Νίκολας Μπράντραμ: «Αυτοκτόνησε έπειτα από μήνες πίεσης από την αστυνομία» καταγγέλλει η οικογένειά του – «Δεν ήταν ο “Putney Pusher”»
Η οικογένεια του τραπεζίτη της HSBC και πρώην λοχαγού του βρετανικού στρατού επιμένει ότι ο Νίκολας Μπράντραμ δεν ήταν ο «Putney Pusher» και μιλά για μήνες πίεσης από την αστυνομία.

Η οικογένεια του Νίκολας Μπράντραμ, τραπεζίτη της HSBC και εγγονού της πριγκίπισσας Αικατερίνης, υποστηρίζει ότι ο 44χρονος δεν ήταν ο «Putney Pusher» και ότι αυτοκτόνησε μετά από μήνες έντονης πίεσης από την αστυνομική έρευνα, η οποία –όπως λένε– δεν στηριζόταν σε επαρκή στοιχεία. Ο Μπράντραμ είχε συλληφθεί τον Ιούνιο ως ύποπτος για την υπόθεση του 2017 στη γέφυρα του Πάτνεϊ, αφέθηκε όμως ελεύθερος, ενώ η αστυνομία αντιμετωπίζει τον θάνατό του ως απροσδόκητο αλλά μη ύποπτο.
Πιο αναλυτικά
Ένα θρίλερ είναι σε εξέλιξη γύρω από την υπόθεση του θανάτου του Νίκολας Μπράντραμ, τραπεζίτη της HSBC, πρώην λοχαγού του βρετανικού στρατού και εγγονού της πριγκίπισσας Αικατερίνης.
Η οικογένειά του επιμένει ότι εκείνος δεν ήταν αυτός που έσπρωξε μια γυναίκα προς το μέρος ενός λεωφορείου στη γέφυρα του Πάτνεϊ στο δυτικό Λονδίνο το 2017 στην πολύκροτη υπόθεση «Putney pusher».
Σύμφωνα με το BBC, o 44χρονος Μπράντραμ είχε συλληφθεί τον Ιούνιο στο πλαίσιο της έρευνας για την πολύκροτη υπόθεση του «Putney Pusher», του δρομέα που το 2017 έσπρωξε μία γυναίκα μπροστά σε διερχόμενο λεωφορείο στο Λονδίνο. Δεν είχε κατηγορηθεί και είχε αφεθεί ελεύθερος ενώ η έρευνα συνεχιζόταν.
Η οικογένεια του Μπράντραμ δήλωσε ότι «έδωσε τέλος στη ζωή του μετά από μήνες τεράστιας πίεσης που προκλήθηκε από την έρευνα της Μητροπολιτικής Αστυνομίας» και ότι δεν υπήρχαν ιατροδικαστικά/εγκληματολογικά στοιχεία που να συνδέουν τον τραπεζίτη με το περιστατικό.
Σε δήλωσή της η οικογένεια ανέφερε ότι δεν υπήρχαν «στοιχεία που να τον τοποθετούν στη γέφυρα του Πάτνεϊ εκείνη την ώρα, ούτε αξιόπιστα στοιχεία ότι ήταν ο άνδρας που φαίνεται στο βιντεοληπτικό υλικό». «Στην πραγματικότητα, τα στοιχεία απέδειξαν το αντίθετο», ανέφερε η οικογένεια.
Ο Νίκολας Μπράντραμ συνελήφθη τον Ιούνιο ως ύποπτος για απόπειρα πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Την περασμένη εβδομάδα, η Μητροπολιτική Αστυνομία επιβεβαίωσε ότι είχε αφεθεί ελεύθερος. Ωστόσο, ο Νίκολας Μπράντραμ βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του το βράδυ της Τρίτης. Η αστυνομία ανέφερε ότι ο θάνατός του αντιμετωπίζεται ως «απροσδόκητος, αλλά δεν θεωρείται ύποπτος».
«Πλήρως περιττή έρευνα»
Η οικογένεια Μπράντραμ ανέφερε ότι η αστυνομία «έκρινε σκόπιμο να συλλάβει τον Νίκολας αντί να τον καλέσει για κατάθεση». «Έκαναν έρευνα στο σπίτι του και η ομάδα τύπου της Μητροπολιτικής Αστυνομίας διοχέτευσε στη συνέχεια πληροφορίες που μοιραία οδήγησαν σε εικασίες και στην ταυτοποίηση του Νίκολας σε μεταγενέστερα δημοσιεύματα», ανέφεραν. «Για τον Νίκολας, οι συνέπειες δεν εξαφανίστηκαν. Αφέθηκε για μήνες να κουβαλά το στίγμα μιας αποτρόπαιας κατηγορίας, την οποία η ίδια η αστυνομία αναγνώριζε σαφώς ότι δεν υποστηριζόταν από στοιχεία. Έζησε με τη ντροπή, το άγχος, την ταπείνωση και την πρωτοφανή πίεση που δημιουργήθηκε από μια πλήρως περιττή έρευνα», ανέφερε η οικογένεια.
Η οικογένεια υποστηρίζει ότι ζητήσε επανειλημμένα από την αστυνομία να τερματίσει την έρευνά της και ότι προειδοποιήθηκε για τον αντίκτυπο που είχε η έρευνα στην ψυχική υγεία του Μπράντραμ, λέγοντας: «Ακόμη κι έτσι, η έρευνα δεν τερματίστηκε. Ως αποτέλεσμα, ο Νίκολας είναι νεκρός».
Ενώ βρισκόταν υπό αστυνομική κράτηση τον Ιούνιο για το περιστατικό στη γέφυρα του Πάτνεϊ, ο Νίκολας Μπράντραμ συνελήφθη επίσης ως ύποπτος για κατοχή ναρκωτικών κατηγορίας Α και Β.
Την Πέμπτη, εκπρόσωπος του IOPC δήλωσε: «Λάβαμε μια υποχρεωτική παραπομπή από τη Μητροπολιτική Αστυνομία σχετικά με προηγούμενη επαφή που είχαν οι αστυνομικοί με τον Νίκολας Μπράντραμ, ο οποίος δυστυχώς βρέθηκε χωρίς αισθήσεις και ανακηρύχθηκε νεκρός στις 15 Σεπτεμβρίου. Αξιολογούμε επί του παρόντος την παραπομπή πριν αποφασίσουμε εάν απαιτούνται περαιτέρω ενέργειες από πλευράς μας».
Τι είχε γίνει το 2017
Λίγο μετά το περιστατικό στη γέφυρα του Πάτνεϊ στις 5 Μαΐου 2017, ο επικεφαλής της έρευνας Αστυνόμος Ματ Νόουλς είχε δηλώσει: «Μόνο χάρη στα εξαιρετικά γρήγορα reflex του οδηγού του λεωφορείου δεν χτυπήθηκε από το όχημα». Ο οδηγός του λεωφορείου Όλιβερ Σάλμπρις δήλωσε στους Sunday Times μετά το περιστατικό: «Αν δεν είχα στρίψει το τιμόνι, θα της είχα συνθλίψει το κεφάλι. Ήταν αντανακλαστικό. Οι συνέπειες θα ήταν τρομερές για εκείνη – και για μένα».
Αναφέρθηκε τότε ότι περίπου 15 λεπτά μετά το σπρώξιμο, ο δρομέας επέστρεψε από την αντίθετη κατεύθυνση διασχίζοντας τη γέφυρα και αγνόησε το θύμα όταν εκείνη προσπάθησε να του μιλήσει. Οι ντετέκτιβ ταυτοποίησαν περισσότερα από 50 άτομα ενδιαφέροντος μετά το περιστατικό. Η Μητροπολιτική Αστυνομία είχε αρχικά αρχειοθετήσει την έρευνά της το 2018, αφού τρεις άνδρες είχαν συλληφθεί και αφεθεί ελεύθεροι χωρίς να τους απαγγελθούν κατηγορίες.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.