μετά τη γέννησή του, ο Καποδίστριας παραμένει μία από τις λιγότερο γνωστές πολιτικές προσωπικότητες της μεταναπολεόντειας Ευρώπης, τόσο εκτός Ελλάδας όσο, συχνά, και εντός αυτής.

Ακόμη και το μουσείο που διατηρεί τη μνήμη του δυσκολεύεται να καλύψει «τις βασικές λειτουργικές του ανάγκες», όπως δήλωσε πρόσφατα η διευθύντριά του στην ελληνική εφημερίδα Καθημερινή.

Μια νέα κινηματογραφική ταινία για τη ζωή του, η οποία προβάλλεται αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους του Ηνωμένου Βασιλείου, έπειτα από επιτυχημένη πορεία στην Ελλάδα και προβολές σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, επιχειρεί να αλλάξει αυτή την κατάσταση.

Γεννημένος στην Κέρκυρα το 1776, όταν το νησί ανήκε ακόμη στη Βενετία, ο Καποδίστριας εντάχθηκε στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία λίγο μετά τα είκοσί του χρόνια. Μέσα σε μόλις έξι χρόνια αναδείχθηκε σε συνυπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας υπό τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄.

Στη ρωσική αυλή συναναστρεφόταν κορυφαίες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών.

«Ήταν ένας εξαιρετικά ικανός πολιτικός χειριστής», λέει ο ιστορικός Ρόντρικ Μπίτον, συγγραφέας του βιβλίου Greece: Biography of a Modern Nation. «Οι ξένοι πολιτικοί και διπλωμάτες της εποχής, ιδιαίτερα όσοι συμμετείχαν στο Συνέδριο της Βιέννης, τον εκτιμούσαν ιδιαίτερα.»

Η ταινία Καποδίστριας, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιάννη Σμαραγδή, φροντίζει να καταδείξει ότι, παρότι διαμορφώθηκε πολιτικά στη Ρωσία, δεν υπήρξε ποτέ υποχείριό της.

Σε μία σκηνή, ο Καποδίστριας προτρέπει τον τσάρο να πολεμήσει τους Οθωμανούς, υπολογίζοντας ότι ένα ρωσικό μέτωπο θα αποσπούσε δυνάμεις από την Ελλάδα.

Όταν αναλαμβάνει το αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών, προειδοποιεί τον τσάρο ότι, αν ποτέ αναγκαζόταν να επιλέξει ανάμεσα στη Ρωσία και την Ελλάδα, θα διάλεγε την Ελλάδα.

Λίγο μετά την έναρξη της Επανάστασης παραιτήθηκε από τη θέση του στην Αγία Πετρούπολη και αφιέρωσε χρόνια στις διπλωματικές πρωτεύουσες της Ευρώπης υπερασπιζόμενος τα ελληνικά συμφέροντα.

Αργότερα αναλογίζεται τι ήταν αυτό που τον κράτησε ζωντανό κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Ρωσία: η γνώση ότι στην Κέρκυρα τον περίμενε ένας τάφος — ένας τάφος, όπως λέει, που «ποτέ δεν σκέφτηκε να ανταλλάξει με το μεγαλύτερο παλάτι του κόσμου».

Ωστόσο, όταν οι πρώτοι εκπρόσωποι του αγώνα της ανεξαρτησίας τον πλησίασαν ζητώντας τη βοήθειά του, λέγεται ότι αρχικά τους απέκρουσε.

Τα πράγματα άλλαξαν όταν εξελέγη πρώτος ηγέτης του ελληνικού κράτους το 1827. Έφθασε στην Ελλάδα το επόμενο έτος και βρήκε μια χώρα χωρίς νόμισμα, χωρίς λειτουργικά δικαστήρια, χωρίς σχολεία και χωρίς στρατό που να υπάγεται σε ενιαία διοίκηση.

Ο Καποδίστριας εργαζόταν, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, από τις πέντε το πρωί έως αργά τη νύχτα. Η ταινία τον παρουσιάζει να βρίσκεται διαρκώς σε εργασία, να εκκλησιάζεται τακτικά και να απολαμβάνει τον σεβασμό όσων τον περιβάλλουν.

Έμεινε γνωστός για τη φράση:

«Πρέπει πρώτα να δημιουργήσουμε Έλληνες και έπειτα την Ελλάδα.»

Αναγνώριζε ότι για να οικοδομηθεί ένα κράτος έπρεπε πρώτα να διαμορφωθούν οι πολίτες του.

Ίδρυσε σχολεία, έκοψε το πρώτο ελληνικό νόμισμα, τον Φοίνικα, οργάνωσε τη δικαιοσύνη και εισήγαγε την πατάτα για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος λιμού.

Υπάρχουν, βέβαια, όρια στο πόσο σύγχρονος μπορεί να παρουσιαστεί ο Καποδίστριας.

Η ταινία του Σμαραγδή προσπαθεί να δώσει περισσότερο χρώμα στον χαρακτήρα του μέσα από τη σχέση του με τη Ρωξάνδρα Στούρτζα, μια Ελληνίδα αριστοκράτισσα, αν και η πραγματική σχέση τους ενδέχεται να μην ήταν τόσο ρομαντική όσο παρουσιάζεται.

Επίσης προβάλλεται η σύνδεσή του με πιο μποέμ προσωπικότητες, όπως ο συγγραφέας Αλέξανδρος Πούσκιν, υπέρ του οποίου παρενέβη όταν ο τσάρος τον εξόρισε εξαιτίας ενός πολιτικά προκλητικού ποιήματος.

«Το γεγονός ότι ήταν φίλος του Πούσκιν δείχνει πως πρέπει να ήταν μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα και όχι ένας βαρετός γραφειοκράτης κλεισμένος σε κάποιο γραφείο», λέει ο Βρετανός ερευνητής Τζόναθαν Μποντ, που μελετά τον Καποδίστρια εδώ και χρόνια.

Ωστόσο, η ταινία δεν μπορεί να αλλάξει τις πολιτικές του αντιλήψεις. Οι ιστορικοί συμφωνούν ότι έτεινε προς έναν τύπο αυταρχικής διακυβέρνησης, επηρεασμένο από το ρωσικό πρότυπο στο οποίο είχε συνηθίσει.

Κάποιοι τον κατηγόρησαν ότι ήταν τύραννος που καθοδηγούνταν από προσωπική φιλοδοξία. Άλλοι τον χαρακτήρισαν «πεφωτισμένο δεσπότη», ένας χαρακτηρισμός που, κατά τον Μπίτον, δεν απέχει ιδιαίτερα από την πραγματικότητα.

«Οι Έλληνες αναζητούσαν πολύχρωμους ήρωες μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας και ο Καποδίστριας δεν ταίριαζε σε αυτή την εικόνα», σημειώνει ο Μποντ. «Και αν κάποιος είναι μοναρχικός, τότε τον θεωρεί έναν αποτυχημένο ρεπουμπλικανό.»

Δεν πολέμησε ο ίδιος με το σπαθί στο χέρι κατά την Επανάσταση. Επιπλέον, επιχείρησε να περιορίσει την επιρροή των χαρισματικών οπλαρχηγών που είχαν πολεμήσει.

«Ήταν ένας διπλωμάτης των παρασκηνίων, ένας τύπος ανθρώπου που οι περισσότεροι τότε δεν μπορούσαν πραγματικά να κατανοήσουν.»

Η αντίθεση αυτή αποτυπώνεται έντονα στην ταινία. Από τη μία ο αυστηρός πολιτικός με το μαύρο ευρωπαϊκό παλτό και από την άλλη οι πολύχρωμες, ένοπλες μορφές των πολεμιστών που τον περιβάλλουν.

Σε μια σκηνή, ο Καποδίστριας απευθύνεται στους αντιμαχόμενους τοπικούς ηγέτες, ζητώντας τη συνεισφορά τους στον πόλεμο κατά των Οθωμανών.

«Πρέπει να δώσουμε εμείς;» ρωτά ένας από αυτούς.

«Δεν ήταν οι Οθωμανοί εχθροί σας;» απαντά ο Καποδίστριας.

«Εχθρός είσαι κι εσύ», έρχεται η απάντηση. «Πρόσεχε.»

Ο πρωταγωνιστής της ταινίας, Αντώνης Μυριαγκός, περιγράφει την προσέγγισή του στον ρόλο ως «το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου».

Όταν προειδοποιείται για επικείμενη απόπειρα δολοφονίας, πηγαίνει παρ’ όλα αυτά στον προορισμό του. Καθώς βαδίζει προς τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, όπου τελικά δολοφονείται, φαίνεται να τον ακολουθεί ένας χορός θρηνωδών γυναικών, παραπέμποντας στην παράδοση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Το γεγονός ότι ο Καποδίστριας παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστος εκτός Ελλάδας εξηγείται «μόνο εν μέρει» από τη δολοφονία του, υποστηρίζει ο Μπίτον.

Πιθανότερη αιτία είναι ότι υπήρξε «βαθιά αμφιλεγόμενη και διχαστική προσωπικότητα όσο ζούσε — και, εντυπωσιακά, εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα».

Όπως προσθέτει:

«Τα τελευταία χρόνια έχει υιοθετηθεί ως ήρωας από τη δεξιά και έχει καταγγελθεί ως δικτάτορας από την αριστερά.»

Στην Ελλάδα, όπου η ταινία έκανε πρεμιέρα ανήμερα τα Χριστούγεννα, κοινό και κριτικοί διχάστηκαν έντονα. Οι επαγγελματίες κριτικοί ήταν κατά βάση αρνητικοί, ενώ το κοινό την αγκάλιασε. Σήμερα έχει ήδη επιβεβαιωθεί ότι αποτελεί την πέμπτη εμπορικότερη ελληνική ταινία όλων των εποχών.

Το χάσμα ανάμεσα στις δύο αυτές κρίσεις είναι από μόνο του μια ιστορία που θυμίζει τον ίδιο τον Καποδίστρια: μια προσωπικότητα που, σχεδόν δύο αιώνες μετά τον θάνατό της, εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις για το τι είναι η Ελλάδα και τι θα μπορούσε να είχε γίνει.

Όπως καταλήγει ο Μπίτον:

«Η ιστορία του είναι συναρπαστική και αξίζει να είναι πολύ περισσότερο γνωστή.»

 

Δείτε εδώ το άρθρο

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο ΔΕΔΟΜΕΝΟ.

ΣΧΟΛΙΑ

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *.

Η Guardian εξυμνεί την ταινία «ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» του Ιωάννη Σμαραγδή