ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανθεκτικά τα ελληνικά ομόλογα: Διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και μείωση χρέους

Τα ελληνικά 10ετή ομόλογα κρατούν σταθερή εικόνα, με συγκρίσιμα ή και καλύτερα spreads από της Ιταλίας, παρά το παγκόσμιο ξεπούλημα στις αγορές.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dedomeno.gr στην Google

Τα ελληνικά ομόλογα αποδεικνύονται ιδιαίτερα ανθεκτικά μέσα στο διεθνές κύμα ρευστοποιήσεων, με τις αποδόσεις τους να παραμένουν συγκριτικά χαμηλές χάρη στα πρωτογενή πλεονάσματα, τη μείωση του χρέους και τις συνεχείς αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας. Η κυβέρνηση προχωρά και σε πρόωρες αποπληρωμές δανείων, ενισχύοντας το μήνυμα δημοσιονομικής σταθερότητας προς τις αγορές, ενώ οι διεθνείς οίκοι αναμένουν νέες αναβαθμίσεις και βλέπουν το ελληνικό χρέος να αποκλιμακώνεται σημαντικά τα επόμενα χρόνια.

Πιο αναλυτικά

Τα ελληνικά ομόλογα παρουσιάζονται ιδιαίτερα ανθεκτικά, το τελευταίο διάστημα, όταν εκδηλώνεται παγκόσμιο «ξεπούλημα» στις αγορές ομολόγων.

Παρά τις πιέσεις στην ευρωζώνη, τα ελληνικά ομόλογα διατηρούν σταθερή εικόνα και συγκρίσιμα ή και ελαφρώς καλύτερα spreads με τα αντίστοιχα ομόλογα της περιφέρειας (όπως της Ιταλίας).

Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου από την αρχή της διεθνούς κρίσης δεν έχει ξεπεράσει το 4%, σε αντίθεση με τα αντίστοιχα γαλλικά και ιταλικά ομόλογα.

«Κλειδιά» η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και η μείωση χρέους

Η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και η μείωση χρέους, μαζί με μεταρρυθμίσεις ανάπτυξης, είναι κλειδιά για χαμηλό κόστος δανεισμού και ανθεκτικότητα στις κρίσεις, τονίζει σε πρόσφατη μελέτη του το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, ενώ περιορίζουν τον αντίκτυπο των διεθνών αναταράξεων στην ελληνική οικονομία και στην αγορά ομολόγων.

Το κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου είναι πλέον σταθερό και επί μακρόν χαμηλότερο από εκείνο άλλων χωρών της Ευρωζώνης, όπως, για παράδειγμα, της Ιταλίας κατά 13 μονάδες βάσης ή 0,13% ετησίως και της Γαλλίας κατά 17 μονάδες βάσης ή 0,17% ετησίως. Αυτό βοηθά τόσο το ελληνικό δημόσιο, όσο και τις ελληνικές επιχειρήσεις να δανείζονται με χαμηλότερο κόστος έναντι των ανταγωνιστών τους, με προφανή θετικά αποτελέσματα για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες επιδεινώθηκαν από τις αρχές του 2026, κυρίως εξαιτίας της αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας που συνδέεται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και των πληθωριστικών πιέσεων που προέκυψαν από την άνοδο των διεθνών τιμών της ενέργειας. Οι αγορές αναθεώρησαν προς τα πάνω τις προσδοκίες τους για τον πληθωρισμό και τα βασικά επιτόκια, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί η μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές ομολόγων και μετοχών και να επιδεινωθούν οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες.

Παρά τις διεθνείς αναταράξεις, η αγορά ελληνικών κρατικών ομολόγων εξακολούθησε να παρουσιάζει σημαντική ανθεκτικότητα. Οι αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας, η διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και η μείωση του δημόσιου χρέους ενίσχυσαν το επενδυτικό ενδιαφέρον για τους ελληνικούς τίτλους. Ως αποτέλεσμα, οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων, αν και ακολούθησαν την ανοδική πορεία των ευρωπαϊκών αποδόσεων, διατήρησαν συγκριτικά ευνοϊκή εικόνα, ενώ η αύξησή τους αποδίδεται πλήρως στις επιδράσεις μετάδοσης από τις διεθνείς εξελίξεις. Παράλληλα, οι θετικές εξελίξεις στις αξιολογήσεις του αξιόχρεου του ελληνικού δημοσίου συνέχισαν να επηρεάζουν ευνοϊκά και τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις του τραπεζικού τομέα. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στη μείωση του κόστους χρηματοδότησης των ελληνικών συστημικών τραπεζών και διευκόλυνε την πρόσβασή τους στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.

Στα πρόσφατα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος αποτυπώθηκε έντονο διεθνές ενδιαφέρον για τους ελληνικούς τίτλους, καθώς οι τοποθετήσεις μη κατοίκων σε ελληνικά ομόλογα και έντοκα γραμμάτια αυξήθηκαν κατά 9,1 δισ. ευρώ, ενώ επιπλέον 1,5 δισ. ευρώ διοχετεύθηκε σε μετοχές εγχώριων επιχειρήσεων.

Επίσης υπάρχουν αρκετοί καταλύτες που θα μπορούσαν να συντηρήσουν τη θετική πορεία των ελληνικών ομολόγων. Κατ’ αρχήν, το υποστηρικτικό μακροοικονομικό περιβάλλον, με προεξέχουσα την συνεχιζόμενη δημοσιονομική υπεραπόδοση, ενισχύει τα περιθώρια για περαιτέρω αναβαθμίσεις της αξιολόγησης του ελληνικού χρέους.

Αναβαθμίσεις πιστοληπτικής ικανότητας

Οι διεθνείς οίκοι «ψηφίζουν» ελληνικά ομόλογα και για το 2026 και «βλέπουν» νέες αναβαθμίσεις, με την ορατότητα να θολώνει όμως μετά το αρνητικό παγκόσμιο γεωπολιτικό κλίμα.

Η Ελλάδα αναμένει νέες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τους οίκους αξιολόγησης.

Να σημειωθεί ότι τον επόμενο μήνα η ελληνική οικονομία θα αξιολογηθεί από τους οίκους αξιολόγησης DBRS, Moody’s και Scope, ενώ οι αξιολογήσεις θα συνεχιστούν τον Οκτώβριο από τη Standard & Poor’s και το Νοέμβριο από την Fitch.

Οι κρατικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις από όλους τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης που είναι αποδεκτοί με βάση το πλαίσιο του Ευρωσυστήματος (δηλ. Fitch, Moody’s, Morningstar-DBRS, Scope Ratings και S&P) βρίσκονται εντός της επενδυτικής κατηγορίας. Συγκεκριμένα, επί του παρόντος μετά από μια σειρά αναβαθμίσεων τα τελευταία χρόνια, οι οίκοι S&P, Fitch, Mornigstar-DBRS και Scope Ratings αξιολογούν το κρατικό αξιόχρεο της ελληνικής οικονομίας σε ΒΒΒ και ο οίκος Moody’s σε Βaa3 (ισοδύναμη της ΒΒΒ-).

Πρόωρες αποπληρωμές του χρέους

Ένα ακόμη θετικό σήμα στις αγορές για την ελληνική οικονομία επιχειρεί να στείλει η κυβέρνηση με το σχέδιο για την ταχύτερη μείωση του δημοσίου χρέους της χώρας το οποίο βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη με τις πρόωρες αποπληρωμές δανείων, τα οποία θα ωρίμαζαν μεταξύ 2033 και 2042.

Με αυτή την κίνηση το ελληνικό δημόσιο περνάει ένα μήνυμα περαιτέρω διασφάλισης στους θεσμούς, στους οίκους αξιολόγησης αλλά κυρίως στη διεθνή επενδυτική κοινότητα ότι κινείται με προνοητικότητα και διορατικότητα, έγκαιρα και σε ασφαλή χρόνο, προκειμένου να μειώσει ακόμη περαιτέρω τις ήδη μειωμένες ετήσιες μικτές χρηματοδοτικές ανάγκες του και μετά το 2032.

Το συνολικό ποσό των πρόωρων αποπληρωμών δημοσίου χρέους για το 2026 αναμένεται να ανέλθει σε περίπου 12,84 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η μέση σταθμική διάρκεια του προεξοφλούμενου δημόσιου χρέους ανέρχεται σε 7,1 έτη, ενώ το μέσο σταθμικό κόστος εξυπηρέτησής του ανέρχεται σε περίπου 2,9%.

Με δεδομένα τα παραπάνω στοιχεία, το ετήσιο όφελος που προκύπτει για το ελληνικό δημόσιο λόγω της μείωσης των δαπανών τόκων ανέρχεται σε περίπου 370 εκατ. ευρώ, ενώ ταυτόχρονα αξιοποιούνται τα πλεονάζοντα ταμειακά διαθέσιμα των οποίων οι αποδόσεις υπολείπονται κατά πολύ του μέσου κόστους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους. Με τις ίδιες παραδοχές, το συνολικό όφελος κατά τη διάρκεια των επτά ετών ανέρχεται σε τουλάχιστον 2,6 δισ.

Σημαντική μείωση του δημοσίου χρέους

Με την κίνηση αυτή, η χώρα μας θα πάψει από φέτος να είναι η πλέον υπερχρεωμένη στην Ευρώπη. Θα βρεθεί στη δεύτερη θέση πίσω από την Ιταλία, με ποσοστό 137% του ΑΕΠ. Μάλιστα, προβλέπεται ότι το χρέος θα παραμείνει σε έντονα πτωτική πορεία και θα πέσει κάτω από το 110% το 2031.

Ο γερμανικός οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Scope Ratings, σε πρόσφατη έκθεσή του «βλέπει» σημαντική αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους. Εκτιμά ότι θα υποχωρήσει στο 107% του ΑΕΠ το 2031 από 136% φέτος και 128% το 2027. Το αποτέλεσμα αυτής της μείωσης εξπρές θα είναι να έχει η Ελλάδα χαμηλότερο χρέος το 2031 όχι μόνο από την Ιταλία – την οποία αναμένεται να αφήσει πίσω ήδη από φέτος – αλλά και από τη Γαλλία και το Βέλγιο, πλησιάζοντας τον μέσο όρο χρέους της Ευρωζώνης. Για την Ευρωζώνη, το χρέος αναμένεται να διαμορφωθεί στο 90% το 2031, στο ίδιο επίπεδο με το 2027.

BofA-ΗΠΑ: «Οτιδήποτε εκτός από ομόλογα»

Με το εθνικό χρέος των ΗΠΑ να πλησιάζει τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια, η Bank of America προειδοποιεί τους επενδυτές ομολόγων: «Οτιδήποτε εκτός από ομόλογα» και αναμένει ότι το εθνικό χρέος θα φτάσει τα 50 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2029.

Η ανησυχία δεν είναι ότι η κυβέρνηση οφείλει πολλά χρήματα. Είναι ότι η κυβέρνηση πρέπει να αναχρηματοδοτεί συνεχώς και να εκδίδει περισσότερο χρέος, δημιουργώντας μεγαλύτερη προσφορά ομολόγων που οι επενδυτές πρέπει να απορροφήσουν. Εάν οι επενδυτές γίνουν λιγότερο πρόθυμοι να αγοράσουν αυτό το χρέος με τις υπάρχουσες αποδόσεις, η κυβέρνηση πρέπει να προσφέρει υψηλότερα επιτόκια για να τους προσελκύσει.

Τα νέα ομόλογα γίνονται πιο ελκυστικά επειδή προσφέρουν υψηλότερο εισόδημα, αλλά τα υπάρχοντα ομόλογα χάνουν αξία όταν αυξάνονται οι αποδόσεις της αγοράς. Όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια του ομολόγου, τόσο πιο ευαίσθητη είναι γενικά η τιμή στις μεταβολές των επιτοκίων. Αυτό καθιστά τα μακροπρόθεσμα ομόλογα ιδιαίτερα ευάλωτα εάν οι επενδυτές συνεχίσουν να απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να αντισταθμίσουν τους δημοσιονομικούς και πληθωριστικούς κινδύνους.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο ΔΕΔΟΜΕΝΟ.

ΣΧΟΛΙΑ

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *.

Ανθεκτικά τα ελληνικά ομόλογα: Διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και μείωση χρέους