Επιχείρηση “Sonnenwende”: Η τελευταία γερμανική επίθεση στο Ανατολικό Μέτωπο
Ο στρατηγός Γκουντέριαν επιχείρησε να εκμεταλλευτεί την ευάλωτη διάταξη του Ζούκοφ στην Πομερανία, σχεδιάζοντας την τελευταία γερμανική επίθεση στο Ανατολικό Μέτωπο.
Στις δύο πτέρυγες του Ανατολικού Μετώπου οι δυνάμεις τους δεν είχαν σημειώσει ανάλογες προόδους.
Ειδικά βόρεια, στην Πομερανία, η διάταξη των δυνάμεων του στρατάρχη Ζούκοφ παρουσιαζόταν αρκετά ευπρόσβλητη.
Αυτό επιχείρησε να εκμεταλλευτεί ο στρατηγός Γκουντέριαν, σχεδιάζοντας την τελευταία γερμανική επίθεση στο Ανατολικό Μέτωπο.
Έχοντας κονιορτοποιήσει το γερμανικό μέτωπο, από την ανατολική Πρωσία και την Πολωνία, οι Σοβιετικοί ξεχύθηκαν εντός της Σιλεσίας και της νότιας Πομερανίας.
Οι γερμανικές δυνάμεις μόνο στα δύο άκρα του μετώπου, στη Βαλτική και την Ουγγαρία, προέβαλλαν ακόμα σθεναρή αντίσταση.
Ο κεντρικός τομέας του Ανατολικού Μετώπου είχε καταρρεύσει ανεπανόρθωτα.
Οι σοβιετικές φάλαγγες άφηναν στο πέρασμά τους μια γραμμή φωτιάς και αίματος.
Ήταν σαν μια ορδή βάρβαρων πολεμιστών να είχε ξαναεισβάλει στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Ο ίδιος ο Χίτλερ, άλλωστε, έκανε συχνά στο παρελθόν αυτό τον παραλληλισμό, χαρακτηρίζοντας τους Ρώσους ως βάρβαρους.
Ήταν η ώρα που η γερμανική γη και ο γερμανικός λαός πλήρωνε με το ίδιο νόμισμα για τα εγκλήματα που η Βέρμαχτ είχε διαπράξει κατ’ εξακολούθηση κατά άμαχων και αιχμάλωτων Σοβιετικών. 
Ωστόσο, η ρωσική επιθετική ισχύς σταδιακά απορροφήθηκε από τον τεράστιο χώρο.
Στον κεντρικό τομέα του μετώπου είχε δημιουργηθεί μια εισέχουσα, τα πλευρά της οποίας ήταν λίαν ευπρόσβλητα, από μια συγκεντρωτική, συγκλίνουσα επίθεση.
Εκμεταλλευόμενος το γεγονός αυτό ο Γκουντέριαν αναδιάρθρωσε αρχικά τη διάταξή του.
Με εντολή του Χίτλερ όμως μια νέα ομάδα στρατιών σχηματίστηκε, η επονομαζόμενη «του Βιστούλα».
Δυστυχώς για τον Γκουντέριαν, η διοίκηση του νέου οργανισμού δόθηκε στον ανίκανο Χίμλερ.
Έτσι, όταν η ρωσική επίθεση επαναλήφθηκε στις 26 Ιανουαρίου, το επιτελείο της Ομάδας Στρατιών (ΟΣ) του Βιστούλα, δεν ήταν σε θέση να ενεργήσει με την απαιτούμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα.
Την ημέρα μάλιστα εκδήλωσης της σοβιετικής επίθεσης, το στρατηγείο της ΟΣ, με επικεφαλής τον ίδιο τον Χίμλερ φυσικά, τράπηκε σε άτακτη φυγή προς τα πίσω, πανικόβλητο, χωρίς καν να συντρέχει λόγος.
Σαν να μην έφτανε αυτό, δύο μέρες αργότερα ο «στρατιωτικά απαίδευτος άνδρας» -κατά τον Γκουντέριαν- Χίμλερ εξέδωσε διαταγή υποχώρησης της ΟΣ, φοβούμενος διάσπαση του μετώπου του.
Οι αντίπαλοί του όμως δεν είχαν τέτοιο σκοπό. Δεν επιτέθηκαν καν κατά του μετώπου της ΟΣ Βιστούλα.
Οι σοβιετικές δυνάμεις κινήθηκαν παράλληλα με το μέτωπό της, αποσκοπώντας στον αποκλεισμό των μαχόμενων γερμανικών δυνάμεων στην Αν. Πρωσία και τη Βαλτική.
Ακολουθώντας τους υποχωρούντες Γερμανούς, οι σοβιετικές φάλαγγες επιτέθηκαν στις 28 Ιανουαρίου στη λεγόμενη τοποθεσία του ποταμού Βάρτε, η οποία αποτελούσε το σημείο συνδέσμου μεταξύ της ΟΣ Κέντρου και της Ομάδας Στρατιών του Βιστούλα.
Δύο μέρες αργότερα η τοποθεσία είχε διασπαστεί και οι Ρώσοι είχαν προχωρήσει βαθιά εντός της εδαφικής λωρίδας μεταξύ των ποταμών Όντερ και Βάρτε.
Εκεί εμποδίστηκαν για λίγο, και οι γερμανικές δυνάμεις κατόρθωσαν να ανασχηματίσουν όπως-όπως ένα νέο μέτωπο.
Ένας τεράστιος θύλακας είχε τώρα δημιουργηθεί, εντός του οποίου είχαν συγκεντρωθεί μεγάλες σοβιετικές δυνάμεις.
Αν οι Γερμανοί κατόρθωναν να εκμεταλλευτούν το γεγονός αυτό με συγκλίνουσα επίθεση κατά των χειλέων του θυλάκου, η Ιστορία ίσως να είχε γραφτεί διαφορετικά. 
Τυχόν γερμανική επιτυχία θα σήμαινε την παγίδευση και την καταστροφή ικανού αριθμού σοβιετικών μονάδων.
Φυσικά, η τρωτότητα του ρωσικού θυλάκου δεν διέφυγε της προσοχής του Γκουντέριαν.
Ο μεγάλος αυτός στρατιώτης αμέσως άρχισε να καταστρώνει σχέδια συγκλίνουσας αντεπίθεσης.
Σκόπευε να διαθέσει την περίφημη 6η Τεθωρακισμένη Στρατιά (ΤΣ) των SS του Ζεπ Ντίντριχ για επίθεση στο νότιο χείλος του θυλάκου και τη σχετικά αναδιοργανωμένη 3η Τεθωρακισμένη Στρατιά κατά του βόρειου χείλους.
Και πάλι όμως ο σχεδιασμός του Γκουντέριαν προσέκρουσε στις φαντασιοπληξίες του Χίτλερ. Πρώτο πλήγμα γι’ αυτόν ήταν η διάθεση της 6ης ΤΣ των SS «για την άρση της πολιορκίας της Βουδαπέστης».
Η κατασπατάληση εκείνη την κρίσιμη στιγμή της τελευταίας ουσιαστικά ισχυρής δύναμης του γερμανικού Στρατού για την υλοποίηση ενός αβέβαιου και σίγουρα μη αποφασιστικής σημασίας σχεδίου, αποτελούσε σίγουρα βαρύτατο σφάλμα του Χίτλερ.
Καθίσταται φανερό, από καταγεγραμμένες συζητήσεις της περιόδου πριν του καταφυγίου, ότι ο Χίτλερ αιθεροβατούσε και δεν ήταν σε θέση να διακρίνει αφενός το ουσιώδες από το επουσιώδες, αφετέρου την επερχόμενη θύελλα.
Ήταν όμως έτσι ή μήπως η εξασθένηση του κεντρικού μετώπου έναντι του Βερολίνου ήταν πράξη ηθελημένη;
Η διάσωση τμήματος πρακτικών διαφωτίζει σε κάποιο βαθμό την αναμφισβήτητα σκοτεινή αυτή πτυχή. 
Η συγκεκριμένη συνομιλία διεξήχθη την 27η Ιανουαρίου 1945 και σε αυτή συμμετείχαν, εκτός του Χίτλερ, ο Γκέρινγκ και ο Γιοντλ:
Χίτλερ: «Νομίζετε ότι οι Άγγλοι είναι πραγματικά ενθουσιασμένοι με τις ρωσικές προόδους;»
Γιόντλ: «Όχι, βεβαίως και όχι. Τα σχέδιά τους ήταν τελείως διαφορετικά. Πολύ αργότερα ίσως γίνει αντιληπτή αυτή η πραγματικότητα».
Γκέρινγκ: «Δεν υπολόγιζαν ότι θα τους συγκρατούσαμε στη Δύση, ενώ την ίδια ώρα οι Ρώσοι προχωρούν όλο και βαθύτερα εντός της Γερμανίας».
Χίτλερ: «Αν οι Ρώσοι διακηρύξουν μια κομμουνιστική κυβέρνηση για τη Γερμανία, οι Άγγλοι θα καταληφθούν από πανικό. Έδωσα εντολές να διοχετευτεί μια έκθεση η οποία θα αναφέρει ότι οι Ρώσοι έχουν οργανώσει μια στρατιά 200.000 Γερμανών, τελείως επηρεασμένων από τον κομμουνισμό, οι οποίοι θα βαδίσουν στο εσωτερικό της Γερμανίας… Αυτό θα τους κάνει να αισθανθούν βελονισμό στα πλευρά τους».
Γκέρινγκ: «Μπήκαν στον πόλεμο για να μας εμποδίσουν να βαδίσουμε κατά της Ανατολής και όχι για να φέρουν την Ανατολή στον Ατλαντικό… Αν τούτο συνεχιστεί [σσ: η σοβιετική προέλαση εντός της Γερμανίας], εντός λίγων ημερών θα λάβουμε τηλεγράφημά τους».
Τα πρακτικά δεν διασώζουν τη συνέχεια της συζήτησης.
Το ίδιο απόγευμα πάντως, ο Χίτλερ έλαβε την απόφαση να κατευθύνει την 6η ΤΣ των SS προς τη Βουδαπέστη.
Με τον τρόπο όμως αυτό η μοναδική ευκαιρία που παρουσιαζόταν για τη διενέργεια συγκλίνουσας επίθεσης εξανεμιζόταν.
Ο Γκουντέριαν εξακολουθούσε παρ’ όλα αυτά να εργάζεται για το συγκεκριμένο σχέδιο, προσπαθώντας αρχικά να αναδιοργανώσει την 3η Τεθωρακισμένη Στρατιά.
Ήλπιζε ακόμα στη διάθεση και της 6ης ΤΣ των SS, η οποία δεν είχε ακόμα εμπλακεί αποφασιστικά στις μάχες γύρω από την ουγγρική πρωτεύουσα.
Ο Χίτλερ πάντως επέμενε στην οργάνωση μιας νέας στρατιάς των SS, η οποία έλαβε τον αριθμό 11η και διοικητής της ορίστηκε ο αντιστράτηγος των SS Φέλιξ Στάινερ, ένας από τους σοβαρούς αξιωματικούς των Waffen SS. 
H 11η Στρατιά διέθετε το 39ο Τεθωρακισμένο Σώμα Στρατού (ΤΣΣ), υπό τον αντιστράτηγο Καρλ Ντέκερ, με την Τεθωρακισμένη Μεραρχία (ΤΜ) Χόλσταϊν, τη 10η ΤΜ των SS, την 4η Μεραρχία Αστυνομίας των SS (τη διαβόητη Polizei) και την 28η Μεραρχία Εθελοντών των SS, Βαλόνιεν, το 32ο ΤΣΣ των SS (αντιστράτηγος Μάρτιν Ούνραϊν), με τις μεραρχίες 11η SS Nορτλάντ, 23η SS Νέντερλαντ, την «αυτοσχέδια» μεραρχία Μπέγκλαϊτ Φύρερ και την 27η SS Λάνγκεμαρκ.
Τέλος, η 11η Στρατιά παρέτασσε το 10ο ΣΣ SS (αντιστράτηγος Γκίντερ Κράπε) με τις μεραρχίες «Γρεναδιέρων του Φύρερ», την 163η Μεραρχία Πεζικού (ΜΠ), τη 281η ΜΠ και την 104η Ταξιαρχία Κυνηγών Αρμάτων.
Γερμανικές παλινωδίες
Ο Γκουντέριαν, ως ο καλύτερος ίσως στρατηγός των αρμάτων της Ιστορίας, γνώριζε από την εμπειρία του τη ρωσική αδυναμία.
Τα ρωσικά στρατεύματα είχαν προελάσει σε μεγάλο βάθος, με λογική συνέπεια η αρχική τους ισχύς να έχει σοβαρά εξασθενήσει, λόγω απωλειών, επιμελητειακών δυσχερειών και φθοράς του υλικού, χωρίς να αναφερθούμε στους γερμανικούς θύλακες που υπήρχαν πίσω τους και πολιορκούνταν…
Ο δε τεραστίου εύρους ρωσικός θύλακας που είχε σχηματιστεί δεν ήταν δυνατό παρά να προκαλέσει τη λογική του Γκουντέριαν.
Αν και η ανόητη εμμονή του Χίτλερ να στείλει την 6η ΤΣΣ SS στη Βουδαπέστη δεν επέτρεπε στον Γκουντέριαν να ελπίζει σε μια συγκεντρωτική επίθεση ηλάγρας από βορρά και νότο κατά των Ρώσων, τουλάχιστον παρουσιαζόταν η δυνατότητα να πληγεί το βόρειο σκέλος του ρωσικού θυλάκου, στο ύψος του σημερινού Πόζναν της Πολωνίας.
Αν οι γερμανικές δυνάμεις επιτύγχαναν ρήγμα εκεί, θα μπορούσαν, κινούμενες νότια, να ενωθούν με την πολιορκημένη φρουρά του Κίουστριν. Το Κίουστριν αποτελούσε συγκοινωνιακό κόμβο και η τυχόν εξασφάλισή του από τους Γερμανούς θα απειλούσε τις γραμμές συγκοινωνιών των σοβιετικών στρατιών του Βορρά. Ο Γκουντέριαν φυσικά δεν έτρεφε αυταπάτες.
Αυτό που πάνω απ’ όλα ήλπιζε ήταν να κερδίσει χρόνο, ο οποίος θα μπορούσε ενδεχομένως να τύχει και της πρέπουσας, υπό τις περιστάσεις, πολιτικής εκμετάλλευσης.
Επίσης, τυχόν επιτυχία θα του εξασφάλιζε τη συγκατάθεση του Χίτλερ για τη χρησιμοποίηση της 6ης ΤΣ των SS.
Σε πρώτη φάση, ο Γκουντέριαν έπρεπε να βρει δυνάμεις για να καλύψει το υπό κατάρρευση μέτωπο της ΟΣ του Βιστούλα.
Η προφανέστερη, δε, πηγή εξεύρεσης εφεδρειών δεν ήταν άλλη από τις περικυκλωμένες 27 γερμανικές μεραρχίες στην Κουρλανδία. Όταν όμως έθιξε το θέμα στον Χίτλερ, αντιμετώπισε ύβρεις.
Ο Γκουντέριαν, όπως γράφει στα απομνημονεύματά του, είπε στον Χίτλερ: «Πιστέψτε ότι όταν επιμένω για τη μεταφορά των μεραρχιών της Κουρλανδίας, το κάνω γιατί είναι ο μόνος τρόπος να βρούμε εφεδρείες. Πιστέψτε ότι ενεργώ αποκλειστικά για τα συμφέροντα της Γερμανίας».
Στο άκουσμα των λόγων αυτών, ο Χίτλερ πετάχτηκε όρθιος και άρχισε να κραυγάζει: «Υπονοείς ότι εγώ δεν ενεργώ για τα συμφέροντα της Γερμανίας; Όλη μου η ζωή είναι ένας αγώνας για τη Γερμανία».
Κατόπιν τούτου, ο Γκουντέριαν κατάλαβε ότι και πάλι έπρεπε να δράσει εκ των ενόντων.
Το μόνο που κατάφερε ήταν να του δοθεί έγκριση για τη μεταφορά 4 μόλις μεραρχιών από το δυτικό και το ιταλικό μέτωπο. 
Ύστερα από την άγρια λεκτική σύγκρουση με τον Χίτλερ λοιπόν, ο Γκουντέριαν αποφάσισε να παραιτηθεί από το σχέδιο συγκλίνουσας επίθεσης και να περιοριστεί στην εξαπόλυση επίθεσης κατά του δεξιού πλευρού του ρωσικού θυλάκου, στο ύψος του δάσους του Άρνσβαλντε.
Στόχος ήταν οι γερμανικές δυνάμεις να πλήξουν το δεξιό πλευρό του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου, τη διοίκηση του οποίου είχε ο στρατάρχης Γκεόργκι Ζούκοφ, ο οποίος παρέτασσε 3 στρατιές πεζικού, την 47η, την 61η και την 70η και 2 ΤΣ, την 1η και 2η ΤΣ της Φρουράς.
Για να έχει όμως ελπίδες επιτυχίας η -έστω και περιορισμένων στόχων- επίθεση, θα έπρεπε να εξαπολυθεί το αργότερο έως τις 15 Φεβρουαρίου, ώστε οι Σοβιετικοί να μην έχουν προλάβει να επισκευάσουν τα άρματά τους, να μην έχουν εγκαταστήσει βάσεις επιμελητείας και, πάνω απ’ όλα, να μην έχει καταρρεύσει η άμυνα των πολιορκημένων στη Σιλεσία γερμανικών φρουρών.
Φυσικά, θα έπρεπε η επίθεση να συντονιστεί και να τεθεί υπό τον έλεγχο ενός έμπειρου στρατιώτη και όχι από τον προσεγγίζοντα τα όρια του γελοίου διοικητή της ΟΣ του Βιστούλα, τον «πιστό Χίμλερ».
Αποφασισμένος να υποστηρίξει τα δύο του αυτά αιτήματα, ο Γκουντέριαν προσήλθε ενώπιον του Χίτλερ.
Τότε εκτυλίχθηκε μια από τις πλέον θυελλώδεις σκηνές στην ιστορία των «πολεμικών συσκέψεων» του Χίτλερ.
Ο Χίμλερ επέμενε ότι δεν ήταν δυνατόν να αρχίσει η επίθεση στους χρόνους που ο Γκουντέριαν επιθυμούσε, προφασιζόμενος ελλείψεις σε καύσιμα και πυρομαχικά.
Ο Χίτλερ φυσικά πήρε το μέρος του «πιστού» του συνεργάτη. Ο Γκουντέριαν από την πλευρά του ανέφερε ότι η απροθυμία του Χίτλερ και του Χίμλερ για την εξαπόλυση της επίθεσης είχε να κάνει με τη συναίσθηση και των δύο περί της ανικανότητας του Χίμλερ.
Ο διάλογος που ακολούθησε και έχει καταγραφεί στα απομνημονεύματα του Γκουντέριαν είναι ενδεικτικός:
Γκουντέριαν: «Δεν μπορούμε να περιμένουμε μέχρις ότου παραδοθεί το τελευταίο κάνιστρο πετρελαίου και το τελευταίο κιβώτιο πυρομαχικών. Μέχρι τότε οι Ρώσοι θα είναι πολύ ισχυροί».
Χίτλερ: «Δεν σας επιτρέπω να με κατηγορείτε ότι επιθυμώ την αναμονή».
Γκουντέριαν: «Δεν σας κατηγορώ για τίποτε. Απλώς λέω ότι δεν υπάρχει ανάγκη να περιμένουμε μέχρις ότου παραδοθεί στα τμήματα και το τελευταίο φορτίο εφοδίων, γιατί έτσι θα χάσουμε την ευνοϊκή για την επίθεση στιγμή».
Χίτλερ: «Ακριβώς σας πληροφορώ ότι δεν επιτρέπω να με κατηγορείτε ότι επιθυμώ την αδρανή αναμονή».
Γκουντέριαν: «Ο στρατηγός Βενκ πρέπει να προσκολληθεί στο επιτελείο του Εθνικού Ηγέτη (Χίμλερ), αφού, σε διαφορετική περίπτωση, δεν υπάρχει αμφιβολία για την τύχη της επίθεσης».
Χίτλερ: «Ο Εθνικός Ηγέτης είναι αρκετά ικανός να διεξάγει την επίθεση μόνος του».
Γκουντέριαν: «Ο Εθνικός Ηγέτης δεν διαθέτει ούτε την απαιτούμενη πείρα ούτε επαρκώς εκπαιδευμένο επιτελείο για να ελέγχει την επίθεση αυτοπροσώπως. Επομένως, η παρουσία του στρατηγού Βενκ είναι αναγκαία».
Χίτλερ: «Δεν σας επιτρέπω να λέτε ότι ο Εθνικός Ηγέτης είναι ανίκανος να επιτελέσει τα καθήκοντά του».
Γκουντέριαν: «Είμαι υποχρεωμένος να επιμείνω επί της προσκόλλησης του στρατηγού Βενκ στο επιτελείο της ΟΣ έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η ικανοποιητική διεξαγωγή των επιχειρήσεων».
Ο Γκουντέριαν κατέγραψε τη συνέχεια της «σύσκεψης» στα απομνημονεύματά του: «Ο Χίτλερ βημάτιζε νευρικά κατά μήκος του άκρου του τάπητα και στη συνέχεια στεκόταν απότομα εμπρός μου και σχεδόν με εξύβριζε. Σχεδόν κραύγαζε και τα μάτια του ήταν έτοιμα να πεταχτούν από τις κόγχες. Οι φλέβες του είχαν φουσκώσει».
Τελικά, εντελώς απότομα ο Χίτλερ στάθηκε ενώπιον του Χίμλερ και, σύμφωνα πάντα με τον Γκουντέριαν, του είπε: «Λοιπόν, Χίμλερ, ο στρατηγός Βενκ θα αφιχθεί στο στρατηγείο σου απόψε και θα αναλάβει τη διεύθυνση των επιχειρήσεων».
Στρεφόμενος κατόπιν προς τον Γκουντέριαν, του χαμογέλασε και του είπε: «Το Γενικό Επιτελείο κέρδισε σήμερα μία μάχη».
Η απόφαση για την τελευταία γερμανική επίθεση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχε ληφθεί, μετά κόπων και βασάνων. 
Ήταν δε η τελευταία επιχείρηση του Γκουντέριαν, ο οποίος λίγο αργότερα αποπέμφθηκε από τη θέση τού Αρχηγού του Επιτελείου Στρατού (ΟΚΗ) και από το στράτευμα γενικότερα.
Η επίθεση
Μόλις δόθηκε το πράσινο φως από τον Χίτλερ, ο Γκουντέριαν, μέσω του Βενκ, εξαπόλυσε την επίθεση με το πρώτο φως της 15ης Φεβρουαρίου 1945.
Η 11η Στρατιά των SS θα υποστηριζόταν και από στοιχεία της 3ης ΤΣ. Συνολικά, ο Γκουντέριαν είχε κατορθώσει να συγκεντρώσει περί τα 600 άρματα μάχης και τεθωρακισμένα (κυνηγοί αρμάτων, πυροβόλα εφόδου) για την επίθεση.
Απέναντί του ο Ζούκοφ είχε πληροφορίες για τις γερμανικές συγκεντρώσεις, αλλά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ούτε τον ακριβή χρόνο ούτε το ακριβές σημείο της κύριας γερμανικής επίθεσης.
Την επίθεση άνοιξε η Μεραρχία Νόρτλαντ, η οποία κατάφερε να διασπάσει την άμυνα της σοβιετικής 61ης Στρατιάς και να προελάσει μέχρι την πόλη του Άρνσβαλντε, στις παρυφές του ομώνυμου δάσους. 
Οι Γερμανοί όμως αντιμετώπιζαν έτσι κι αλλιώς ανεφοδιαστικές δυσχέρειες και η βασική εντολή που είχε δοθεί στα πληρώματα των αρμάτων ήταν, αν τυχόν το άρμα ακινητοποιηθεί, να φροντίσει το πλήρωμα για την αποστράγγιση και τη μεταφορά των καυσίμων!
Παρ’ όλα αυτά, η επίθεση συνεχίστηκε.
Την επομένη, 16η Φεβρουαρίου, το σύνολο της 11ης Στρατιάς SS πέρασε στην επίθεση, υποχρεώνοντας την 61η Στρατιά του Ζούκοφ σε υποχώρηση.
Οι γερμανικές δυνάμεις με τους περίφημους «Βασιλικούς Τίγρεις» στην εμπροσθοφυλακή διέλυσαν με άνεση τις θέσεις του σοβιετικού πεζικού και κατέστρεψαν από μεγάλη απόσταση δεκάδες σοβιετικά άρματα, τα οποία δεν μπορούσαν να απαντήσουν, λόγω βεληνεκούς.
Το γερμανικό κέντρο, το 39ο ΤΣΣ SS, του αντιστράτηγου Καρλ Ντέκερ κατάφερε να διευρύνει το ρήγμα στη σοβιετική διάταξη και να φτάσει στο Άρνσβάλντε.
Ο Ζούκοφ όμως αντέδρασε αμέσως. Στον τομέα του ρήγματος διατέθηκε πάραυτα η 2η ΤΣ της Φρουράς, και σταδιακά η γερμανική προώθηση άρχισε να επιβραδύνεται.
Στα ερείπια του Άρνσβαλντε, οι «Βασιλικοί Τίγρεις» των SS ενεπλάκησαν σε μονομαχία πυροβολικού με τα σοβιετικά βαριά άρματα ΙS και τα μέσα Τ-34.
Οι Σοβιετικοί έριχναν συνεχώς νέες δυνάμεις. «Οι δυνάμεις τους είναι ανεξάντλητες», ανέφεραν με απελπισία οι Γερμανοί αρματιστές. «Ακούγαμε τις οβίδες τους να σκάβουν το έδαφος ή και να εποστρακίζονται στη βαριά θωράκιση των αρμάτων μας».
Παρ’ όλα αυτά, επικράτησε η ποσότητα. Άλλωστε, και τα γερμανικά πληρώματα των αρμάτων δεν ήταν τα καλύτερα εκπαιδευμένα, προερχόμενα, αρκετά από αυτά, από την αστυνομία, τη Λουφτβάφφε και το Ναυτικό.
Αρκετά, δε, πληρώματα είχαν μεταφερθεί από το δυτικό μέτωπο και παρουσίαζαν μεγάλη αποστροφή στο να ενεργούν κατά μάζες στο φως της μέρας, έχοντας πικρή εμπειρία από την απόλυτη συμμαχική αεροπορική υπεροχή.
Τέλος, εμπόδιο αποτέλεσαν και οι καιρικές συνθήκες, αφού η λάσπη που υπήρχε παντού στο πεδίο της μάχης εμπόδιζε τα βαριά γερμανικά άρματα λόγω βάρους και τα μέσα γερμανικά άρματα με τις στενότερες ερπύστριες να κινηθούν στα εδάφη όπου τα Τ-34 κινούνταν με σχετική άνεση.
Καθώς πάντως η επίθεση βρισκόταν σε εξέλιξη, το βράδυ της 17ης Φεβρουαρίου, ο υπεύθυνος για τη διεξαγωγή της στρατηγός Βάλτερ Βενκ τραυματίστηκε βαριά σε τροχαίο ατύχημα, οδηγώντας προς το Βερολίνο, αφού ο Χίτλερ τον υποχρέωνε να παρευρίσκεται κάθε βράδυ στις «εσπερινές συσκέψεις» στο Βερολίνο, που απείχε από το Στετίνο της Πομερανίας (έδρα του Βενκ) περισσότερα από 320 χλμ.
Μετά τον τραυματισμό του Βενκ, ο Χίτλερ τοποθέτησε στη θέση του τον στρατηγό Κρεμπς – ο οποίος διαδέχθηκε αργότερα και τον Γκουντέριαν, έπειτα από την αποπομπή του τελευταίου.
Ο Κρεμπς δεν διέθετε σε καμία περίπτωση τις ικανότητες του Βενκ, κι έτσι η επίθεση έσβησε απλά από έλλειψη συντονισμού, γεγονός πρωτοφανές στη γερμανική πολεμική Ιστορία.
Παρ’ όλα αυτά ο Χίτλερ επέμεινε, όπως και στις Αρδέννες, να διατηρηθεί πάση θυσία το ανακαταληφθέν έδαφος.
Έτσι, οι γερμανικές δυνάμεις, το ισοζύγιο απωλειών των οποίων ήταν μέχρι τότε θετικό, υποχρεώθηκαν να συμπιεστούν, κυριολεκτικά, στον στενό θύλακα του Άρνσβάλντε, όπου και δέχτηκαν την αντεπίθεση της 3ης Στρατιάς Εφόδου, με την οποία είχε ενισχυθεί ο Ζούκοφ. 
Οι Γερμανοί πολέμησαν γενναία, αλλά δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τις συντριπτικά υπέρτερες αντίπαλες δυνάμεις.
Μοιραία, διαλύθηκαν και υποχρεώθηκαν σε υποχώρηση.
Η φθορά τους, δε, ήταν τόσο σοβαρή που δεν κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν την ακολουθούσα σοβιετική επίθεση στην Πομερανία.
Μέχρι τις 23 Φεβρουαρίου οι Γερμανοί, όχι μόνο είχαν απωθηθεί πέραν των αρχικών τους θέσεων, αλλά είχαν χάσει επιπλέον έδαφος, χάρη στην ισχυρογνωμοσύνη και την παντελή έλλειψη λογικής του Χίτλερ.
Αν ο Χίτλερ είχε ακούσει τον Γκουντέριαν και είχε συναινέσει στην εξαπόλυση της συγκλίνουσας επίθεσης από Βορρά και Νότο, τα αποτελέσματα θα ήταν σίγουρα διαφορετικά.
Ωστόσο, το τυφλό του πείσμα τον οδήγησε στο τελευταίο τραγικό γι’ αυτόν σφάλμα.
Ύστερα από την αποτυχία της επιχείρησης «Ηλιαχτίδα», η έκβαση του πολέμου είχε προδιαγραφεί στην Ανατολή και η πτώση του Βερολίνου αλλά και ο θάνατος του «Φύρερ» έμοιαζαν βέβαια ότι θα συμβούν.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.