Οζέλ απειλεί τον Ερντογάν
Το νεοσύστατο Yeni Parti κερδίζει δυναμική στην Τουρκία, ενώ η απόφαση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να διασπάσει την αντιπολίτευση γυρίζει μπούμερανγκ.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βρίσκεται αντιμέτωπος με μια νέα και απρόσμενα ισχυρή πρόκληση, καθώς το νεοσύστατο κόμμα του Οζγκιούρ Οζέλ, το Yeni Parti, κερδίζει έδαφος, συγκεντρώνει βουλευτές και δημάρχους και διεκδικεί τον ρόλο του βασικού πόλου της αντιπολίτευσης στην Τουρκία. Την ίδια ώρα, η Άγκυρα προωθεί νομοσχέδιο για τον αφοπλισμό του PKK, σε μια διαδικασία που παρουσιάζεται ως βήμα προς το τέλος της ένοπλης σύγκρουσης, αλλά χωρίς να λύνει ουσιαστικά το κουρδικό ζήτημα, ενώ οι αναλυτές εκτιμούν ότι το καθεστώς επιχειρεί να ελέγξει πολιτικά και τις δύο εξελίξεις μέσα σε ένα ακόμη αυταρχικό πλαίσιο.
Πιο αναλυτικά
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ήρθε αντιμέτωπος με μια δυσάρεστη έκπληξη. Υπολόγιζε πως με τον Εκρέμ Ιμάμογλου στη φυλακή και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε διάσπαση, κανείς δεν θα μπορούσε να τον αμφισβητήσει στις εκλογές. Όμως, ένα νέο κόμμα αναπτύσσει μια δυναμική που το καθιστά πολύ επικίνδυνο για τον Τούρκο Πρόεδρο.
Το νέο κόμμα του Οζγκιούρ Οζέλ, Yeni Parti (Νέο Κόμμα), δεν αποτελεί μια απλή διάσπαση του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) ούτε μια προσωρινή πολιτική στέγη για τα στελέχη που αρνήθηκαν να αποδεχθούν την επιστροφή του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου στην ηγεσία του CHP με δικαστική απόφαση. Μέσα σε λίγες ημέρες, η νέα παράταξη του Οζέλ απέκτησε κοινοβουλευτική δύναμη 91 βουλευτών, προσέλκυσε εκατοντάδες πρώην βουλευτές, άρχισε να οργανώνει τη μεταφορά δήμων και περιφερειακών μηχανισμών και διεκδικεί πλέον ανοιχτά τον ρόλο του κεντρικού πόλου της αντιπολίτευσης απέναντι στο καθεστώς Ερντογάν.
Οι 200 δήμοι
Η πιο κρίσιμη εξέλιξη είναι η μετατόπιση της σύγκρουσης από το επίπεδο των συμβόλων στο επίπεδο της πραγματικής εξουσίας. Ο Οζέλ ανακοίνωσε ότι περισσότεροι από 200 δήμοι έχουν εκδηλώσει την πρόθεση να ενταχθούν στο Νέο Κόμμα. Η διαδικασία δεν είναι απλή, καθώς κάθε μετακίνηση δημάρχου πρέπει να υπολογίζεται σε συνδυασμό με τη σύνθεση των δημοτικών συμβουλίων, τις τοπικές πλειοψηφίες, τις δημοτικές επιχειρήσεις και τις ισορροπίες στις επαρχιακές οργανώσεις. Ακόμη και αν ο τελικός αριθμός είναι μικρότερος, η μαζική μεταφορά τοπικής ισχύος θα προσφέρει στη νέα παράταξη κάτι που συνήθως χρειάζονται χρόνια για να αποκτήσουν τα νεοσύστατα κόμματα: διοικητική εμπειρία, κοινωνικά δίκτυα, παρουσία στις γειτονιές, πρόσβαση σε στελέχη και καθημερινή επαφή με τους πολίτες.
Το Νέο Κόμμα επιχειρεί ταυτόχρονα να κερδίσει τη μάχη της πολιτικής νομιμοποίησης και έτσι η βασική θέση του Οζέλ είναι ότι «το μη εκλεγμένο CHP δεν αποτελεί συνομιλητή μας», καθώς η πολιτική νομιμοποίηση πηγάζει από τις εκλογές και όχι από δικαστικές αποφάσεις, κομματικές σφραγίδες ή την κατοχή των κεντρικών γραφείων. Η επιχειρηματολογία αυτή βρίσκει ισχυρή απήχηση στον αντιπολιτευόμενο Τύπο, όπου το παλαιό CHP περιγράφεται πλέον ως ένα θεσμικό κέλυφος, ενώ το Νέο Κόμμα εμφανίζεται ως ο νέος πόλος της αντιπολίτευσης στον οποίο μετακινήθηκαν η κοινοβουλευτική ομάδα, οι εκλεγμένοι δήμαρχοι, μεγάλο μέρος του κομματικού μηχανισμού και η ενεργή κοινωνική βάση.
Ο καθεστωτικός Τύπος
Η απάντηση του φιλοκυβερνητικού Τύπου δείχνει ότι το καθεστώς Ερντογάν αντιμετωπίζει τη νέα παράταξη ως πραγματική απειλή. Η «Sabah», η «Yeni Safak», η «Turkiye» και άλλες εφημερίδες επιχειρούν να παρουσιάσουν τη δυναμική του Yeni Parti ως «τεχνητή», συνδέοντάς τη με εταιρείες επικοινωνίας, πληρωμένους συμμετέχοντες, δημοσιογράφους, γκιουλενιστικά δίκτυα, ψηφιακές επιχειρήσεις και «ξένα κέντρα». Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Το καθεστώς επιδιώκει να αμφισβητήσει όχι τόσο τη νομική ύπαρξη του νέου κόμματος όσο την αυθεντικότητα της κοινωνικής της υποστήριξης. Αν το καθεστώς πείσει ότι το Νέο Κόμμα δεν είναι παρά ένα επικοινωνιακό προϊόν, μπορεί να περιορίσει την απήχησή του στους κεντρώους, συντηρητικούς και εθνικιστές ψηφοφόρους που έχουν απομακρυνθεί από το AKP αλλά εξακολουθούν να δυσπιστούν απέναντι στο παραδοσιακό CHP.
Οι δημοσκοπικές ενδείξεις εξηγούν αυτή την ανησυχία. Σύμφωνα με στοιχεία της Istanbul Ekonomi Arastirma, το 51,3% των ψηφοφόρων του AKP χαρακτήριζε στις αρχές Ιουλίου την οικονομική κατάσταση κακή ή πολύ κακή, έναντι 42,6% τον προηγούμενο μήνα. Η απαισιοδοξία για το μέλλον μεταξύ των ψηφοφόρων του κυβερνώντος κόμματος αυξήθηκε επίσης από 29,9% σε 36,1%, ενώ στους συνταξιούχους και στους ψηφοφόρους άνω των 65 ετών η οικονομική δυσαρέσκεια έφθασε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Άλλες έρευνες που δημοσιεύονται στον τουρκικό Τύπο δείχνουν ότι περισσότερο από το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος αυτοτοποθετείται κοντά στο Κέντρο, ενώ περίπου 35% δηλώνει κεμαλιστικό και 22,5% εθνικιστικό. Οι ταυτότητες αυτές, ωστόσο, δεν λειτουργούν πλέον αποκλειστικά ιδεολογικά, αλλά συχνά εκφράζουν ένα μείγμα πατριωτισμού, κρατικής σταθερότητας, κοινωνικής ασφάλειας και δυσαρέσκειας απέναντι στην αυταρχική διακυβέρνηση. Σε αυτό ακριβώς το πεδίο τοποθετείται η στρατηγική του Οζέλ, που αποφεύγει να παρουσιάσει το Νέο Κόμμα ως μια νέα εκδοχή του CHP ή ως προσωπικό κόμμα του ίδιου, του Ε. Ιμάμογλου ή του Μανσούρ Γιαβάς. Η φιλοδοξία είναι μεγαλύτερη: μια πολυσυλλεκτική παράταξη που θα συνδυάζει τους εκκοσμικευμένους ρεπουμπλικανούς, την εθνικιστική αντιπολίτευση, τους κεντρώους, τους απογοητευμένους συντηρητικούς και την τακτική υποστήριξη των Κούρδων ψηφοφόρων. Ο Οζέλ έχει αναφέρει ότι οι πολίτες σε ποσοστό 49% έως 70% θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να εξετάσουν ψήφο υπέρ της νέας παράταξης, διευκρινίζοντας όμως ότι αυτά δεν αποτελούν ακόμα πρόθεση ψήφου. Ο περισσότερο ρεαλιστικός στόχος είναι η υπέρβαση του 40%, με στρατηγικό ορίζοντα το 50% συν μία ψήφο, ποσοστό που απαιτείται για την εκλογή Προέδρου.
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα αλλά και η σημαντικότερη αδυναμία του Yeni Parti είναι το τρίγωνο Οζέλ – Ιμάμογλου – Γιαβάς. Ο Οζέλ διαθέτει τον κομματικό μηχανισμό και την οργανωτική πρωτοβουλία, ο φυλακισμένος Ιμάμογλου ενσαρκώνει τη σύγκρουση με το καθεστώς και ο Γιαβάς διατηρεί πρόσβαση σε εθνικιστές και συντηρητικούς ψηφοφόρους. Ο Οζέλ έχει, στρατηγικά, αποφύγει να πιέσει τον δήμαρχο της Άγκυρας να αποχωρήσει άμεσα από το CHP, γνωρίζοντας ότι μια πρόωρη ένταξή του θα μπορούσε να περιορίσει την ευρύτερη εκλογική του απήχηση.
Ωστόσο, το καθεστώς διαθέτει ακόμα σημαντικά εργαλεία για να επιβραδύνει την εδραίωση της νέας παράταξης. Η άρση βουλευτικών ασυλιών, οι πολυάριθμες δικογραφίες κατά του Οζέλ και άλλων βουλευτών, η συνεχιζόμενη καταστολή εναντίον δημάρχων, μπορούν να μετατρέψουν την οργανωτική ορμή σε πόλεμο φθοράς. Οι επιχειρήσεις εναντίον δημάρχων στην Κωνσταντινούπολη και στην Άγκυρα δείχνουν ότι η τοπική αυτοδιοίκηση θα αποτελέσει βασικό πεδίο της σύγκρουσης. Το καθεστώς δεν χρειάζεται να απαγορεύσει το Νέο Κόμμα, αρκεί να το κρατήσει νομικά ευάλωτο, οικονομικά πιεσμένο και πολιτικά ασταθές, όπως εκτιμούν Τούρκοι αναλυτές.
Νομοσχέδιο για τον τερματισμό της ένοπλης δράσης του PKK
Ο αφοπλισμός, η ειδική διάταξη για τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν και οι νέες ισορροπίες που διαμορφώνονται στο εσωτερικό της Τουρκίας
H Τουρκία επιχειρεί την πιο σοβαρή απόπειρα τερματισμού της ένοπλης δράσης του PKK, μετά την κατάρρευση της προηγούμενης ειρηνευτικής διαδικασίας το 2015. Η νομοθετική πρωτοβουλία που αναμένεται να κατατεθεί στην Εθνοσυνέλευση τις επόμενες ημέρες παρουσιάζεται από το καθεστώς ως το πρώτο πρακτικό βήμα της λεγόμενης «Τουρκίας χωρίς τρομοκρατία». Πρόκειται για έναν προσωρινό μηχανισμό αφοπλισμού του ΡΚΚ, επιστροφής μελών του και ελεγχόμενης επανένταξής τους, που θα ενεργοποιηθεί μόνο όταν οι υπηρεσίες ασφαλείας διαπιστώσουν ότι το PKK έχει πράγματι διαλυθεί και εγκαταλείψει τα όπλα.
Δεν πρόκειται, τουλάχιστον σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά στον τουρκικό Τύπο, για μια συνολική πολιτική διευθέτηση του κουρδικού ζητήματος. Το νομοσχέδιο, το οποίο περιγράφεται άλλοτε ως κείμενο επτά ή οκτώ άρθρων και άλλοτε ως ρύθμιση δέκα έως δεκαπέντε άρθρων, θα έχει περιορισμένη χρονική ισχύ, πιθανότατα από έξι μήνες ως έναν χρόνο. Δεν θα αποτελεί γενική αμνηστία, δεν θα περιλαμβάνει ειδική διάταξη για τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν και δεν θα καλύπτει την ανώτερη ηγεσία του PKK ή πρόσωπα που θεωρούνται υπεύθυνα για τη δολοφονία στρατιωτών και αστυνομικών.
Ο βασικός σχεδιασμός είναι σαφής. Η Εθνοσυνέλευση θα δημιουργήσει εκ των προτέρων τη νομική οδό ώστε τα μέλη του PKK να μην παραδώσουν τα όπλα «στο κενό». Στη συνέχεια, η MΙT και οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις θα ελέγξουν στρατόπεδα, οπλισμό και οργανωτικές δομές. Τα πορίσματά τους θα υποβληθούν στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, το οποίο θα κληθεί να αποφανθεί ότι η οργάνωση έχει πράγματι πάψει να υφίσταται. Μόνο τότε θα αρχίσει η διαδικασία ατομικών επιστροφών μελών του ΡΚΚ και δικαστικής μεταχείρισης των προσώπων που θα υπαχθούν στη ρύθμιση.
Οι μέχρι στιγμής πληροφορίες αναφέρουν ότι περίπου 5.000 κρατούμενοι ή καταδικασμένοι για υποθέσεις σχετικές με το PKK θα μπορούσαν να ωφεληθούν, εφόσον δεν συνδέονται προσωπικά με ανθρωποκτονίες ή άλλες ιδιαίτερα βαριές πράξεις. Περίπου 200 ανώτερα στελέχη αναμένεται να παραμείνουν εκτός Τουρκίας, πιθανότατα στο βόρειο Ιράκ, ενώ για ορισμένες κατηγορίες μελών εξετάζονται αναστολές ποινών, επιτήρηση, περιορισμοί στην ενεργό πολιτική δράση και διαφορετικά καθεστώτα δικαστικού ελέγχου.
Το καθεστώς επιδιώκει το νομοσχέδιο να μην εμφανιστεί ως αποκλειστική πρωτοβουλία του AKP. Ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης, Νουμάν Κουρτουλμούς, έχει πραγματοποιήσει επαφές με τα κοινοβουλευτικά κόμματα, με στόχο μια πρόταση που θα φέρει τουλάχιστον τη στήριξη του AKP, του MHP και του φιλοκουρδικού DEM. Η κατανομή των ρόλων είναι πολιτικά προσεκτική. Το DEM προσφέρει κουρδική νομιμοποίηση, το MHP προστατεύει το καθεστώς από τις εθνικιστικές αντιδράσεις και η Εθνοσυνέλευση παρέχει την εικόνα μιας εθνικής συναίνεσης. Την ουσιαστική εξουσία εφαρμογής, ωστόσο, θα εξακολουθήσουν να διατηρούν η προεδρία, η MΙT, ο στρατός και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας.
Αυτή ακριβώς η διάσταση αποτελεί και τον πυρήνα της πολιτικής αμφισβήτησης, με το καθεστώς να μιλά για «διάλυση της τρομοκρατικής οργάνωσης», εθνική ενότητα και οικονομικό μέρισμα ειρήνης. Ο καθεστωτικός Τύπος προέβαλε στα πρωτοσέλιδά του την εκτίμηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι η τρομοκρατία κόστισε στην Τουρκία περίπου 2,3 τρισ. δολάρια, υποστηρίζοντας ότι ο αφοπλισμός του ΡΚΚ θα απελευθερώσει επενδύσεις, τουρισμό, υποδομές και διασυνοριακό εμπόριο στις κουρδικές επαρχίες. Η διαδικασία παρουσιάζεται όχι ως διαπραγμάτευση μεταξύ δύο πλευρών, αλλά ως ενσωμάτωση μιας ηττημένης οργάνωσης σε ένα αμετάβλητο ενιαίο κράτος.
Η κουρδική πλευρά αποδέχεται, μέχρι στιγμής, αυτή την ασυμμετρία ως πιθανή αφετηρία. Στελέχη του PKK, μιλώντας στον τουρκικό Τύπο, έχουν χαρακτηρίσει το πλαίσιο ανεπαρκές αλλά αποδεκτό ως πρώτο βήμα, ενώ ο Οτσαλάν φέρεται να έχει εγκαταλείψει την αρχική επιδίωξη μιας συνολικής συμφωνίας που θα ρύθμιζε ταυτόχρονα τον αφοπλισμό του ΡΚΚ, τη δική του θέση και τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Η συμφωνία που διαμορφώνεται φαίνεται να στηρίζεται στη σταδιακή εφαρμογή. Πρώτα η διάλυση της μαζικής οργανωτικής δομής του ΡΚΚ και η επανένταξη των απλών μελών του και αργότερα η συζήτηση για τα δυσκολότερα πολιτικά ζητήματα.
Εδώ βρίσκεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος της διαδικασίας, σύμφωνα με Τούρκους αναλυτές, καθώς το PKK καλείται μεν να παραδώσει άμεσα τα όπλα, την οργανωτική του υπόσταση και τη δυνατότητα επιστροφής στην ένοπλη δράση, αλλά τα ανταλλάγματα του κράτους παραμένουν σταδιακά, ασαφή και πολιτικά αναστρέψιμα. Το καθεστώς του Οτσαλάν, οι αλλαγές στον αντιτρομοκρατικό νόμο, το σύστημα των κρατικών επιτρόπων στους κουρδικούς δήμους, τα γλωσσικά δικαιώματα και η εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δεν αποτελούν μέρος του πρώτου νομοθετικού πακέτου.
Καθοριστικός παράγοντας
Ο Οτσαλάν θα είναι ο καθοριστικός παράγοντας αυτής της εύθραυστης ισορροπίας. Η Άγκυρα χρειάζεται την εξουσία του για να επιβάλει τη συμμόρφωση στην ηγεσία του ΡΚΚ στο όρος Καντίλ του βορείου Ιράκ και στις δομές του PKK στη Συρία και στην Ευρώπη, αλλά αποφεύγει να αναγνωρίσει δημοσίως ότι ο ίδιος λειτουργεί ως διαπραγματευτής και εγγυητής. Εξετάζεται ακόμη και το ενδεχόμενο ο Οτσαλάν να επιβεβαιώσει ρητά τον πολιτειακά ενιαίο χαρακτήρα της Τουρκικής Δημοκρατίας, προσφέροντας στον Ερντογάν και στον Ντεβλέτ Μπαχτσελί το σύμβολο μιας ιστορικής νίκης του κράτους απέναντι στο αρχικό αυτονομιστικό σχέδιο του PKK.
Η στάση της νέας αντιπολίτευσης θα είναι εξίσου σημαντική, με τον Οζγκιούρ Οζέλ να υποστηρίζει ότι το Νέο Κόμμα δεν πρέπει να εγκαταλείψει την ειρήνη και τον αφοπλισμό επειδή ο Ερντογάν μπορεί να τους χρησιμοποιεί πολιτικά προς όφελός του. Ταυτόχρονα, όμως, ζητά να συνδεθεί η ειρήνη με τη δημοκρατική αποκατάσταση, την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και τον τερματισμό της επιλεκτικής καταστολής. Το παράδοξο είναι εμφανές, όπως σημειώνουν πολιτικοί παρατηρητές στην Τουρκία, καθώς το καθεστώς χρειάζεται την υποστήριξη της αντιπολίτευσης για να προσδώσει κοινωνική νομιμοποίηση σε μια ιστορική διαδικασία, ενώ την ίδια στιγμή φυλακίζει αντιπάλους, διώκει δημάρχους και περιορίζει τον εκλεγμένο πολιτικό χώρο.
«Η Τουρκία μπορεί να πλησιάζει πραγματικά στο τέλος της ένοπλης σύγκρουσης με το ΡΚΚ, χωρίς όμως να πλησιάζει αναγκαστικά και στην επίλυση του κουρδικού ζητήματος», σχολίασαν στη Realnews Τούρκοι αναλυτές, σημειώνοντας ότι η επιτυχία του πρώτου σταδίου θα κριθεί από τον αφοπλισμό του ΡΚΚ και την πειθαρχία των οργανωτικών δομών του. Η ιστορική σημασία της διαδικασίας θα κριθεί αργότερα και θα εξαρτηθεί από το αν η Αγκυρα θα μετατρέψει την παύση της ένοπλης σύγκρουσης σε δημοκρατικό άνοιγμα ή αν θα περιοριστεί σε μια διοικητικά ελεγχόμενη ειρήνη, μέσα σε ένα πολιτικό σύστημα που παραμένει αυταρχικό, κάτι που οι αναλυτές θεωρούν και το πιο πιθανό.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.