Φώτης Σεργουλόπουλος: Θέλω να συνειδητοποιώ την αγάπη και να με θαυμάζουν – Δεν φοβάμαι να δείξω… (Βίντεο)
Ο Φώτης Σεργουλόπουλος μίλησε στο vidcast «Το Συστατικό που Έλειπε» για την ορατότητα, την έκθεση των δημόσιων προσώπων και την κριτική που δέχεται διαχρονικά.

Ο Φώτης Σεργουλόπουλος, σε μια ειλικρινή και προσωπική συνέντευξη, μίλησε για τη δύναμη της ορατότητας, την κριτική που δέχεται ως δημόσιο πρόσωπο και την επιλογή του να παραμένει αυθεντικός χωρίς φόβο. Αναφέρθηκε επίσης στα παιδικά του χρόνια, τη δύσκολη σχέση του με το φαγητό, τη στάση του απέναντι στην αγάπη, τις σχέσεις και την απώλεια, ενώ τόνισε πως σήμερα νιώθει πιο ήρεμος, συμφιλιωμένος με τον χρόνο και χωρίς ανάγκη να αποδείξει τίποτα σε κανέναν.
Πιο αναλυτικά
Ο Φώτης Σεργουλόπουλος παραχώρησε μία ιδιαίτερα ουσιαστική και προσωπική συνέντευξη στον Αργύρη Ζαννιά και στο vidcast «Το Συστατικό που Έλειπε», όπου μίλησε χωρίς περιστροφές για τη δύναμη της ορατότητας, την έκθεση που συνοδεύει τα δημόσια πρόσωπα, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε διαχρονικά την κριτική και τα αρνητικά σχόλια.
Ο παρουσιαστής της ΕΡΤ, που όλα αυτά τα χρόνια έχει επιλέξει να πορεύεται με ειλικρίνεια και χωρίς να κρύβεται πίσω από στερεότυπα ή κοινωνικές συμβάσεις, εξήγησε πως η μεγαλύτερη δύναμη απέναντι στην προκατάληψη είναι να παραμένει κανείς ο εαυτός του, χωρίς φόβο.
Όπως ανέφερε, η δημόσια έκθεση δεν δημιουργεί περισσότερους επικριτές. Αντίθετα, απλώς φέρνει στο φως εκείνους που έτσι κι αλλιώς θα μιλούσαν αρνητικά, μόνο που πλέον το κάνουν ανοιχτά και όχι πίσω από κλειστές πόρτες.
Φώτης Σεργουλόπουλος: Η ορατότητα και η στάση ζωής που επέλεξε
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο Φώτης Σεργουλόπουλος εξήγησε πως δεν πίστεψε ποτέ ότι η λύση βρίσκεται στο να κρύβεται κάποιος για να αποφύγει τα σχόλια ή τις προκαταλήψεις. Αντίθετα, θεωρεί πως όταν ένας άνθρωπος επιλέγει να είναι ορατός και αυθεντικός, ουσιαστικά αποκαλύπτει και τις πραγματικές προθέσεις όσων τον κρίνουν.
Χαρακτηριστικά ανέφερε: «Αν δεν είσαι ορατός, αν ας πούμε, ρε παιδί μου, κρύβεσαι, όλοι οι υπόλοιποι θα πουν κρυφά κάτι για σένα. Το οποίο μπορεί να το ακούς σαν ψίθυρο, αλλά ξέρεις ότι συμβαίνει. Εάν είσαι ορατός, αυτοί που θα λέγανε κρυφά για σένα και ψιθυριστά, θα το πουν φωναχτά. Πόσοι είναι; Μια χούφτα άνθρωποι».
Αργύρης Ζαννιάς: Σαν παιδί είχες διαφορετική σχέση με το φαγητό;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Σαν παιδί το έχω ψάξει λιγάκι. Για ποιο λόγο δεν έτρωγα τίποτα. Και μικρός ήταν πάρα πολύ μεγάλο πρόβλημα. Οι γονείς μου είχαν πάει σε γιατρό γιατί δεν έτρωγα. Ήμουν πάρα πολύ αδύνατος και ήμουν ανορεξικό παιδάκι.
Φαντάζομαι ότι οι ψυχολόγοι, οι γιατροί είχαν πει στη μάνα μου να τον βγάζετε έξω, να του δείχνετε κάτι καινούριο. Νομίζω ότι η ρόγα από το σταφύλι, αν ήταν λίγο μαύρη στην άκρη, δεν μπορούσα να τη φάω. Μου φαινόταν το φαγητό λίγο…
Μου είχε δώσει η μητέρα μου, θυμάμαι ότι στην απελπισία της, είχε βρει σε σούπερ μάρκετ κατεψυγμένα βατραχάκια πανέ. Μου έδωσε και έφαγα. Μου άρεσαν πάρα πολύ. Και έχω φάει πάρα πολλά βατράχια στη ζωή μου.
Έχοντας αυτή τη μνήμη, ουσιαστικά χτίζοντας πάνω σε αυτή τη μνήμη… Απλώς αυτό μου άρεσε, διότι ήταν μικρό, σαν μπουτάκι ας πούμε. Οπότε σου λέει εκείνη ότι για να φάει, πάρ’ του βατράχια.
Προσωπικά δεν το έχω πει αυτό γιατί το έχω ξαναπεί για τα βατράχια μου. Έχει πει κόσμος «αποκλείεται να έτρωγες βατράχια». Κι όμως.
Αλλά θυμάμαι ότι αυτό σταμάτησε γύρω στην πρώτη Λυκείου. Στην πρώτη Λυκείου άνοιξα το στόμα μου και έτρωγα τα πάντα.
Όπου πήγα στρατό, μετά, στα 21 μου ας πούμε, δυσκολεύτηκα πάρα πολύ στην αρχή. Γιατί δεν μπορούσα να φάω τίποτα. Μου φαινόταν πολύ περίεργο ότι θα φάω στον στρατό.
Στην κουζίνα έτρωγα μόνο συσκευασμένα. Έτρωγα τσιπς, μπισκότα, φιστίκια.
Την έβδομη ημέρα, κατά τας γραφάς, ξύπνησα ένα πρωί και έφαγα ό,τι υπήρχε μέσα στο στρατόπεδο. Ό,τι μαγείρευαν το έτρωγα. Οτιδήποτε.
Και αυτό λέω ότι είναι το ένστικτο πια. Ότι πρέπει κάποια στιγμή ο άνθρωπος να φάει.
Θυμάμαι ότι έχω φάει μακαρονάκι κοφτό με πάρα πολλά ζωύφια. Είχαν βράσει τα μακαρόνια, αλλά ήταν γεμάτα. Κάθισα στο πιάτο μου, έβγαζα τα μαυράκια προς τα έξω και έτρωγα το υπόλοιπο. Δεν με ενοχλούσε καθόλου.
Ή έχω φάει στον στρατό κρέας που ήταν κατεψυγμένο και είχε σφραγίδα του 1955. Δεν με πείραξε. Βέβαια δεν έπαθα και τίποτα. Έχει να κάνει με την επιβίωση.
Το φαγητό έχει το θέμα της επιβίωσης, έχει το θέμα ότι πρέπει να φάω γιατί πρέπει να ζήσω. Αλλά από την άλλη έχει και ένα θέμα φροντίδας, γεύσης, παρέας.
Αυτό που δεν αντέχω και δεν κάνω ποτέ είναι να φάω πολύ ακριβό φαγητό. Υπάρχουν πολύ ακριβά εστιατόρια ή πολύ ακριβά προϊόντα τα οποία δεν θέλω να τα τρώω. Μου φαίνεται χυδαίο να φάω πολύ ακριβά.
Αργύρης Ζαννιάς: Είχες πάντα αυτή τη σχέση με το ακριβό φαγητό ή πέρασες ένα στάδιο πειραματισμού;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Κοίταξε να δεις, δεν με αφορά. Εγώ προσωπικά δεν το έχω πληρώσει το πολύ ακριβό φαγητό. Όχι από τσιγκουνιά, αλλά γιατί μπορούσα να φάω κάτι πιο φθηνό.
Με έχουν κεράσει σε ακριβό εστιατόριο και όταν έμαθα την τιμή αυτού που έφαγα, δεν αισθάνθηκα καθόλου καλά. Δεν έφαγα κάτι που να με απογειώσει.
Θυμάμαι πιο εύκολα ένα πολύ καλό σεξ από ό,τι ένα πολύ καλό φαγητό. Δηλαδή η αίσθηση της ικανοποίησης του σώματος δεν ήταν τέτοια που να αντιστοιχεί σε ένα τόσο ακριβό γεύμα.
Ήμουν εντυπωσιασμένος, αλλά μετά στενοχωρήθηκα. Δεν θέλω να το ξανακάνω.
Φώτης Σεργουλόπουλος: Ήμουν εντυπωσιασμένος για πολύ καιρό και το συζητώ ακόμα. Αλλά μου φαίνεται ότι μετά στενοχωρήθηκα. Δεν θέλω να το ξανακάνω, ακόμα και αν μου πουν να πάω κάπου, να μου κάνουν το τραπέζι ή να κάνω κάτι.
Αργύρης Ζαννιάς: Αυτό το είχες και το έχεις μόνο στο κομμάτι της εστίασης ή και σε άλλα πράγματα; Δηλαδή σε ένα ακριβό αυτοκίνητο, σε ρούχα, αρώματα ή οτιδήποτε άλλο;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Ναι, ανάλογα με το τι μου αρέσει. Το πολύ ακριβό, όμως, μέχρι εκεί που μπορώ να αντέξω. Δεν θα μπω στη διαδικασία, όπως μπορεί να συμβαίνει με πολλούς ανθρώπους, να στερηθώ κάτι για να πάρω κάτι άλλο. Το ισοφαρίζω, το σκέφτομαι.
Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός, τα πρώτα χρόνια αφού είχα τελειώσει τη σχολή, ήθελα να κάνω ένα ταξίδι. Πήγα στο Λονδίνο και είχα ένα συγκεκριμένο μπάτζετ. Ήταν όνειρό μου να πάρω ένα ζευγάρι μπότες Dr. Martens.
Επειδή τότε δεν υπήρχαν πολλές εδώ, πήγα στο εξωτερικό για να τις πάρω. Ήξερα ότι στο Λονδίνο υπήρχαν. Είχα πάει στο μαγαζί, τις είχα δει, μου άρεσαν πάρα πολύ και είχα τα χρήματα για να τις αγοράσω.
Με πήρε, όμως, ένας φίλος μου τηλέφωνο, όχι στο κινητό, αλλά στο σταθερό του σπιτιού όπου με φιλοξενούσαν στο Λονδίνο. Ήταν στη Σκωτία και μου είπε: «Έλα επάνω στη Σκωτία να με δεις. Πάρε το τρένο και έλα. Θα σε περιμένω και θα σε φιλοξενήσω εγώ».
Ήταν πολύ μεγάλη η λαχτάρα μου να πάω, αλλά τα χρήματά μου δεν έφταναν και για τα δύο. Έφταναν είτε για τις μπότες είτε για το ταξίδι. Και έκανα το ταξίδι. Θέλω να σου πω ότι έκανα μία επιλογή και δεν τη μετάνιωσα ποτέ.
Δεν είπα ότι αυτές τις μπότες τις έχω όνειρο και θέλω να τις πάρω, οπότε δεν πειράζει να δανειστώ για να πάω μετά στη Σκωτία. Όχι. Έφτασα μέχρι εκεί που μπορούσα και έκανα τις επιλογές μου. Και ειλικρινά δεν το μετάνιωσα ποτέ αυτό.
Αργύρης Ζαννιάς: Στο εστιατόριο έπρεπε να διατηρείς μία ισορροπία;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Δεν είχα διανοηθεί ποτέ ότι οι τιμές θα αυξάνονταν τόσο πολύ και ότι τα πάντα θα γίνονταν πάρα πολύ ακριβά. Μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, για παράδειγμα, οι τιμές εκτοξεύτηκαν.
Προσπαθούσαμε να κρατήσουμε ένα σχετικά χαμηλό κόστος για τους ανθρώπους που έρχονταν να επισκεφθούν το εστιατόριο. Όταν πια καταλάβαμε ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει, το άφησα.
Δεν ήταν ότι ήθελα να βγάλω περισσότερα χρήματα. Όταν αυξανόταν η τιμή κάποιου προϊόντος, προσπαθούσαμε να το ενσωματώσουμε ή να αλλάξουμε κάτι, ώστε η τελική τιμή να μην ανέβει πάρα πολύ.
Όταν πια αυτό δεν μπορούσε να γίνει, σταμάτησα. Η ποιότητα που ήθελα να έχω σε αυτό που προσέφερα δεν μπορούσε πλέον να υποστηριχθεί. Ήθελα να διατηρώ ένα συγκεκριμένο επίπεδο, με υλικά των οποίων οι τιμές είχαν φτάσει σε σημείο που δεν μπορείς να διανοηθείς.
Αργύρης Ζαννιάς: Σε ποιο στάδιο της ζωής σου σε πετυχαίνω τώρα, όσον αφορά το συναισθηματικό και το προσωπικό σου πεδίο;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Σε πάρα πολύ καλό. Κοίταξε να δεις, μεγαλώνω και μεγαλώνω καλά. Όλοι θα έλεγαν ότι μεγαλώνω ωραία.
Βέβαια, όσο μεγαλώνεις, δεν είναι όλα τόσο ωραία. Πρέπει να συμφιλιωθείς με αυτό που ζεις. Να συμφιλιωθείς με τη φθορά. Καταρχάς, τη φθορά του σώματος τη νιώθεις. Πρέπει επίσης να επεξεργαστείς το γεγονός ότι δεν είσαι πια τόσο νέος, ότι αλλάζει η εμφάνισή σου και ο τρόπος με τον οποίο σε βλέπουν.
Ίσως το γεγονός ότι έχω οικογένεια και ότι το παιδί μου είναι το πρωταρχικό πράγμα στη ζωή μου με φέρνει σε μία ισορροπία. Αισθάνομαι πάρα πολύ καλά.
Και επαγγελματικά, επειδή μεγάλωσα, αισθάνομαι ότι δεν έχω να αποδείξω τίποτα σε κανέναν.
Αργύρης Ζαννιάς: Στο κομμάτι της προσωπικής φθοράς, ο θάνατος είναι κάτι που σκέφτεσαι; Το σκεφτόσουν παλιότερα ή δεν το σκέφτεσαι καθόλου;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Κοίταξε να δεις, ο θάνατος με απασχολεί περισσότερο για εκείνους που θα αφήσω πίσω μου. Εάν πεθάνω τώρα, αυτό που θα με στενοχωρούσε πάρα πολύ είναι ότι όλα θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Δεν θα σταματήσει τίποτα. Μόνο εγώ δεν θα είμαι εδώ.
Αυτό είναι που με στενοχωρεί περισσότερο. Ότι εγώ δεν θα είμαι εδώ, ενώ όλα τα άλλα θα είναι ίδια. Ο κόσμος θα συνεχίσει να περνάει από κάτω. Με στενοχωρεί επίσης ότι θα πονέσουν οι άνθρωποι που είναι κοντά μου.
Περισσότερο, όμως, ο θάνατος με επηρεάζει όταν σκέφτομαι τους ανθρώπους που εγώ θα χάσω. Αυτό με τρομάζει πιο πολύ: να είμαι εγώ αυτός που θα μείνει και θα συνεχίσει να κυκλοφορεί.
Η μνήμη είναι κάτι που πολλές φορές μπορεί να με αναστατώσει. Η ανάμνηση ενός ανθρώπου που δεν υπάρχει ή η σκέψη ότι αυτή η μνήμη μπορεί να χαθεί, επειδή τον ξέχασα.
Πολλές φορές, όταν θυμάμαι κάποιον που έχει φύγει από τη ζωή, προσπαθώ να ακούσω τον ήχο της φωνής του. Τον μπαμπά μου, για παράδειγμα. Αν τον σκεφτώ εκεί όπου καθόταν, προσπαθώ να θυμηθώ τι είπε και να ακούσω λίγο τη χροιά της φωνής του. Στενοχωριέμαι όταν δεν τη θυμάμαι, όταν περνούν τα χρόνια και αρχίζει να ξεθωριάζει.
Αυτό πιστεύω ότι είναι το κακό του θανάτου. Ο ίδιος ο θάνατος, άμα σου έρθει, ποιος νοιάζεται σε προσωπικό επίπεδο; Αρκεί να μην υποφέρω ή να μην τρομάξω. Αυτό που με ταράζει περισσότερο και μου προκαλεί αγωνία είναι η απουσία.
Αργύρης Ζαννιάς: Τι πιστεύεις ότι σου παίρνει η απώλεια ενός ανθρώπου;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Η απουσία είναι αυτή που με ενοχλεί. Ένας άνθρωπος που έχει φύγει από κοντά μου παίρνει μαζί του και τη μεταξύ μας συναναστροφή.
Αργύρης Ζαννιάς: Πιστεύεις ότι μία απώλεια μπορεί να φέρει κάποιο δώρο; Σου έχει φέρει κάποιο δώρο ή όχι;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Όχι. Η απώλεια δεν φέρνει κανένα δώρο.
Αργύρης Ζαννιάς: Μιλάμε για την απώλεια λόγω θανάτου;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Ναι, για την απώλεια λόγω θανάτου. Δεν υπάρχει κάτι θετικό σε αυτό.
Μπορώ να το συζητώ άνετα και να μιλάω για ανθρώπους που έχουν φύγει. Αλλά δεν συμμερίζομαι πολύ αυτήν τη λογική του «πέθανε και άφησε παρακαταθήκη». Αυτό που έχει αφήσει ο καθένας ως αποτύπωμα είναι καλό, αλλά ήταν καλό και όταν ζούσε.
Ακόμα και μεγάλοι άνθρωποι ή μεγάλοι καλλιτέχνες που φεύγουν από τη ζωή και δεν με αφορούν σε προσωπικό επίπεδο, δεν θα ήταν ωραίο να υπάρχουν ακόμα;
Επίσης, δεν μου αρέσει όταν κλείνει ένας κύκλος και διαλύεται μία ομάδα. Πηγαίνει στην άκρη, μένει μόνο στο μυαλό μας και λέμε: «Α, το θυμόμαστε». Δεν είμαι πολύ συμφιλιωμένος με αυτό.
Αργύρης Ζαννιάς: Άρα, γενικά, το κλείσιμο ενός κύκλου, ακόμα και επαγγελματικού, είναι κάτι που σε δυσκολεύει;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Όχι, αυτό δεν με νοιάζει. Δεν με πειράζει καθόλου. Πρώτα απ’ όλα, πολλούς επαγγελματικούς κύκλους τούς έχω κλείσει εγώ. Έχω κλείσει και πολλές προσωπικές σχέσεις.
Δεν είναι εκεί το θέμα μου. Είναι καθαρά στην απώλεια. Στην απώλεια ενός ανθρώπου που δεν το περίμενα.
Το να κλείσεις μία σχέση είναι διαφορετικό. Μπορεί αυτό κάποτε να επανέλθει. Υπάρχει επιλογή. Μπορεί να μη θέλεις να την επαναφέρεις, αλλά είναι επιλογή σου. Δεν σημαίνει ότι ο άλλος εξαφανίστηκε από μπροστά σου.
Αν ξαναβρεθείτε, μπορεί να πεις: «Βρε παιδί μου, τι έγινε;». Πάντοτε στην επαφή δεν αλλάζω πεζοδρόμιο. Αυτό θέλω να σου πω. Αν βρεθώ με κάποιον με τον οποίο μπορεί να μην έχω πλέον επαφή ή να έχω αποφασίσει ότι δεν θέλω να έχω επαφή, δεν θα κάνω ότι δεν τον είδα. Δεν θα κάνω ότι δεν είναι ορατός. Υπάρχει.
Αργύρης Ζαννιάς:Τι είναι αυτό που άλλαξε μέσα σου τον τελευταίο χρόνο ή και λίγο περισσότερο;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Γενικά, οι αλλαγές δεν τις καταλαβαίνουμε. Όταν κάνεις ένα παιδί, όμως, τότε καταλαβαίνεις ότι περνάει ο χρόνος. Τότε καταλαβαίνεις ότι αλλάζεις και εσύ.
Διαφορετικά, έχεις τον ίδιο ρυθμό, το ίδιο περιβάλλον, την ίδια καθημερινότητα. Όταν βλέπεις, όμως, μπροστά σου ένα παιδί να μεγαλώνει, να αλλάζει το ύψος του και να αλλάζουν όλα επάνω του, καταλαβαίνεις ότι αλλάζεις και εσύ.
Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και λες: «Ωραία, άλλαξα. Πώς άλλαξε αυτό εδώ έτσι;». Ο άλλος σε κάνει να δεις στον εαυτό σου το πώς έχεις αλλάξει.
Αυτό που πιστεύω ότι έχει αλλάξει μέσα μου είναι ότι έχω περισσότερη ηρεμία. Είμαι πιο ήρεμος και καταλαβαίνω ότι δεν είμαι το κέντρο του κόσμου. Δεν περιστρέφεται το σύμπαν γύρω από εμένα.
Όταν λέω ότι δεν είμαι το κέντρο του κόσμου, δεν το εννοώ μόνο με την εγωιστική έννοια. Εννοώ ότι δεν χρειάζεται να τα κάνω όλα εγώ. Δεν είμαι εγώ υπόλογος για όλα όσα συμβαίνουν.
Μπορεί να έρθει ένας άνθρωπος στον δρόμο και να με βρίσει, ενώ εγώ έχω βγει από το σπίτι μου με μία εντελώς διαφορετική διάθεση. Μπορεί να πηγαίνω να συναντήσω κάποιον ή κάποια και να είμαι χαρούμενος.
Αυτό δεν θα το πάρω επάνω μου. Παλιότερα μπορεί να έλεγα: «Τι λέει τώρα αυτός;». Πλέον καταλαβαίνω ότι είναι δικό του πρόβλημα. Μου το πετάει για να το αρπάξω εγώ. Γιατί να το αρπάξω; Είναι δικό του, δεν είναι δικό μου.
Η συμπεριφορά του άλλου, η έντασή του, το άγχος και η αγωνία του είναι δικό του πρόβλημα. Αυτό τελευταία το έχω καταλάβει και δεν το κάνω πια. Δεν θα το πάρω.
Δεν με ενδιαφέρει. Δεν θα απαντήσω στα social media, δεν θα απαντήσω σε βρισιά. Δεν με αφορά. Είναι δικό του πρόβλημα. Η ένταση που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος δεν είναι δική μου.
Αργύρης Ζαννιάς: Σκεπτόμενος το σπίτι στο οποίο μεγάλωσες, ποια μνήμη έρχεται πρώτη από την παιδική σου ηλικία;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Κοίταξε, στο σπίτι στο οποίο μεγάλωσα εξακολουθώ να μένω. Έχω τη χαρά να έχω το ίδιο σπίτι.
Έχω έναν μικρό κήπο, ο οποίος έχει μία λεμονιά και δύο πορτοκαλιές. Μπορεί να καθίσω σε αυτόν τον κήπο και να κοιτάζω τις πορτοκαλιές, θυμούμενος την εποχή που ήμουν μικρός και σκαρφάλωνα επάνω τους.
Βλέπω τον εαυτό μου εκεί. Όταν ήμουν μικρός, οι πορτοκαλιές μού φαίνονταν θεόρατες, ενώ τότε ήταν και εκείνες μικρές. Πρέπει να φυτεύτηκαν το 1957, όταν ο παππούς μου ήρθε στο σπίτι. Εγώ γεννήθηκα εκεί το 1963 και μεγάλωσα σε αυτόν τον μικρό κήπο.
Τώρα, όταν κάθομαι κάποιες φορές κάτω από αυτά τα δέντρα, θυμάμαι τον εαυτό μου να ανεβαίνει επάνω τους.
Με τη ρίζα μου έχω πολύ μεγάλη σχέση. Ουσιαστικά δεν έχω φύγει από εκεί. Πολλές φορές έχω πει: «Βρε παιδί μου, μήπως είναι ένα βάρος; Συνέχεια εδώ, εδώ, εδώ;».
Μου αρέσουν οι άνθρωποι που είναι περιπετειώδεις και φεύγουν. Λένε: «Θα πάρω αυτό και θα πάω να μείνω στην Ισπανία, στην Ιταλία ή στο Μαρόκο». Μου αρέσει πάρα πολύ αυτό. Τρελαίνομαι να τους ακούω να το λένε.
Εγώ, όμως, δεν το έκανα. Έμεινα εκεί, στο Παγκράτι.
Αργύρης Ζαννιάς: Τι ρόλο θεωρείς ότι είχες στην οικογένεια στην οποία μεγάλωσες;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Ήμουν το μικρό παιδί. Είμαι ο δεύτερος γιος και ο αδελφός μου είναι δύο χρόνια μεγαλύτερος. Ήμουν ο μικρός. Ήμουν ο «Κόκκης».
Αργύρης Ζαννιάς: Ο «Κόκκης» ήταν το υποκοριστικό σου;:
Φώτης Σεργουλόπουλος: Ναι, έτσι με έλεγε ο νονός μου.
Αργύρης Ζαννιάς: Τι πλεονεκτήματα και τι μειονεκτήματα είχε αυτό;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Τα πλεονεκτήματα ήταν ότι όλοι σε θεωρούσαν χαριτωμένο. Ήσουν ο μικρός, το χαριτωμένο παιδί της οικογένειας. Η μητέρα μου ακόμα και τώρα μπορεί να πει: «Θα έρθει ο μικρός στο σπίτι».
Κάποιος μπορεί να αντιδρούσε και να έλεγε: «Αμάν πια, δεν είμαι μικρός. Δεν με λένε “Κόκκη” ή “Φωτάκη”. Είμαι αυτός που είμαι». Σε εμένα, όμως, δεν λειτούργησε έτσι. Το έβρισκα πολύ χαριτωμένο.
Βέβαια, παραχαϊδεύτηκα. Δεν αποκόπηκα εύκολα από τους γονείς μου. Ήμουν πάντοτε ένα παιδί που έμεινε μέσα στο σπίτι. Αυτό από μόνο του δείχνει κάτι.
Μπορεί, όταν ήμουν γύρω στα 30, να αντιδρούσα κάποιες στιγμές. Τώρα, όμως, δεν με ενοχλεί καθόλου.
Αργύρης Ζαννιάς: Πώς συνειδητοποίησες ότι μπορεί να είχες παραχαϊδευτεί;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Όταν είσαι μικρός, δεν το συνειδητοποιείς. Είναι αυτό που αποτελεί τη ζωή σου. Έτσι μεγαλώνεις και οι άλλοι το κάνουν για εσένα.
Τώρα πια, όταν σκέφτομαι την παιδική μου ηλικία, θεωρώ ότι ήμουν ένα χαϊδεμένο παιδάκι, γιατί αποφάσιζα να είμαι πάντοτε το καλό παιδί.
Δεν έκανα ζημιές, δεν έκανα τρέλες, δεν έκανα αταξίες. Εξυπηρετούσα τον ρόλο που μου είχαν δώσει. Ήμουν το καλό παιδί.
Άρα, αυτό που έπαιρνα από τους άλλους ήταν ότι έπρεπε να υπηρετώ αυτόν τον ρόλο. Δεν θα έκανα ποτέ κάτι ακραίο για να τους τρομάξω ή να τους αναστατώσω.
Αργύρης Ζαννιάς: Είχε κάποιο κόστος αυτό στα πρώτα στάδια της ενηλικίωσής σου;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Δεν ξέρω. Ο απογαλακτισμός μου ίσως ήταν λίγο αργός. Αισθανόμουν, όμως, άνετα μέσα σε αυτό, οπότε νομίζω ότι δεν με ενοχλούσε.

Αργύρης Ζαννιάς: Τι επιτρεπόταν στο σπίτι σας και τι όχι;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Δεν υπήρχε κάτι που να απαγορευόταν. Δεν μου απαγόρευσαν ποτέ τίποτα. Είχαμε μία συνέπεια ως οικογένεια, αλλά δεν υπήρχαν απαγορεύσεις.
Δεν άκουσα ποτέ τους γονείς μου να λένε: «Όχι, δεν πρέπει», «Μην είσαι αυτό», «Μην είσαι έτσι» ή «Τι θα πει ο κόσμος;». Δεν υπήρχαν τέτοιοι κανόνες.
Ήταν και οι δύο πολύ ανοιχτοί άνθρωποι και πάρα πολύ γλεντζέδες. Δεν τους θυμάμαι να μένουν στο σπίτι. Έβγαιναν παντού και έτσι έμαθα και εγώ να βγαίνω από μικρός.
Έβγαινα ακόμα και όταν ήμουν ανήλικος. Θυμάμαι ότι στα 14 ή στα 15 μου, όταν είχε γίνει το μεγάλο «μπαμ» της ντίσκο στα seventies, με το «Saturday Night Fever», είχα τεράστια λαχτάρα να μπω σε ένα κλαμπ.
Ήταν η τρέλα μου. Όταν μπήκα, νόμιζα ότι είχα μπει στον παράδεισο. Η μουσική, ο χορός, τα φώτα… Είχα μείνει έκθαμβος. Οπότε η νύχτα μού άρεσε. Μου άρεσε πάρα πολύ η διασκέδαση και οι γονείς μου δεν μου είπαν ποτέ να μη βγω.
Τότε, βέβαια, ήταν λίγο πιο εύκολα τα πράγματα. Εγώ, πάντως, ήθελα πάρα πολύ να πηγαίνω στα ωραία κλαμπ.
Αργύρης Ζαννιάς: Έχεις κάποια ανάμνηση μιας πρώτης ντροπής, η οποία τώρα μπορεί να σου φαίνεται αστεία, αλλά όταν τη βίωσες αισθάνθηκες άβολα;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Θυμάμαι περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να ήμουν αγενής ή να συμπεριφέρθηκα με την αυθάδεια της νιότης. Μπορεί να είχα κάνει κάτι αγενές και, όταν το θυμάμαι, να ντρέπομαι.
Όταν λέω αγενές, εννοώ ότι μπορεί να μίλησα άσχημα, με υπεροψία και έπαρση. Να έκανα τον έξυπνο. Δεν είναι κάτι που μου αρέσει να σκέφτομαι.
Αργύρης Ζαννιάς: Στην πράξη, τι χρειάζεται να κάνει ένας άνθρωπος για να σε φροντίσει;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Να με αγαπάει και να με θαυμάζει. Θέλω να με θαυμάζουν. Είναι ωραίο αυτό. Όχι να με θαυμάζουν όλοι. Να με θαυμάζει ο άνθρωπος που με ενδιαφέρει.
Αργύρης Ζαννιάς:: Τι δεν είναι αγάπη και για πάρα πολλά χρόνια το ονόμαζες αγάπη;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Αγάπη είναι η προσφορά. Αυτό που σου είπα και στην αρχή της κουβέντας μας. Δεν είναι αγάπη όταν είναι μονοπλευρή. Δεν είναι αγάπη όταν υπάρχει μόνο η φροντίδα από τη μία πλευρά.
Γι’ αυτό θέλω να με φροντίζουν και να με θαυμάζουν. Μπορεί να πιστεύεις ότι κάποιος σε αγαπάει, αλλά δεν είναι πάντοτε έτσι.
Θέλω να βλέπω την αγάπη και να τη συνειδητοποιώ.
Αργύρης Ζαννιάς:: Πώς έχεις διαχειριστεί στο παρελθόν τη μονοπλευρή αγάπη, όταν τη συνειδητοποιείς;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Την τελειώνεις.
Πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι, όταν έχεις έναν άνθρωπο απέναντί σου, μπορεί εκείνος να παίρνει ευχαρίστως όσα του δίνεις. Μπορεί εσύ να αισθάνεσαι πάρα πολύ καλά και να λες: «Αφού χαίρεται με την αγάπη που του δίνω και με την αγάπη που έχω για εκείνον, θα συνεχίσω να του τη δίνω».
Όταν, όμως, αυτό το πράγμα αρχίζει να σε αδειάζει, θα το συνειδητοποιήσεις. Αδειάζουν οι αποθήκες. Τότε πρέπει να το σταματήσεις και μάλιστα σύντομα.
Αν δεν το σταματήσεις σύντομα, τότε υπάρχει κάποιο πρόβλημα.
Αργύρης Ζαννιάς:: Έχουμε δει πολλές σχέσεις που λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο. Ποιο είναι το μεγαλύτερο red flag που παρέβλεπες ή μπορεί να παραβλέπεις ακόμα στα ερωτικά; Έβλεπες, δηλαδή, ένα χαρακτηριστικό και προσπαθούσες να το μετατρέψεις σε κάτι θετικό;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Το δάχτυλο.
Αργύρης Ζαννιάς: : Το δάχτυλο;
Φώτης Σεργουλόπουλος: Να με δείχνει και να μου το κουνάει. Εκεί χτυπάει αμέσως ένα καμπανάκι. Αυτό το ύφος του «ποιος νομίζεις ότι είσαι;», «τι είναι αυτό που λες;», «γιατί το λες;». Αυτό το επικριτικό ύφος. Εκεί καταλαβαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά».
Με τη συγκεκριμένη τοποθέτηση, ο παρουσιαστής έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα πως η δημόσια έκθεση δεν είναι απαραίτητα αδυναμία, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε δύναμη, καθώς αποκαλύπτει ποιοι πραγματικά έχουν λόγο να επιτεθούν και ποιοι απλώς ακολουθούν προκαταλήψεις.
«Δεν με αφορούσαν ποτέ»
Ο Φώτης Σεργουλόπουλος δεν έκρυψε πως στη διαδρομή του βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο σχολίων και επικρίσεων. Ωστόσο, όπως τόνισε, δεν επέτρεψε ποτέ σε αυτές τις φωνές να καθορίσουν τη ζωή του ή τις επιλογές του.
Με απόλυτη ψυχραιμία εξήγησε πως η στάση του απέναντι σε όσους τον σχολιάζουν δεν έχει αλλάξει ούτε στο ελάχιστο μέσα στα χρόνια.
«Δεν με αφορούσαν, ούτε με αφορούν. Όσο φαίνεσαι, τόσο φαίνονται και οι άλλοι. Δεν έχει αλλάξει τίποτα στη ζωή. Όσο υπολόγιζα τον λόγο τους τότε, τόσο υπολογίζω και τον λόγο τους τώρα. Τι; Επειδή τον ακούω; Ακούγεται όμως και ο δικός μου».
Η συγκεκριμένη αναφορά θεωρήθηκε από πολλούς μία από τις πιο δυνατές στιγμές της συνέντευξης, καθώς ο παρουσιαστής περιέγραψε με απλό αλλά ουσιαστικό τρόπο πώς αντιμετωπίζει τη δημόσια κριτική, επιλέγοντας να δίνει μεγαλύτερη αξία στη δική του φωνή και όχι σε εκείνες που επιχειρούν να τον μειώσουν.
Τα λόγια του έγιναν γρήγορα αντικείμενο συζήτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με αρκετούς χρήστες να σχολιάζουν πως πρόκειται για μια τοποθέτηση που ξεπερνά τα όρια της τηλεόρασης και αφορά κάθε άνθρωπο που επιλέγει να ζει χωρίς να κρύβει την ταυτότητα, τις απόψεις ή τις επιλογές του.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.