Ο κόσμος σήμερα, Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου, ξυπνά σε μια πραγματικότητα που για πρώτη φορά εδώ και περισσότερα από πενήντα χρόνια δεν περιλαμβάνει κανένα ενεργό νομικό πλαίσιο που να περιορίζει τα πυρηνικά οπλοστάσια των δύο μεγαλύτερων πυρηνικών δυνάμεων του πλανήτη.
Η λήξη της τελευταίας συμφωνίας ελέγχου εξοπλισμών ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία, η συνθήκη New START, ανοίγει μια νέα, επικίνδυνη εποχή, όπου οι αριθμοί των πυρηνικών κεφαλών δεν δεσμεύονται πλέον από κανένα όριο — μια εξέλιξη που πολλοί ειδικοί θεωρούν δυνητικά καταστροφική για τη διεθνή ασφάλεια.
Ανεξέλεγκτη πυρηνική κούρσα
Η τελευταία εναπομείνασα συμφωνία πυρηνικών εξοπλισμών μεταξύ των δύο υπερδυνάεων έληξε τα μεσάνυχτα της Τετάρτης, καταργώντας για πρώτη φορά εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα οποιοδήποτε ανώτατο όριο στα δύο μεγαλύτερα πυρηνικά οπλοστάσια του κόσμου.
Η λήξη της συνθήκης New START δημιουργεί τις προϋποθέσεις για αυτό που πολλοί φοβούνται ότι μπορεί να εξελιχθεί σε μια ανεξέλεγκτη κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών.

Αίτημα παράτασης που έπεσε στο κενό
Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δήλωσε έτοιμος να τηρήσει τα όρια της συνθήκης για ακόμη έναν χρόνο, εφόσον η Ουάσινγκτον πράξει το ίδιο, όμως ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει δεσμευθεί ως προς την παράτασή της.
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα υποδείξει ότι θα ήθελε να διατηρηθούν περιορισμοί στα πυρηνικά όπλα και να εμπλακεί και η Κίνα σε συνομιλίες ελέγχου εξοπλισμών, δήλωσε τη Δευτέρα αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, που μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας στο Associated Press.

Ο Τραμπ θα λάβει απόφαση για τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων «με βάση το δικό του χρονοδιάγραμμα», είπε ο ίδιος αξιωματούχος.
Το Πεκίνο έχει απορρίψει οποιουσδήποτε περιορισμούς στο μικρότερο αλλά αυξανόμενο πυρηνικό του οπλοστάσιο.
Πυρηνική ισχύς: Το τελευταίο απομεινάρι μιας υπερδύναμης
Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ρωσία βρέθηκε με σαφώς μειωμένη παρουσία στη διεθνή σκηνή, αναφέρει το CNN.
Η διάλυση, το 1991, αυτού που ο Αμερικανός πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν είχε αποκαλέσει «αυτοκρατορία του κακού», άφησε το Κρεμλίνο με λιγότερα εδάφη, λιγότερη οικονομική ισχύ και λιγότερη επιρροή παγκοσμίως.
Ωστόσο, η Ρωσία διατήρησε την επιρροή της σε έναν κρίσιμο τομέα: το καθεστώς της ως πυρηνικής υπερδύναμης, σε περίπου ισότιμη βάση με τις ΗΠΑ, που εγγυόταν ακόμη και σε μια αποδυναμωμένη Μόσχα μια θέση στο ανώτατο τραπέζι της διεθνούς διπλωματίας.
Η ιστορική συμφωνία του 2010 και τι προέβλεπε
Το 2010, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, και ο τότε Ρώσος ομόλογός του Ντμίτρι Μεντβέντεφ συμφώνησαν ακριβώς σε αυτό, υπογράφοντας τη New START (Strategic Arms Reduction Treaty), η οποία τότε χαιρετίστηκε από τον Λευκό Οίκο ως «ιστορική».
Η συνθήκη περιόριζε και τις δύο χώρες σε μέγιστο αριθμό 1.550 ανεπτυγμένων πυρηνικών κεφαλών μεγάλου βεληνεκούς, τοποθετημένων σε μέσα μεταφοράς όπως διηπειρωτικοί βαλλιστικοί πύραυλοι, βαλλιστικοί πύραυλοι εκτοξευόμενοι από υποβρύχια και βομβαρδιστικά.
Ένας βασικός πυλώνας της New START ήταν το σύστημα επαλήθευσης, που επέτρεπε αιφνιδιαστικές επιτόπιες επιθεωρήσεις, δίνοντας τη δυνατότητα σε κάθε πλευρά να επιβεβαιώνει τη συμμόρφωση της άλλης και μειώνοντας τον κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών ή δυσπιστίας, σημειώνει η ιστοσελίδα Modern Diplomacy.
Η κατάρρευση του μηχανισμού επιθεωρήσεων
Αυτό το σύστημα ουσιαστικά κατέρρευσε τα τελευταία χρόνια. Οι επιθεωρήσεις ανεστάλησαν αρχικά κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19 και στη συνέχεια διακόπηκαν πλήρως το 2023, όταν ο Πούτιν ανέστειλε τη συμμετοχή της Ρωσίας στη συνθήκη, επικαλούμενος την αμερικανική στήριξη προς την Ουκρανία.
Έκτοτε, και οι δύο πλευρές βασίζονταν στις δικές τους εκτιμήσεις πληροφοριών.
Παρά ταύτα, Ουάσινγκτον και Μόσχα δήλωναν ότι συνέχισαν να τηρούν τα αριθμητικά όρια της συνθήκης μέχρι τη λήξη της.

Η αδιαφορία της Ουάσινγκτον και η ανησυχία της Μόσχας
Όμως αυτές οι ημέρες, όπως και η ίδια η συνθήκη που εξέπνευσε την Πέμπτη, φαίνεται πλέον να ανήκουν στο παρελθόν.
Η κατάρρευση της τελευταίας συμφωνίας ελέγχου εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας -για την οποία η Ουάσινγκτον κατηγορούσε επανειλημμένα τη Μόσχα ότι την παραβίαζε αρνούμενη επιθεωρήσεις σε ρωσικές πυρηνικές εγκαταστάσεις- αντιμετωπίστηκε με αδιαφορία από την κυβέρνηση Τραμπ, με τον ίδιο τον Αμερικανό Πρόεδρο να υποβαθμίζει την τρομακτική προοπτική ενός κόσμου χωρίς πυρηνικά όρια.
«Αν λήξει, έληξε», σχολίασε σκωπτικά ο Τραμπ τον Ιανουάριο, υπονοώντας ότι ενδεχομένως θα μπορούσε να επιτευχθεί μια «καλύτερη» συμφωνία στο μέλλον.
Η εμφανής αυτή έλλειψη κατ’ επείγοντος από την Ουάσινγκτον έρχεται σε έντονη αντίθεση με την ανησυχία στη Μόσχα, όπου το ζήτημα της μείωσης των εξοπλισμών έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.
Το «Ρολόι της Αποκάλυψης» και το μήνυμα Μεντβέντεφ
Μιλώντας σε δημοσιογράφους στη Μόσχα, καθώς πλησίαζε η λήξη της New START, ο Μεντβέντεφ προειδοποίησε για τον κίνδυνο να αφεθεί η συμφωνία να καταρρεύσει. Υποστήριξε ότι αυτό θα επιτάχυνε το «Ρολόι της Αποκάλυψης», τη συμβολική αναπαράσταση του πόσο κοντά βρίσκεται η ανθρωπότητα στην αυτοκαταστροφή.
Στην αυγή της πυρηνικής εποχής, επιστήμονες δημιούργησαν το Ρολόι της Αποκάλυψης ως συμβολική απεικόνιση του πόσο κοντά βρίσκεται η ανθρωπότητα στο να καταστρέψει τον κόσμο.
Την Τρίτη, σχεδόν οκτώ δεκαετίες αργότερα, το ρολόι ρυθμίστηκε στα 85 δευτερόλεπτα πριν τα μεσάνυχτα – η πιο κοντινή ένδειξη στα μεσάνυχτα που έχει καταγραφεί ποτέ, σύμφωνα με το Bulletin of the Atomic Scientists, που το καθιέρωσε το 1947.
Τα μεσάνυχτα αντιπροσωπεύουν τη στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι θα έχουν καταστήσει τη Γη ακατοίκητη.
«Δεν θέλω να πω ότι αυτό σημαίνει άμεσα ότι θα συμβεί μια καταστροφή και ότι θα ξεκινήσει πυρηνικός πόλεμος, αλλά παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να ανησυχήσει τους πάντες», είπε ο Μεντβέντεφ.
Οι δηλώσεις Πεσκόφ και οι φόβοι για την παγκόσμια ασφάλεια
Το Κρεμλίνο φαίνεται πράγματι ανήσυχο. Η πρότασή του για παράταση των όρων της New START έχει, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, συναντήσει μέχρι στιγμής σιωπή από την αμερικανική πλευρά, απειλώντας να απελευθερώσει μια νέα εποχή ανασφάλειας.
«Για πρώτη φορά, οι ΗΠΑ και η Ρωσία, οι δύο χώρες που διαθέτουν τα μεγαλύτερα πυρηνικά οπλοστάσια στον κόσμο, θα μείνουν χωρίς ένα θεμελιώδες έγγραφο που να περιορίζει και να θέτει ελέγχους σε αυτά τα οπλοστάσια», δήλωσε ο Πεσκόφ σε δημοσιογράφους σε πρόσφατη τηλεδιάσκεψη με αντικείμενο το πυρηνικό ζήτημα.
«Πιστεύουμε ότι αυτό είναι πολύ κακό για την παγκόσμια και στρατηγική ασφάλεια», πρόσθεσε.

Οι στρατηγικοί υπολογισμοί πίσω από την ανησυχία
Ωστόσο, οι εκφράσεις ανησυχίας του Κρεμλίνου ενδέχεται να έχουν και στρατηγικό χαρακτήρα. Πέρα από το ότι χάνει μια πλατφόρμα μείωσης εξοπλισμών που του επέτρεπε να προβάλλει ένα από τα τελευταία απομεινάρια της σοβιετικής ισχύος, η Μόσχα, σύμφωνα με το CNN, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο μιας δυνητικά ανεξέλεγκτης αμερικανικής πυρηνικής επέκτασης.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη επαναφέρει την ιδέα πυρηνικά οπλισμένων θωρηκτών «Trump-class», μια πολιτική της εποχής του Ψυχρού Πολέμου που είχε εγκαταλειφθεί εδώ και δεκαετίες.
Η παλιά Σοβιετική Ένωση θα μπορούσε να ανταποκριθεί. Όμως με μια οικονομία και έναν αμυντικό προϋπολογισμό που υπολείπονται κατά πολύ εκείνων της Ουάσινγκτον, η Μόσχα έχει ουσιαστικά ελάχιστες πιθανότητες να συμβαδίσει, διευρύνοντας το ήδη μεγάλο χάσμα ισχύος και επιρροής.
Το τέλος μιας εποχής
Φυσικά, οι ΗΠΑ έχουν τους δικούς τους λόγους για να επιτρέψουν τη λήξη του ελέγχου πυρηνικών εξοπλισμών με τη Ρωσία, με κυριότερο την επιθυμία τους να συμπεριληφθεί και η Κίνα, μια ανερχόμενη πυρηνική δύναμη, σε μελλοντικές συμφωνίες.

Ωστόσο, η λήξη της New START σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής, όχι μόνο των συμφωνιών ελέγχου εξοπλισμών «υπερδυνάμεων» που επικεντρώνονταν αποκλειστικά σε Μόσχα και Ουάσινγκτον, αλλά και μιας περιόδου κατά την οποία οι ΗΠΑ ήταν διατεθειμένες να αποδεχθούν πυρηνικούς περιορισμούς.
Το κανονιστικό κενό και οι κίνδυνοι που ακολουθούν
Αν οι ΗΠΑ και η Ρωσία πάψουν να τηρούν αμοιβαία όρια στα στρατηγικά πυρηνικά τους οπλοστάσια, αυτό θα σημάνει το τέλος δεκαετιών δομημένου ελέγχου εξοπλισμών που ξεκινούσε από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου.
Η λήξη της New START αφήνει ένα κανονιστικό κενό, χωρίς εν εξελίξει διαπραγματεύσεις για μια διάδοχη συνθήκη.
Υποστηρικτές του ελέγχου εξοπλισμών προειδοποιούν ότι η απουσία μιας συνθήκης αυξάνει τους πυρηνικούς κινδύνους, ιδίως εν μέσω των πολέμων στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή.
Το Modern Diplomacy σημειώνει πως πέρα από τα αριθμητικά όρια, οι συνθήκες προσφέρουν διαφάνεια και προβλεψιμότητα, μειώνοντας την πιθανότητα οι εξοπλιστικές κούρσες να ξεφύγουν βασιζόμενες σε υποθέσεις του χειρότερου σεναρίου.
Χωρίς τη New START, και οι δύο χώρες είναι νομικά ελεύθερες να αυξήσουν τον αριθμό των πυραύλων τους και να αναπτύξουν εκατοντάδες επιπλέον στρατηγικές πυρηνικές κεφαλές. Οι ειδικοί προειδοποιούν, ωστόσο, ότι τέτοιες επεκτάσεις δεν θα είναι άμεσες.
Τεχνικοί, υλικοτεχνικοί και οικονομικοί περιορισμοί σημαίνουν ότι θα χρειαστούν πολλοί μήνες, αν όχι περισσότερο, για να αυξηθούν ουσιαστικά τα ανεπτυγμένα οπλοστάσια.
Η μεγαλύτερη ανησυχία εντοπίζεται στο μακροπρόθεσμο μέλλον. Χωρίς συμφωνημένα όρια ή μηχανισμούς επαλήθευσης, και οι δύο πλευρές ενδέχεται να αισθανθούν υποχρεωμένες να επεκτείνουν διαρκώς τα οπλοστάσιά τους ως απάντηση σε υποθετικές απειλές, δημιουργώντας μια ανεξέλεγκτη και δυνητικά αποσταθεροποιητική κούρσα εξοπλισμών.
Αυτό που καθιστά τη συγκεκριμένη στιγμή ιδιαίτερα επικίνδυνη είναι η απουσία διαλόγου. Χωρίς συνομιλίες, διαφάνεια ή επαλήθευση, η πυρηνική πολιτική αρχίζει να καθοδηγείται από υποψίες αντί για αποδείξεις.



