Guardian: Η Ελίφ Σαφάκ για την κρίση δημιουργίας και το νέο μυθιστόρημά της για τον Φλομπέρ
Η προσωπική της μάχη με την κατάθλιψη και το άγχος γέννησε το ερώτημα που έγινε αφετηρία μιας πολυφωνικής αφήγησης για τον Γκυστάβ Φλομπέρ

Η Ελίφ Σαφάκ αναρωτήθηκε αν έχει αξία να γράφει κανείς σε μια εποχή κρίσεων και χάους, όταν πάλευε με την κατάθλιψη και το άγχος. Όπως γράφει ο Guardian, το ερώτημα έγινε αφετηρία για το νέο της μυθιστόρημα, In One Brief Moment All Eternity, μια μυθοπλαστική, πολυφωνική αφήγηση για τη ζωή του Γκυστάβ Φλομπέρ.
Η Σαφάκ έχει χαρακτηριστεί στο παρελθόν «η πιο πολυδιαβασμένη γυναίκα συγγραφέας της Τουρκίας». Το There Are Rivers in the Sky, που ακολουθεί μια σταγόνα βροχής από την αρχαία Νινευή έως τον Τίγρη το 2018, ήταν ένα από τα ευπώλητα λογοτεχνικά μυθιστορήματα στη Βρετανία πέρυσι. Το The Island of Missing Trees βρέθηκε στη βραχεία λίστα του Women’s Prize το 2022, ενώ το 10 Minutes 38 Seconds in This Strange World ήταν υποψήφιο για το Booker το 2019. Τον περασμένο Δεκέμβριο εξελέγη πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρείας Λογοτεχνίας.
Τα μυθιστορήματά της διατρέχουν διαφορετικές εποχές και ηπείρους, συνδυάζοντας πολιτική, ιστορία, φεμινισμό και οικολογία, συχνά με στοιχεία μαγικού ρεαλισμού ή μυστικισμού. Στην ομιλία της στο TED το 2017, που έχει ξεπεράσει τις 6,4 εκατομμύρια προβολές, είχε περιγράψει τον εαυτό της ως «ψυχή του κόσμου, πολίτη του κόσμου, νομάδα και περιπλανώμενη αφηγήτρια ιστοριών».
Το ερώτημα πίσω από το νέο μυθιστόρημα
Το νέο βιβλίο της, που εκδίδεται από τον οίκο Viking, είναι, όπως λέει, «ένα ερωτικό γράμμα στη λογοτεχνία». Ο Φλομπέρ, σήμερα γνωστός ως ένας από τους θεμελιωτές του σύγχρονου μυθιστορήματος, πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του δουλεύοντας χωρίς αναγνώριση. Η Σαφάκ εστιάζει στο «μοναχικό αγόρι» που οι γύρω του, ακόμη και η οικογένειά του, θεωρούσαν αποτυχημένο και αντιμετώπιζαν ως ξένο.
Η συγγραφέας ήθελε να γράψει για όσους έχουν αισθανθεί ανάλογα: «Ήθελα να μπορώ να πω: “είσαι αδελφός μου, είσαι αδελφή μου”». Η ιδέα προέκυψε σε μια προσωπική περίοδο κατάθλιψης και άγχους —ή, όπως λέγεται στα τουρκικά, «hüzün», μια βαθιά μελαγχολία— αλλά και μέσα σε έναν κόσμο πολέμων, βίας, διχασμού, κλιματικής κρίσης και τεχνολογικής αβεβαιότητας.
«Αναρωτιέσαι ποιο είναι το νόημα να κλείνεσαι σε ένα μικρό δωμάτιο και να ανησυχείς για το τέλειο συνώνυμο», λέει. «Έχει αξία να γράφεις διηγήματα, ποιήματα, μυθιστορήματα σε μια περίοδο κρίσης και χάους όπως αυτή που ζούμε;» Το βιβλίο, εξηγεί, εξετάζει τη δημιουργικότητα σε καιρούς κρίσης.
Η Σαφάκ στράφηκε στον 19ο αιώνα, μια εποχή αλλαγών και σύγχυσης, και αφηγείται τη ζωή του Φλομπέρ μέσα από πολλές γυναικείες φωνές. Στην αφήγηση εμφανίζονται η τροφός του, Ζιλί, η μητέρα του, η μακροχρόνια ερωμένη του Λουίζ Κολέ και η έμπιστή του Ζορζ Σαντ, αλλά και μια ακροβάτισσα, μια καμήλα με το όνομα Τζαμίλα και η ίδια η Έμμα Μποβαρύ.
Στο βιβλίο περιλαμβάνεται επίσης η Αιγύπτια χορεύτρια και εταίρα Κουτσούκ Χανέμ, με την οποία ο Φλομπέρ γοητεύτηκε στα ταξίδια του στη Μέση Ανατολή. Η Σαφάκ λέει πως ήθελε να θυμίσει αυτή τη γυναίκα και να υποστηρίξει ότι «στην καρδιά αυτής της εμβληματικής Γαλλίδας και Ευρωπαίας ηρωίδας της λογοτεχνίας υπάρχει μια Αιγύπτια χορεύτρια της κοιλιάς». Το όπιο, η σύφιλη και η Κωνσταντινούπολη —την οποία η συγγραφέας σκέφτεται πάντα ως «εκείνη»— αποκτούν επίσης δικά τους κεφάλαια.
Παιδικά χρόνια ανάμεσα σε χώρες και γλώσσες
Η Σαφάκ αναγνωρίζει παραλληλισμούς ανάμεσα στον Φλομπέρ και στον εαυτό της, αρχίζοντας από τη μοναχική παιδική ηλικία και το αίσθημα ότι είναι κανείς «ο άλλος». Γεννήθηκε στο Στρασβούργο το 1971, ενώ ο πατέρας της έκανε διδακτορικές σπουδές. Οι γονείς της χώρισαν πέντε χρόνια αργότερα και εκείνη επέστρεψε με τη μητέρα της στην Άγκυρα, όπου έζησαν με τη γιαγιά της.
Η γιαγιά της, παρότι δεν είχε μόρφωση, επέμεινε να επιστρέψει η μητέρα της στο πανεπιστήμιο. Η Σαφάκ αποκαλούσε τη μητέρα της «μεγάλη αδελφή» και τη γιαγιά της «μητέρα». «Από τη μία πήρα την αγάπη για τον γραπτό πολιτισμό και από την άλλη την αγάπη για την προφορική αφήγηση», λέει. Θυμάται το διαμέρισμα της γιαγιάς της γεμάτο μαγεία, αριστερούς φοιτητές και καπνό από τσιγάρα Gauloises.
Αισθανόταν, ωστόσο, εγκαταλελειμμένη από τον πατέρα της, ακαδημαϊκό που ξαναπαντρεύτηκε και τον οποίο δεν έβλεπε για μεγάλο μέρος της παιδικής της ηλικίας. «Ένιωθα το ξεχασμένο παιδί. Υπήρχε ένα κενό. Έλειπε η αγάπη», λέει. «Και νομίζω ότι και οι απουσίες μάς διαμορφώνουν. Και οι σιωπές μάς διαμορφώνουν».
Όταν ήταν δέκα ετών, μετακόμισε με τη μητέρα της στη Μαδρίτη, όπου ήταν η μόνη Τουρκάλα μαθήτρια στο διεθνές σχολείο. Στην εφηβεία έζησε στην Ιορδανία και στη Γερμανία. «Τα βιβλία ήταν οι φίλοι μου», λέει για τα χρόνια της μοναξιάς. Αργότερα επέστρεψε στην Άγκυρα, σπούδασε διεθνείς σχέσεις και έκανε διδακτορικό στις πολιτικές επιστήμες. Έπειτα από ένα διάστημα διδασκαλίας στην Κωνσταντινούπολη, πήγε στις ΗΠΑ για σπουδές.
Οι διώξεις και η ζωή μακριά από την Τουρκία
Το πρώτο της μυθιστόρημα, Pinhan (The Sufi), εκδόθηκε στην Τουρκία το 1997. Η απόφασή της να γράψει στα αγγλικά το πέμπτο βιβλίο της, The Saint of Incipient Insanities, θεωρήθηκε από πολλούς στην πατρίδα της προδοσία. Το The Bastard of Istanbul παραπέμφθηκε σε δίκη το 2006 για «δημόσια δυσφήμηση της τουρκικότητας», επειδή πραγματευόταν τη γενοκτονία των Αρμενίων. Η Σαφάκ αθωώθηκε, αλλά για ενάμιση χρόνο έζησε με σωματοφύλακα, ενώ η φωτογραφία της κάηκε και δέχθηκε φτυσίματα.
Το 2019 οι τουρκικές αρχές ερεύνησαν το 10 Minutes 38 Seconds in This Strange World για «εγκλήματα ασέμνου», μαζί με δύο παλαιότερα βιβλία της, το The Gaze και το Three Daughters of Eve, τα οποία πραγματεύονταν θέματα όπως οι παιδικοί γάμοι και η σεξουαλική παρενόχληση. Ο σύζυγός της, ο δημοσιογράφος Εγιούπ Τζαν, πρώην αρχισυντάκτης της φιλελεύθερης τουρκικής εφημερίδας Radikal, περιλήφθηκε σε λίστα καταζητούμενων στο πλαίσιο της καταστολής διανοουμένων από τον πρόεδρο Ερντογάν μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του 2016.
Η συγγραφέας έχει περιγράψει τη ζωή ενός συγγραφέα στην Τουρκία ως «κάτι σαν να σε φιλούν στο ένα μάγουλο και να σε χαστουκίζουν στο άλλο»: το φιλί έρχεται από τους αναγνώστες και το χαστούκι από την κυβέρνηση. Παράλληλα, τονίζει πόσο αγαπούν τα βιβλία της στη χώρα. «Αν σου αρέσει ένα μυθιστόρημα, δεν μπορείς απλώς να το ξαναβάλεις στο ράφι. Το δίνεις στη θεία σου και εκείνη στη γειτόνισσά της».
Η ομιλία της στο TED το 2017, με τίτλο «Η επαναστατική δύναμη της διαφορετικής σκέψης», έφερε νέα αντιπαράθεση όταν αποκάλυψε ότι είναι αμφιφυλόφιλη. «Δεν ξέρω αν ήταν γενναίο. Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα. Όμως η κακοποίηση που δέχθηκα από την ίδια μου την πατρίδα, για εβδομάδες χωρίς διακοπή, ήταν πολύ οδυνηρή», λέει.
Δεν έχει επιστρέψει στην Τουρκία εδώ και 11 χρόνια. «Υπάρχει μια μελαγχολία σε αυτό. Ίσως είμαι σε αυτοεπιβαλλόμενη εξορία», λέει. «Ως συγγραφέας χρειάζομαι ελευθερία: την ελευθερία της φαντασίας και του λόγου». Αρχικά, όπως λέει, μετανάστευσε στην αγγλική γλώσσα και στη συνέχεια στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το Λονδίνο έγινε σπίτι της και πλέον αισθάνεται ότι έχει ριζώσει εκεί, έπειτα από μια νομαδική ζωή.
Η λογοτεχνία ως κοινός δημοκρατικός χώρος
Η συγγραφή, λέει, δεν γίνεται ευκολότερη με τα χρόνια. Σε κάθε βιβλίο υπάρχουν αμφιβολίες, άγχος και κρίσεις πανικού, ενώ όταν ολοκληρώνεται νιώθει περισσότερο απώλεια παρά υπερηφάνεια: «Μου είναι πολύ δύσκολο να αποχωριστώ τους χαρακτήρες».
Η Σαφάκ συχνά γράφει τη νύχτα ακούγοντας heavy metal, ιδιαίτερα melodic death metal, και μπορεί να βάζει το ίδιο τραγούδι σε επανάληψη 80 ή 90 φορές. Αγαπά το αρμενοαμερικανικό συγκρότημα System of a Down, που έχει μιλήσει επίσης ανοιχτά για τη γενοκτονία των Αρμενίων. «Μου δίνει τόση ενέργεια», λέει, προσθέτοντας ότι με κάποιον τρόπο η μουσική κάνει τη μυθοπλασία της πιο ήρεμη.
Παρότι θεωρεί τον εαυτό της εσωστρεφή, απολαμβάνει τις λογοτεχνικές εκδηλώσεις. Πιστεύει ότι είναι σημαντικό οι γυναίκες να έχουν φωνή στη δημόσια ζωή και εκφράζει την απογοήτευσή της για τον κυνισμό απέναντι στη διανόηση στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ. «Δεν ισχυρίζομαι ότι είμαι διανοούμενη. Ισχυρίζομαι ότι σέβομαι πολύ τη διάνοια».
Για τη Σαφάκ, η λογοτεχνία είναι «ένας από τους τελευταίους δημοκρατικούς χώρους που μας έχουν απομείνει»: ένας τόπος όπου δεν καταναλώνουμε απλώς αποσπασματικές πληροφορίες, αλλά επιβραδύνουμε και ακούμε ο ένας τον άλλον. Η τέχνη της αφήγησης, λέει, δεν ανήκει σε μία εθνότητα, περιοχή ή θρησκεία, αλλά σε όλη την ανθρωπότητα — σε αυτό που αποκαλεί «κοινή μας ανθρωπιά».
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.