Νότια Αφρική: Εννέα δολοφονημένες γυναίκες από τον Ιούλιο – «Πόσα πτώματα πρέπει να βρεθούν για να γίνει επιτέλους κάτι;»
Σοκ και οργή ανατολικά του Γιοχάνεσμπουργκ, όπου εννέα γυναίκες 20-39 ετών βρέθηκαν δολοφονημένες σε δύο μήνες, με τις οικογένειες να ζητούν δικαιοσύνη.

Η Νότια Αφρική συγκλονίζεται από την ανακάλυψη εννέα δολοφονημένων γυναικών μέσα σε δύο μήνες στην περιοχή ανατολικά του Γιοχάνεσμπουργκ, με τις οικογένειες να ζητούν δικαιοσύνη και τις αρχές να εξετάζουν ακόμη και το ενδεχόμενο κατά συρροή δολοφόνου. Το κύμα των εγκλημάτων έχει αναζωπυρώσει την οργή για την έμφυλη βία σε μια χώρα με εξαιρετικά υψηλά ποσοστά γυναικοκτονιών, ενώ οργανώσεις και ακτιβιστές πιέζουν την κυβέρνηση να λάβει πιο αποφασιστικά μέτρα, ακόμη και με ξεχωριστή ποινική αναγνώριση της γυναικοκτονίας.
Πιο αναλυτικά
Σοκ και οργή προκαλεί στη Νότια Αφρική η ανακάλυψη εννέα δολοφονημένων γυναικών μέσα σε μόλις δύο μήνες, σε περιοχή ανατολικά του Γιοχάνεσμπουργκ. Τα περισσότερα θύματα ήταν νεαρές γυναίκες, ηλικίας 20 έως 39 ετών, που είχαν υποστεί ακραία βία πριν από τον θάνατό τους. Οι οικογένειές τους ζητούν δικαιοσύνη, ενώ οι αρχές δεν έχουν ακόμη διευκρινίσει εάν οι δολοφονίες συνδέονται μεταξύ τους ή εάν βρίσκονται αντιμέτωπες με τη δράση ενός κατά συρροή δολοφόνου.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του BBC, η τελευταία σειρά δολοφονιών στην περιοχή Εκουρχουλένι, ανατολικά της μεγαλύτερης πόλης της Νότιας Αφρικής, έχει αναζωπυρώσει την εθνική κατακραυγή για την έμφυλη βία, σε μια χώρα που καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά βίας κατά των γυναικών παγκοσμίως.
Μόνο αυτή την εβδομάδα εντοπίστηκαν τρεις σοροί γυναικών στην περιοχή, ανεβάζοντας σε εννέα τον συνολικό αριθμό των θυμάτων που έχουν βρεθεί υπό παρόμοιες συνθήκες από τον Ιούλιο.
Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται οικογένειες που προσπαθούν να διαχειριστούν την απώλεια των αγαπημένων τους προσώπων και παιδιά που καλούνται να μεγαλώσουν χωρίς τις μητέρες τους.

«Πώς εξηγείς σε ένα παιδί ότι η μητέρα του δολοφονήθηκε και πετάχτηκε σε ένα χωράφι;»
«Τι θα κάνουμε, δεν έχω ιδέα», λέει ξεσπώντας σε λυγμούς η Νοκβάντα Ματσικίζα, μιλώντας για τη δολοφονία της ανιψιάς της, Ντινέο Μοταπάνε.
«Αλλά κάτι πρέπει να αλλάξει. Για εμάς, για όλες τις άλλες γυναίκες. Πόσα ακόμη πτώματα πρέπει να βρεθούν προτού γίνει κάτι;»
Η Νοκβάντα μίλησε στο BBC από το οικογενειακό σπίτι κοντά στο Γιοχάνεσμπουργκ, μόλις δύο ημέρες αφότου συγγενείς αναγνώρισαν τη σορό της 38χρονης.
Η Ντινέο, μητέρα δύο παιδιών, εθεάθη ζωντανή για τελευταία φορά την Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου. Αργότερα, το σώμα της εντοπίστηκε στην κατοικημένη περιοχή του Εκουρχουλένι, με εμφανή σημάδια άγριου ξυλοδαρμού και μερικώς απανθρακωμένο.
Η θεία της ξεσπά σε κλάματα περιγράφοντας τη στιγμή που η οικογένεια θα πρέπει να ανακοινώσει στην κόρη της Ντινέο ότι η μητέρα της δεν πρόκειται να επιστρέψει.
«Πώς εξηγείς ότι ο γονιός σου δολοφονήθηκε βάναυσα, πετάχτηκε σε ένα χωράφι και αφέθηκε εκεί, σαν σκουπίδι;»
«Δεν μπορείς να συμφιλιωθείς με κάτι τέτοιο. Είναι κάτι που δεν μπορείς ποτέ να αποδεχθείς, κάτι που δεν μπορείς ποτέ να ξεπεράσεις», προσθέτει.

Βρήκαν τη σορό της 17 ημέρες μετά την εξαφάνισή της
Ανάλογο είναι το δράμα που βιώνει η οικογένεια της 32χρονης Ιτουμέλενγκ Κεκάνα, ιδιοκτήτριας καταστήματος, η οποία ήταν μεταξύ των πρώτων γυναικών που εξαφανίστηκαν στην περιοχή.
Η σορός της εντοπίστηκε τον Ιούλιο, 17 ημέρες αφότου είχε θεαθεί ζωντανή για τελευταία φορά. Έφερε σοβαρούς μώλωπες, ήταν μερικώς ντυμένη και είχε εγκαταλειφθεί πάνω σε γέφυρα.
Ο αδελφός της, Τέμπα Κεκάνα, περιγράφει στο BBC την απόγνωση της οικογένειας.
«Είμαστε συντετριμμένοι από τη θλίψη», λέει με δάκρυα στα μάτια.
«Κοιτάζω τη μικρή κόρη της αδελφής μου και γεμίζουν τα μάτια μου δάκρυα. Ξέρω ότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος να της αφαιρέσω αυτόν τον πόνο».
«Καμία οικογένεια δεν θα έπρεπε να βιώνει αυτό που αντιμετωπίζουμε εμείς».
Εννέα δολοφονίες, μόλις μία σύλληψη – Αναζητούν κατά συρροή δολοφόνο;
Παρά τη σοβαρότητα των εγκλημάτων, η πρόοδος των αστυνομικών ερευνών παραμένει περιορισμένη.
Σύμφωνα με το BBC, έχει πραγματοποιηθεί μόλις μία σύλληψη σε σχέση με τις εννέα δολοφονίες, δύο ημέρες μετά τον εντοπισμό της πρώτης σορού, στις 15 Ιουλίου.
Κανείς δεν έχει συλληφθεί για τις δολοφονίες της Ιτουμέλενγκ και της Ντινέο, ούτε για εκείνες των υπόλοιπων έξι γυναικών.
Τα περισσότερα θύματα ήταν νεαρές γυναίκες ηλικίας 20 έως 39 ετών, ενώ σχεδόν όλες είχαν υποστεί ακραία βία πριν από τον θάνατό τους.
Η αστυνομία δηλώνει ότι δεν είναι ακόμη βέβαιη εάν αναζητά έναν κατά συρροή δολοφόνο. Παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο τα εγκλήματα να μην συνδέονται μεταξύ τους.
Στο Κέμπτον Παρκ, μία από τις περιοχές του Εκουρχουλένι, έχουν εντοπιστεί πέντε από τις εννέα σορούς, ενώ το ένατο θύμα βρέθηκε στην περιοχή Ντον Παρκ.
Η αβεβαιότητα γύρω από το ποιος ή ποιοι ευθύνονται για τις δολοφονίες έχει εντείνει τον φόβο στις τοπικές κοινωνίες, όπου πολλές γυναίκες δηλώνουν ότι πλέον δεν αισθάνονται ασφαλείς ούτε στις πιο συνηθισμένες καθημερινές τους μετακινήσεις.
569 γυναίκες δολοφονήθηκαν μέσα σε τρεις μήνες – Έξι την ημέρα
Οι πρόσφατες δολοφονίες έρχονται να αναδείξουν ένα πολύ ευρύτερο πρόβλημα, το οποίο εδώ και χρόνια απασχολεί τη Νότια Αφρική.
Σύμφωνα με τα επίσημα τριμηνιαία στοιχεία της αστυνομίας, 5.427 άνθρωποι δολοφονήθηκαν στη χώρα από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο του 2026.
Τα συγκεκριμένα αστυνομικά στοιχεία δεν διαχωρίζουν τα θύματα ανά φύλο.
Ωστόσο, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Νότιας Αφρικής δημοσιοποίησε αυτή την εβδομάδα στοιχεία που αποκαλύπτουν ότι κατά την ίδια περίοδο δολοφονήθηκαν 569 γυναίκες, κατά μέσο όρο έξι κάθε ημέρα.
Επιπλέον, καταγράφηκαν 1.052 απόπειρες ανθρωποκτονίας σε βάρος γυναικών.
Οι αριθμοί αυτοί έχουν εντείνει την πίεση προς την κυβέρνηση, λιγότερο από έναν χρόνο αφότου η ίδια είχε αναγνωρίσει επισήμως τη σοβαρότητα του προβλήματος.
Η έμφυλη βία είχε κηρυχθεί «εθνική καταστροφή»
Τον Νοέμβριο του 2025, η κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής χαρακτήρισε την έμφυλη βία εθνική καταστροφή, έπειτα από εβδομάδες κινητοποιήσεων.
Οι διαμαρτυρίες κορυφώθηκαν με τη μεγάλη κινητοποίηση «Women’s Shut Down», την περίοδο που η χώρα φιλοξενούσε τη σύνοδο κορυφής της G20.
Ανακοινώνοντας τότε την απόφαση, η υπουργός Κοινωνικής Ανάπτυξης, Νοκουζόλα Σισίσι Τολάσε, είχε υποστηρίξει ότι η αναγνώριση του προβλήματος ως εθνικής καταστροφής θα βοηθούσε την κυβέρνηση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα την κρίση.
Ωστόσο, τα τελευταία εγκλήματα έχουν προκαλέσει νέες εκκλήσεις για πιο αποφασιστική δράση.
Η Διεθνής Αμνηστία ζητά πλέον να αναγνωριστεί η γυναικοκτονία ως αυτοτελές ποινικό αδίκημα.
Διεθνής Αμνηστία: «Δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις κάτι που δεν καταγράφεις»
Η διευθύντρια της Διεθνούς Αμνηστίας στη Νότια Αφρική, Σενίλα Μοχάμεντ, υποστήριξε ότι ένα σημαντικό πρώτο βήμα για την προστασία των γυναικών θα ήταν η ξεχωριστή ποινική αναγνώριση της γυναικοκτονίας.
«Κάθε ημέρα που η γυναικοκτονία παραμένει μη αναγνωρισμένη ως έγκλημα αποτελεί αποτυχία αντιμετώπισης των στοχευμένων δολοφονιών γυναικών», ανέφερε σε ανακοίνωσή της.
«Ήρθε η ώρα να την αποκαλέσουμε αυτό που είναι: γυναικοκτονία».
Η Μοχάμεντ εξήγησε ότι πρόκειται για έγκλημα που έχει ως κίνητρο το φύλο, δηλαδή τη δολοφονία μιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, 33 χώρες έχουν ήδη ποινικοποιήσει τη γυναικοκτονία ως ξεχωριστό αδίκημα, μεταξύ των οποίων η Γκαμπόν και το Μαρόκο στην Αφρική.
Η οργάνωση υποστηρίζει ότι μια ανάλογη αλλαγή στη Νότια Αφρική θα βοηθούσε να αποτυπωθεί ακριβέστερα η έκταση του προβλήματος και θα υποχρέωνε το κράτος να αναμετρηθεί με τις αποτυχίες του στην προστασία γυναικών και κοριτσιών.
«Δεν μπορείς να διορθώσεις κάτι που δεν παρακολουθείς και δεν καταγράφεις», τόνισε η Μοχάμεντ.
Ραμαφόζα: «Δεν θα αφήσουμε τίποτα ανερεύνητο»
Οι δολοφονίες έχουν προκαλέσει και την παρέμβαση του προέδρου της Νότιας Αφρικής, Σίριλ Ραμαφόζα.
Ο πρόεδρος δεσμεύτηκε αυτή την εβδομάδα ότι οι αρχές δεν θα αφήσουν «τίποτα ανερεύνητο» στην προσπάθεια διαλεύκανσης των εγκλημάτων στο Εκουρχουλένι.
«Ως έθνος, πρέπει να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα, την ασφάλεια και την αξιοπρέπεια των γυναικών και των κοριτσιών», δήλωσε.
Ωστόσο, οργανώσεις και ακτιβίστριες επιμένουν ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με αστυνομικές έρευνες μετά τη διάπραξη των εγκλημάτων.
«Τα σώματα των μαύρων γυναικών αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμα εδώ και αιώνες»
Η Λεμπογκάνγκ Ραμοφόκο, ακτιβίστρια για την έμφυλη και κοινωνική δικαιοσύνη, θεωρεί ότι τα υψηλά επίπεδα βίας κατά των γυναικών αντανακλούν ένα πολύ βαθύτερο κοινωνικό πρόβλημα.
Μιλώντας στο BBC, συνδέει τη σημερινή κατάσταση με την ιστορική κληρονομιά της αποικιοκρατίας και του απαρτχάιντ, του θεσμοθετημένου συστήματος φυλετικών διακρίσεων που ίσχυε στη Νότια Αφρική έως το 1994.
«Τα σώματα των μαύρων γυναικών αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμα σε αυτή τη χώρα εδώ και αιώνες, από την αποικιοκρατία μέχρι το απαρτχάιντ», υποστηρίζει.
Κατά την εκτίμησή της, όσα συμβαίνουν σήμερα στις γυναίκες αποτελούν έκφραση της κληρονομιάς βίας αυτών των συστημάτων, των οποίων τα τραύματα δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ ουσιαστικά.
Η ίδια διευκρινίζει ότι αυτό δεν σημαίνει πως οι μαύροι άνδρες είναι εκ φύσεως βίαιοι.
Αντίθετα, εξηγεί ότι σε κοινωνικά συστήματα όπου οι μαύροι άνδρες υφίσταντο επί δεκαετίες βία, οι μαύρες γυναίκες ήταν ιστορικά εκείνες πάνω στις οποίες συχνά εκτονωνόταν αυτή η βία.
«Αυτός ο κύκλος δεν έχει σπάσει», τονίζει.
«Δεν είμαστε ασφαλείς πουθενά, ούτε στα σπίτια ούτε στους δρόμους»
Στο Κέμπτον Παρκ, όπου έχουν βρεθεί πέντε από τις εννέα δολοφονημένες γυναίκες, η οργή και ο φόβος έχουν μετατραπεί σε κινητοποιήσεις.
Η Λούμκα Μακουμπέλα συμμετέχει στο ίδρυμα Girl2Woman Foundation, το οποίο έχει οργανώσει διαμαρτυρίες για τις δολοφονίες.
«Είμαστε συντετριμμένες, είμαστε φοβισμένες», λέει στο BBC.
«Εάν η αστυνομία δεν μπορεί πλέον να μας προστατεύσει, η κυβέρνηση πρέπει να παρέμβει και να κάνει κάτι».
Η ίδια απορρίπτει την ιδέα ότι οι γυναίκες πρέπει απλώς να είναι πιο προσεκτικές.
«Είναι ξεκάθαρο ότι δεν είμαστε ασφαλείς. Δεν μπορεί η αστυνομία να μας λέει να είμαστε πιο προσεκτικές. Πρέπει να κάνει περισσότερα για να γίνουν ασφαλείς οι κοινότητές μας. Τι άλλο περιμένουν να κάνουμε;»
«Δεν είμαστε ασφαλείς πουθενά, ούτε στα σπίτια μας ούτε στους δρόμους. Αυτό πρέπει να σταματήσει».
Η 32χρονη Θουλισίλε Σιμπάντε περιγράφει πώς ο φόβος έχει επηρεάσει ακόμη και τις απλούστερες δραστηριότητες.
«Αισθάνομαι άβολα. Όταν πηγαίνω σε ένα κατάστημα, πρέπει να κοιτάζω γύρω μου. Είμαι σοκαρισμένη και φοβισμένη. Τόσο φοβισμένη, που είναι τραυματικό».
«Ακόμη και τα μικρά κορίτσια φοβούνται να πάνε μόνα τους σε κατάστημα»
Η 60χρονη Θέμπι Μαμπένα ζούσε στην ίδια γειτονιά με τη δολοφονημένη Ντινέο Μοταπάνε.
Τη θυμάται ως μια γυναίκα που γελούσε καθημερινά με τους ανθρώπους γύρω της.
«Γελούσε κάθε μέρα, με όλους», λέει.
Η δολοφονία της, όμως, έχει αλλάξει την καθημερινότητα της γειτονιάς.
«Τώρα ανησυχώ. Ξέρω πολλά παιδιά, κορίτσια, που μου λένε ότι φοβούνται να πάνε μόνα τους σε κατάστημα. Δεν υπάρχει ασφάλεια, ούτε για μένα. Είμαι μεγάλη σε ηλικία, αλλά δεν υπάρχει ασφάλεια».
Η 20χρονη Λεράτο Μζίζι συνοψίζει με λίγες λέξεις το συναίσθημα που κυριαρχεί πλέον σε πολλές γυναίκες της χώρας.
«Στη Νότια Αφρική, οι γυναίκες δεν είναι πια ασφαλείς».
Μη χάνετε τίποτα από το ΔΕΔΟΜΕΝΟ
Ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αναλύσεις και reels κάθε μέρα.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.