Μετ’ εμποδίων η ρύθμιση των 72 δόσεων
Μόλις 22.500 αιτήσεις έχουν υποβληθεί για τη ρύθμιση των 72 δόσεων, καθώς τα «αγκάθια» κρατούν πίσω οφειλέτες σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία.

Η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων για χρέη σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία προχωρά με αργούς ρυθμούς, καθώς μέχρι σήμερα έχουν υποβληθεί μόλις 22.500 αιτήσεις, αριθμός πολύ μικρός σε σχέση με τη μεγάλη δεξαμενή οφειλετών. Βασικό εμπόδιο αποτελεί το γεγονός ότι αφορά μόνο παλαιά χρέη έως το τέλος του 2023, ενώ οι νεότερες οφειλές πρέπει να ρυθμιστούν ή να εξοφληθούν ξεχωριστά, κάτι που δυσκολεύει νοικοκυριά και επιχειρήσεις να ανταποκριθούν παράλληλα και στις τρέχουσες υποχρεώσεις τους.
Πιο αναλυτικά
Τα «αγκάθια» που κρατούν πίσω τους οφειλέτες σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία. Μόλις 22.500 οι αιτήσεις μέχρι σήμερα.
Των Α. ΜΑΥΡΟΥΛΗ, Σ. ΣΤΑΥΡΟΠΙΕΡΡΑΚΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews
Με το βλέμμα στραμμένο στο τελευταίο τετράμηνο του έτους βρίσκεται το οικονομικό επιτελείο, καθώς η πορεία της νέας ρύθμισης των 72 δόσεων, για χρέη προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία μπαίνει πλέον στην πιο κρίσιμη φάση της. Η πρώτη περίοδος εφαρμογής της δεν συνοδεύτηκε από μαζική προσέλευση οφειλετών, χωρίς ωστόσο τα μέχρι στιγμής στοιχεία να θεωρούνται οριστικά για την τελική απήχηση του μέτρου.
Σύμφωνα με στοιχεία της Realnews, μέχρι σήμερα έχουν υποβληθεί συνολικά περίπου 22.500 αιτήσεις, εκ των οποίων 11.000, αφορούν οφειλές προς την εφορία και 11.500 χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Οι αριθμοί παραμένουν χαμηλοί σε σχέση με τη μεγάλη δεξαμενή των δυνητικών δικαιούχων, αλλά και με το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών που έχει συσσωρευτεί σε φορολογική διοίκηση και ΚΕΑΟ.
Την εκτίμηση ότι μετά το πέρας της θερινής ανάπαυλας θα επιταχυνθούν οι ρυθμοί υποβολής αιτήσεων από φορολογουμένους και ασφαλισμένους εκφράζουν κυβερνητικά στελέχη, θεωρώντας ότι η πραγματική δυναμική της ρύθμισης θα αρχίσει να αποτυπώνεται από τον Σεπτέμβριο και θα ξεκαθαρίσει όσο πλησιάζει η 31η Δεκεμβρίου 2026, οπότε εκπνέει η προθεσμία υπαγωγής.
Το πρόβλημα
Ωστόσο, η μέχρι σήμερα εικόνα αναδεικνύει και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν αρκετοί οφειλέτες προκειμένου να αξιοποιήσουν το νέο πλαίσιο. Το βασικό «αγκάθι» είναι ότι οι 72 δόσεις αφορούν παλαιά χρέη έως το τέλος του 2023, ενώ οι νεότερες οφειλές θα πρέπει να έχουν εξοφληθεί ή να έχουν τακτοποιηθεί ξεχωριστά μέσω της πάγιας ρύθμισης. Αυτό σημαίνει ότι για αρκετούς οφειλέτες η ένταξη προϋποθέτει τη δυνατότητα να εξυπηρετούν ταυτόχρονα περισσότερες από μία υποχρεώσεις, μαζί με τους τρέχοντες φόρους ή τις ασφαλιστικές εισφορές.
Το μεγάλο στοίχημα, επομένως, δεν περιορίζεται στον αριθμό των αιτήσεων που θα υποβληθούν μέχρι το τέλος του έτους. Είναι πόσοι θα καταφέρουν να μπουν στη ρύθμιση και κυρίως πόσοι θα μπορέσουν να παραμείνουν σε αυτή, χωρίς να δημιουργήσουν παράλληλα νέα ληξιπρόθεσμα χρέη. Ειδικά στο μέτωπο των ασφαλιστικών οφειλών, όπου περισσότερες από μία στις δύο ρυθμίσεις του παρελθόντος έχουν χαθεί, το συγκεκριμένο στοίχημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Μεγάλη η δεξαμενή
Στις 11.000 ανέρχονται μέχρι στιγμής οι αιτήσεις για τη ρύθμιση των οφειλών προς τη φορολογική διοίκηση σε έως 72 δόσεις, αριθμός που θεωρείται χαμηλός σε σχέση με τη δυνητική περίμετρο του μέτρου.
Περίπου 1,3 εκατ. φορολογούμενοι έχουν ληξιπρόθεσμα χρέη ύψους 31,5 δισ. ευρώ που θα μπορούσαν, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, να αποτελέσουν τη μεγάλη δεξαμενή από την οποία θα αντλήσει οφειλέτες η ρύθμιση μέχρι το τέλος του έτους.
Το βασικό εμπόδιο εντοπίζεται στην περίμετρο των οφειλών που μπορούν να υπαχθούν. Η ρύθμιση αφορά οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση οι οποίες κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, παρέμεναν αρρύθμιστες στις 21 Απριλίου 2026 και εξακολουθούν να είναι ανεξόφλητες κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.
Οι νεότερες οφειλές δεν μπορούν να μεταφερθούν στις 72 δόσεις. Αντίθετα, για να αποκτήσει ο φορολογούμενος πρόσβαση στη νέα ρύθμιση, θα πρέπει προηγουμένως να έχει εξοφλήσει ή ρυθμίσει μέσω της πάγιας ρύθμισης τα χρέη που βεβαιώθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά.
Εδώ βρίσκεται και η βασική δυσκολία για χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η δόση για το παλαιό χρέος πρέπει να καταβάλλεται παράλληλα με τη δόση της πάγιας ρύθμισης για τυχόν νεότερες οφειλές και, φυσικά, με τις τρέχουσες υποχρεώσεις, όπως ο φόρος εισοδήματος, ο ΕΝΦΙΑ και ο ΦΠΑ.
Ελάχιστη καταβολή
Το κόστος της ρύθμισης αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που μπαίνει στην εξίσωση. Η ελάχιστη μηνιαία δόση ανέρχεται στα 30 ευρώ, ενώ το επιτόκιο διαμορφώνεται στο 5,84%. Σε αντίθεση, μάλιστα, με παλαιότερα σχήματα των 100 ή 120 δόσεων, δεν προβλέπεται διαγραφή προσαυξήσεων και προστίμων.
Η υπαγωγή πραγματοποιείται ηλεκτρονικά μέσω της ΑΑΔΕ και ενεργοποιείται με την καταβολή της πρώτης δόσης μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες από την υποβολή της αίτησης. Η επίσημη προθεσμία εκπνέει στις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Για να διατηρήσει τη ρύθμιση, ο φορολογούμενος πρέπει παράλληλα να παραμένει συνεπής στις τρέχουσες υποχρεώσεις του. Η δημιουργία νέων ληξιπρόθεσμων χρεών χωρίς την έγκαιρη εξόφληση ή ρύθμισή τους μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια του ευνοϊκού καθεστώτος.
Από την άλλη πλευρά, η ένταξη προσφέρει ουσιαστικά οφέλη, καθώς επιτρέπει υπό προϋποθέσεις τη χορήγηση φορολογικής ενημερότητας και αναστέλλει μέτρα αναγκαστικής είσπραξης για τις οφειλές που έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση.
Το ενδιαφέρον στρέφεται τώρα στον Σεπτέμβριο. Εάν η μέχρι σήμερα περιορισμένη ανταπόκριση συνεχιστεί, θα ενισχυθούν οι πιέσεις για αλλαγές που θα διευρύνουν την περίμετρο ή θα βελτιώσουν τους όρους αποπληρωμής. Ηδη η χαμηλή συμμετοχή έχει ανοίξει σχετική συζήτηση στο οικονομικό επιτελείο.
Το κρίσιμο «φίλτρο»
Ανάλογη είναι η μέχρι στιγμής εικόνα στα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς οι αιτήσεις για τις 72 δόσεις ανέρχονται σε περίπου 11.500. Στη ρύθμιση μπορούν να υπαχθούν ασφαλιστικές οφειλές χρονικών περιόδων έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, οι οποίες έχουν διαβιβαστεί στο ΚΕΑΟ, υπό την προϋπόθεση ότι δεν βρίσκονταν σε ενεργή ρύθμιση στις 21 Απριλίου 2026 και δεν έχουν υπαχθεί σε άλλη ρύθμιση μέχρι την ημερομηνία της αίτησης.
Και εδώ το κρίσιμο «φίλτρο» είναι τα νεότερα χρέη. Οφειλές από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά πρέπει να εξοφληθούν ή να ενταχθούν στην πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων, προκειμένου ο ασφαλισμένος -ή η επιχείρηση- να μπορέσει να αξιοποιήσει τις 72 δόσεις για το παλαιότερο χρέος. Η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά στις υπηρεσίες του ΚΕΑΟ έως το τέλος του έτους και η ελάχιστη μηνιαία δόση έχει οριστεί στα 30 ευρώ.
Το μεγάλο στοίχημα για την κυβέρνηση είναι εδώ ακόμη πιο εμφανές: αφενός να δοθεί επαρκής χρόνος αποπληρωμής για παλαιές οφειλές και αφετέρου να μη δημιουργηθεί μία ακόμη ρύθμιση η οποία, λίγους μήνες αργότερα, θα τροφοδοτήσει μια νέα γενιά ληξιπρόθεσμων χρεών. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΚΕΑΟ, το συνολικό ασφαλιστικό χρέος έχει φτάσει πλέον στα 52,42 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 639,1 εκατ. ευρώ μέσα σε μόλις ένα τρίμηνο και κατά 2,13 δισ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η αύξηση δεν προέρχεται μόνο από τόκους και προσαυξήσεις παλαιών οφειλών. Από τα 639,1 εκατ. ευρώ που προστέθηκαν στο δεύτερο τρίμηνο, τα 237,4 εκατ. ευρώ αποτελούν νέα χρέη, ενώ τα υπόλοιπα 401,7 εκατ. ευρώ προέρχονται από πρόσθετα τέλη. Από το συνολικό χρέος, περίπου 30,3 δισ. ευρώ είναι κύρια οφειλή και 22,11 δισ. ευρώ πρόσθετες επιβαρύνσεις, ενώ 10,82 δισ. ευρώ χαρακτηρίζονται ως οφειλές πολύ χαμηλής εισπραξιμότητας. Το πλέον ηχηρό καμπανάκι, όμως, έρχεται από την πορεία των προηγούμενων ρυθμίσεων. Από τις 1.531.814 ρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί συνολικά στο ΚΕΑΟ, οι 840.428 έχουν χαθεί. Δηλαδή σχεδόν το 55%, ή περισσότερες από μία στις δύο.
Σε αυτές τις απολεσθείσες ρυθμίσεις αντιστοιχούν οφειλές περίπου 24,4 δισ. ευρώ. Το στοιχείο αποτυπώνει τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν πολλοί οφειλέτες όχι τόσο να κάνουν την πρώτη αίτηση, αλλά να εξυπηρετούν τη ρύθμιση για μεγάλο χρονικό διάστημα παράλληλα με τις τρέχουσες εισφορές τους. Η ίδια εικόνα προκύπτει και από προηγούμενη έκτακτη ρύθμιση των 72 δόσεων, η οποία είχε προσελκύσει στο αποκορύφωμά της περίπου 55.000 οφειλέτες, αλλά μέσα σε λίγους μήνες ο αριθμός των ενήμερων είχε περιοριστεί δραστικά.
Οι μικροοφειλέτες
Η ακτινογραφία των χρεών δείχνει, πάντως, ότι το πρόβλημα αφορά σε πολύ μεγάλο βαθμό μικρούς οφειλέτες. Οι οφειλέτες με χρέη έως 15.000 ευρώ ανέρχονται σε 1.476.505, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 70% του συνόλου, και χρωστούν 5,21 δισ. ευρώ. Εάν προστεθούν όσοι χρωστούν από 15.001 έως 30.000 ευρώ, φτάνουν τους 1.788.473, δηλαδή περισσότερο από το 84% του συνόλου.
Στον αντίποδα, μόλις 3.029 μεγαλοοφειλέτες με χρέη άνω του 1 εκατ. ευρώ ο καθένας συγκεντρώνουν συνολικά 12,93 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα τέταρτο του συνολικού ασφαλιστικού χρέους. Η κυβέρνηση επιδιώκει να δώσει περισσότερο χρόνο για την αποπληρωμή παλαιών χρεών, χωρίς όμως να επαναληφθεί το φαινόμενο της ένταξης σε μία ευνοϊκή ρύθμιση και της δημιουργίας, ταυτόχρονα, νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Γι’ αυτό και η συνέπεια στις τρέχουσες εισφορές αποτελεί βασική προϋπόθεση διατήρησης της ρύθμισης. Εάν δεν καταβληθούν δύο συνεχόμενες δόσεις ή δεν τακτοποιηθούν οι υπόλοιπες ασφαλιστικές οφειλές, η ρύθμιση χάνεται και το υπόλοιπο χρέος καθίσταται απαιτητό.
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.